Η ανεξαρτησία

Όταν κυκλοφόρησε το βιβλίο μου για τη διαφήμιση, κάποιοι υποψιασμένοι με ρωτούσαν τι επιζητούσα πια απ’ τη δημοσιογραφία αφού δημοσιεύοντας ένα βιβλίο τόσο επικριτικό απέναντι στη διαφήμιση ήταν σαν να έθετα εαυτόν εκτός των Media. Εγώ τους απαντούσα ότι μ’ ενδιέφερε η ανακίνηση ενός θαμμένου ζητήματος, η πρόκληση δηλαδή δημόσιου διαλόγου πάνω σ’ ένα θέμα ταμπού της ελληνικής κοινωνίας. Φυσικά, το βιβλίο είναι εμπόρευμα, και θα ήμουν ευτυχής, αν απ’ την κοπιαστική εργασία της συγγραφής του εν λόγω πονήματος, κέρδιζα και κάποια χρήματα. Όμως το σημαντικότερο απ’ όλα για εμένα, έλεγα κι εξακολουθώ να λέω, είναι η ανεξαρτησία μου. Θεωρώ ότι η ανεξαρτησία ενός δημοσιογράφου είναι ό,τι πολυτιμότερο μπορεί να διαθέτει. Φυσικά χρειάζονται κι άλλα πολλά «χαρίσματα» για να απασχολείται κανείς ως δημοσιογράφος, όπως παιδεία, πένα, εγρήγορση κ.α., αλλά η ανεξαρτησία είναι ένα απ’ τα πλέον σημαντικά, κι ίσως το πιο σπάνιο σήμερα.

Αν δεχτούμε ότι προκειμένου να μείνει ανεξάρτητος, ο δημοσιογράφος οφείλει να αποφύγει τις εξαρτήσεις από:

Α. τον εκάστοτε εργοδότη,
Β. τους πολιτικούς,
Γ. τους επιχειρηματίες,
Δ. τους διαφημιστές,
Ε. οποιονδήποτε έχει συμφέρον να τον χειραγωγήσει,

συνειδητοποιούμε ότι ουσιαστικά ζητάμε απ’ αυτό τον άνθρωπο, όχι μόνο να είναι αδιάφθορος, αλλά να είναι σε θέση να έχει κι εργασία ως τέτοιος! Στους καιρούς μας όμως τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα… Φανταστείτε ένα δικαστή που αμοίβεται πενιχρά και προκειμένου να συμπληρώσει το εισόδημά του, χρηματίζεται από εμπόρους ναρκωτικών για ευνοϊκή μεταχείριση. Σας θυμίζει κάτι;
Για όλους τους επαγγελματικούς κλάδους έχει γίνει εκτενής συζήτηση σε σχέση με τον χρηματισμό κάποιων μελών τους κ.λπ., και κατά καιρούς μαθαίνουμε για τα «ατοπήματα» δημοσιογράφων που υπηρετούσαν ταυτόχρονα σε υπουργεία κι έγγραφαν εφημερίδες, αλλά γρήγορα ο κουρνιαχτός πέφτει. Κάποιοι λένε ότι οι επαγγελματικοί κώδικες δεοντολογίας είναι γραμμένοι για να σπάνε. Και πράγματι, τους βλέπουμε τόσο συχνά να καταπατούνται, που πλέον φαίνεται να μην έχει καμία σημασία η επίκλησή τους. Η δημοσιογραφία και τα παραδοσιακά Μέσα διέρχονται μια μεγάλη κρίση, τη μεγαλύτερη ίσως κρίση που γνώρισαν ποτέ, αλλά οι αιτίες μπορούν πλέον να είναι αρκετά σαφείς:

1. Η συγκέντρωση των Μέσων σ’ ελάχιστα χέρια.
2. Η έλευση της διαδικτυακής ενημέρωσης.
3. Η πτώση των πωλήσεων των εφημερίδων.
4. Ο δωρεάν Τύπος.

Αν κοιτάξουμε προσεκτικά και τις 4 αιτίες θα δούμε ότι: ο παραδοσιακός Τύπος χάνει την αξιοπιστία του παγκοσμίως (3) γιατί γίνεται βορά στα χέρια ελάχιστων επιχειρηματιών (1) οι οποίοι ξεπουλούν το εμπόρευμά τους όχι στους αναγνώστες., αλλά στους διαφημιστές και τους διαφημιζόμενους (4), την ίδια ώρα που στο Διαδίκτυο επισυμβαίνει μια τεράστια αλλαγή (2), εφάμιλλη της ανακάλυψης της τυπογραφίας. Πιστεύω ότι η απώλεια της αξιοπιστίας των μεγάλων Μέσων στο μεγαλύτερο μέρος του πλανήτη, οφείλεται στην έλλειψη ανεξαρτησίας. Θα πει κανείς ότι και πριν δέκα χρόνια το ίδιο γινόταν, αλλά τώρα η διαφορά είναι ότι μπορεί οποιοσδήποτε να διαπιστώσει το βαθμό της εξάρτησης ενός Μέσου, κάνοντας μερικές πολύ απλές κινήσεις. Σήμερα, οι νεότεροι κυρίως, πολίτες, μπαίνουν στο Διαδίκτυο και επαληθεύουν άμεσα την εγκυρότητα των ειδήσεων ή των απόψεων που εκφράζονται στα Μέσα. Επιπλέον, έχουν την ευκαιρία να ακούσουν φωνές που για διάφορους λόγους, έχουν αποκλειστεί απ’ τα κυρίαρχα ή μη, ΜΜΕ. Μαζί με τα προβλήματα λοιπόν, η διαφάνεια του ψηφιακού κόσμου, κομίζει και κάτι πολύ ελπιδοφόρο: καθένας τώρα είναι σε θέση να εκπέμψει το δικό του μήνυμα, τη δική του εκδοχή της πραγματικότητας και να αξιώνει μια θέση δημοσιογράφου. Ο εκδημοκρατισμός των Μέσων ενημέρωσης και ψυχαγωγίας είναι πλέον γεγονός. Τα διακυβεύματα αυτής της καινούργιας κατάστασης τα αναλύω στο βιβλίο μου, οπότε προς το παρόν δεν επεκτείνομαι. Η ανεξαρτησία ωστόσο παραμένει ένα απ’ τα πλεόν σοβαρά ζητήματα της καινούργιας αυτής εποχής. Για πρώτη φορά στην ιστορία τους, τα Μέσα δίνουν την ευκαιρία στο δημοσιογράφο να γίνει πραγματικά ανεξάρτητος, να κάνει απερίσπαστος τη δουλειά του, μακριά απ’ τις όποιες υποβολές ή περιορισμούς.

Βέβαια εδώ εγείρεται ένα πολύ σοβαρό θέμα. Επαγγελματίας δημοσιογράφος είναι κάποιος που αμοίβεται για τις υπηρεσίες του. Ο ερασιτέχνης μπορεί να αποκαλείται δημοσιογράφος, αλλά δε μπορεί να δεσμευτεί απέναντι στους αναγνώστες του, όπως ένας επαγγελματίας. Ο επαγγελματίας Ένας ιστολόγος επομένως, έχει τις εξής τρεις επιλογές, εφ’ όσον θέλει να γίνει επαγγελματίας:

α. να ζητήσει την άμεση συνδρομή των αναγνωστών του
β. να τοποθετήσει διαφημίσεις στο ιστολόγιό του ή να εξαγοραστεί από κάποια επιχείρηση
γ. να αναζητήσει κάποιο Μέσο που θα αναδημοσιεύει ή θα «υιοθετεί» το ιστολόγιό του έναντι αμοιβής
δ. να συνάψει κάποιο είδος συμμαχίας με άλλους ιστολόγους φτιάχνοντας το «δικό τους Μέσο»

Η πρώτη περίπτωση είναι η πιο θεμιτή και η πιο αγνή κατά τη γνώμη μου. Μόνο αυτή εξασφαλίζει ότι ο ιστολόγος θα είναι πραγματικά ανεξάρτητος. Οι άλλες δύο εμπεριέχουν τον κίνδυνο να γίνει ο ιστολόγος φερέφωνο εκείνου που τον επιχορηγεί. Φυσικά και υπάρχουν αποχρώσεις. Επίσης, κάτι που πρέπει οπωσδήποτε να μην λησμονείται είναι η διαφάνεια: αν ο ιστολόγος αμοίβεται από κάποια εταιρεία, πρέπει αυτό να είναι γνωστό. Αλλά σ’ αυτό θα επανέλθω σύντομα. Τελειώνοντας, να υπενθυμίσω ότι το Διαδίκτυο, και πιο συγκεκριμένα τα ιστολόγια, έχουν χαρακτηριστεί «εκδίκηση του Liebling». Ο Liebling είχε πει ότι «η ελευθερία του Τύπου ισχύει μόνο για εκείνους που έχουν ένα δικό τους Μέσο»…

Posted In:

Σχολιο

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s