Βιβλίο και ιστολόγια

Αρκετός λόγος γίνεται τελευταία για το βιβλίο και τα μπλογκ. Για τα «βιβλιοφιλικά» έντυπα και τα μπλογκ, για την κριτική και τους κριτικούς κ.λπ. Ωστόσο στις βασικές της πτυχές η συζήτηση, αν υπάρχει συζήτηση κι όχι μικρομονόλογοι, έχει αγνοήσει το βασικότερο ίσως πρόβλημα του Τύπου σήμερα που είναι η διογκούμενη αναξιοπιστία του. Αρκετοί ισχυρίζονται ότι προκειμένου κανείς να λάβει έγκυρη ενημέρωση και γνώση θα καταφύγει στα παραδοσιακά Μέσα κι όχι στα ιστολόγια, αλλά αυτό δεν αποδεικνύει ότι τα παραδοσιακά Μέσα ΕΙΝΑΙ αξιόπιστα. Μπορεί να είναι περισσότερο αξιόπιστα ή πιο έγκυρα απ’ τα ιστολόγια που είναι όντως εντελώς άναρχα, αλλά αυτό δε σημαίνει ότι ανταποκρίνονται στις προσδοκίες για έναν Τύπο αξιώσεων. Αν άξιζε το προϊόν του παραδοσιακού Τύπου, θα είχε και τις αντίστοιχες πωλήσεις. Αλλά σήμερα κανείς δε μπορεί να πει με ασφάλεια πόσες πωλήσεις θα έκαναν οι κυριακάτικες εφημερίδες στην χώρα μας, εάν δεν «επιδοτούσαν» την αγορά του προϊόντος τους με διάφορα «δώρα» και παροχές.
Ωστόσο, για να μην είμαι «ακραίος» όπως μου καταμαρτύρησε πρόσφατα ένας συνάδελφος, και για να μη γενικεύω, πρέπει να ομολογήσω ότι ο παραδοσιακός Τύπος δεν είναι άθλιος στο σύνολό του κι ότι επιβιώνουν ακόμα μερικές αξιοσημείωτες εξαιρέσεις στον κανόνα. Η μιντιακή βιομηχανία, μαζί με την ελίτ που την κυβερνά μάλλον αλλαζονικά, έχει αφήσει μερικές ρωγμές είτε ως άλλοθι πραγματικής ελευθεροτυπίας, είτε γιατί δε βλέπει ουσιαστικό κίνδυνο για τα συμφέροντά της. Και βέβαια, δεν πρέπει να περιφρονούμε τις μεγάλες αποκαλύψεις των παραδοσιακών ΜΜΕ, που οφείλονται στον ανταγωνισμό μεταξύ των ιδιοκτητών και των συμφερόντων τους.

Αυτό που δε μνημονεύεται κι άρα δεν τίθεται ως μείζον θέμα στη συζήτηση, είναι η ιδιάζουσα διαφορά μεταξύ βιβλιοφιλικών εντύπων που συντηρεί ο παραδοσιακός Τύπος και βιβλιοφιλικών ιστολογίων. Τα πρώτα οφείλουν την ύπαρξή τους στη διαφήμιση, ενώ τα δεύτερα στο Διαδίκτυο. Τα πρώτα πωλούνται έναντι αντιτίμου, τα δεύτερα είναι δωρεάν. Τα πρώτα λαμβάνουν τα βιβλία που παρουσιάζουν δωρεάν, ενώ τα δεύτερα είναι αναγκασμένα να τα αγοράζουν. Οι εργαζόμενοι στα έντυπα του παραδοσιακού Τύπου είναι συνήθως εναγκαλισμένοι με τους εκδότες και τα τμήματα δημοσίων σχέσεων των τελευταίων, ενώ για τους ιστολόγους δε μπορούμε να γνωρίζουμε τίποτα. Είναι πιθανό ένας «άτεγκτος» κι αυστηρός ιστολόγος που γράφει για βιβλία στη σελίδα του, να εργάζεται για κάποιο εκδοτικό οίκο, κι όλως τυχαίως να κατακεραυνώνει τα βιβλία των ανταγωνιστών. Αυτό βέβαια συμβαίνει ήδη κατά κόρον στον παραδοσιακό Τύπο, αφού δεν είναι λίγοι οι δημοσιογράφοι που εργάζονται ταυτόχρονα και σε εκδοτικούς οίκους. Οι χαμηλές αμοιβές των δημοσιογράφων τούς αναγκάζουν να εργάζονται πολλές φορές σε εργοδότες με συγκρουόμενα συμφέροντα. Απ’ την πλευρά του, ο ιδιοκτήτης ενός Μέσου θέλει η κριτική που ασκούν οι συντάκτες του να είναι αμερόληπτη και να μην υποκινείται απ’ το οικονομικό συμφέρον. Αλλά ο εκδότης κοιτάζει να προσεταιριστεί τους δημοσιογράφους ώστε να τυγχάνει ευνοϊκής μεταχείρισης. Αν μπορεί δε να τους απασχολεί, είτε ως μεταφραστές, επιμελητές, ή ακόμα κι ως συγγραφείς, αναγνώστες, διευθυντές, τόσο το καλύτερο. Απ’ αυτό τον εναγκαλισμό κερδισμένοι βγαίνουν οι δημοσιογράφοι κι οι εκδότες των οίκων. Στην πλευρά των χαμένων, εκτός απ’ τους αναγνώστες κι ενδεχομένως τους συγγραφείς που δεν εκδίδονται σε «διαπλεκόμενα» Μέσα και οίκους, εντοπίζονται τα παραδοσιακά Μέσα που βλέπουν την αξιοπιστία τους να χάνεται μέρα με τη μέρα.

Η στενή σχέση του εκδοτικού χώρου και των δημοσιογράφων του βιβλίου έχει διαμορφώσει ένα αναξιοκρατικό κι εν πολλοίς θολό τοπίο, όπου τα πάντα μετρώνται με όρους οικονομικής ισχύος και δημοσίων σχέσεων, κάτι που σε μεγάλο βαθμό είναι αναπόφευκτο. Βέβαια, οι εκτροπές είναι πολύ μεγαλύτερες απ’ αυτές που θα μπορούσε κανείς να «συγχωρήσει». Υπάρχουν έντυπα, που θέλουν να ονομάζονται «βιβλιοφιλικά», στα οποία παρουσιάζονται και κριτικάρονται κυρίως τα βιβλία των εκδοτικών οίκων που διαφημίζονται. Οι ανεξάρτητοι εκδοτικοί οίκοι που δεν πληρώνουν διαφήμιση έχουν ελάχιστες πιθανότητες να τύχουν κάποιας μεγάλης αναφοράς και αρκούνται σε πέντε δέκα πληροφοριακές αράδες, αποπροσανατολιστικές συχνά κι αυτές. Έτσι, η αποτύπωση του εκδοτικής παραγωγής είναι εξόφθαλμα στεβλή, και η χειραγώγηση του κοινού προς συγκεκριμένους οίκους και συγγραφείς, κάτι παραπάνω από σαφής. Απ’ την άλλη πλευρά τα ιστολόγια δεν είναι προς το παρόν, παρά μια υπόσχεση. Χρειάζεται αρκετή δουλειά για να γίνουν αξιόπιστα και να κερδίσουν ευρύτερη απήχηση. Όπως επίσης, οφείλουν να λειτουργούν με διαφανείς όρους, ώστε οι αναγνώστες να γνωρίζουν αν και πότε διαβάζουν πληρωμένα από τρίτους κείμενα. Φοβάμαι όμως ότι ο παραδοσιακός Τύπος, με την παθολογική του πια συμπεριφορά, παρασύρει και τα Νέα Μέσα στην ίδια απαράδεκτη λογική, του «τα πάντα επιτρέπονται». Κι έτσι νικητής σ’ αυτό τον ανταγωνισμό καταδικάζεται προς το παρόν να είναι η «παλιά» δημοσιογραφία…

Σχολιο

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s