Επί διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ πολλοί μιλούσαν για «ΣΥΡΙΖΑ channel». Πόσο δίκιο είχαν; Μια έρευνα του Ινστιτούτου Reuters σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, έρχεται να επιβεβαιώσει την εικόνα αυτή. Το κοινό της ΕΡΤ την περίοδο της διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ με τους ΑΝΕΛ ήταν κατά βάση ηλικιωμένο, προτιμούσε την τηλεόραση παρά το διαδίκτυο, κι είχε ξεκάθαρα αριστερή ιδεολογία. Κι η συνολική εμπιστοσύνη στην ΕΡΤ; Σταθερά χαμηλή. Άραγε πώς μπορεί αυτό ν’ αλλάξει;

Με κάθε κυβερνητική αλλαγή παρουσιάζεται στην ΕΡΤ μια ακόμα ευκαιρία να σταθεί αντάξια του δημόσιου ρόλου της, ν’ αλλάξει και να γίνει ένας σοβαρός διαδικτυακός και ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός που σέβεται τα λεφτά των φορολογούμενων κι υπηρετεί την ενημέρωση και την ψυχαγωγία με τρόπο διαφανή, ανοιχτό και ανεξάρτητο. Το 2015 ήταν μια ακόμα τέτοια ευκαιρία. Όπως ήταν και το λανθασμένο της κλείσιμο το 2013. Όταν τον Ιανουάριο του 2015 σχηματίστηκε η νέα κυβέρνηση με τον ΣΥΡΙΖΑ στον κορμό της, κι εταίρο τους ΑΝΕΛ, πραγματοποιήθηκε άμεσα η προεκλογική υπόσχεση να κλείσει η ΝΕΡΙΤ που βρισκόταν σε λειτουργία ως τότε, και ν’ ανοίξει πανηγυρικά η ΕΡΤ, να επαναπροσληφθεί όλο το προσωπικό και να γίνει «ολική επαναφορά». 

Οι προσδοκίες του νέου ξεκινήματος αποτυπώνονταν τότε στα παχιά λόγια, στις τελετές «μνήμης των θυμάτων του μαύρου» κι αναλήψεως καθηκόντων των νέων επικεφαλής. Καθώς όμως περνούσαν οι μήνες, αποδεικνυόταν ότι στην ΕΡΤ δε θα άλλαζε τίποτα, κι ότι πράγματι όλα θα γίνονταν «όπως παλιά». Με τις χειρότερες πρακτικές του παρελθόντος μάλιστα να βγαίνουν ξανά στην επιφάνεια με ένταση. Αν θέλει κάποιος να ενημερωθεί για την παράνοια του εχγειρήματος πρέπει οπωσδήποτε να διαβάσει το σπουδαίο βιβλίο Η ΕΡΤ εν τάφω, Πώς η μεγάλη ευκαιρία έγινε εφιάλτης του Σπύρου Κρίμπαλη, που εκδόθηκε πριν από μερικούς μήνες και διανεμήθηκε απ’ την εφημερίδα Το Βήμα.

Δημοσιεύθηκε χθες μια έρευνα του Ινστιτούτου Reuters σε συνεργασία με το πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, που επιχειρεί να καταγράψει το κοινό των δημόσιων μέσων σε 8 Ευρωπαϊκές χώρες, ανάμεσά τους και της χώρας μας. Τα ευρήματα έχουν μεγάλο ενδιαφέρον, καθώς αποτιμούν τη λειτουργία της ΕΡΤ στα χρόνια της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ, μια λειτουργία που ο ίδιος ο πρώην πρωθυπουργός κ. Αλέξης Τσίπρας παραδέχθηκε ότι δεν ήταν επιτυχημένη. Άλλα σημαίνοντα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, όπως ο κ. Νίκος Φίλης ήταν λιγότερο επιεική. «Το στοίχημα της ΕΡΤ χάνεται κάθε μέρα» δήλωνε με κάθε ευκαιρία. 

Σταχυολογώ ορισμένα στοιχεία που αναδεικνύει η έρευνα, την οποία μπορεί κανείς να διαβάσει και να κατεβάσει ολόκληρη απ’ αυτό το λινκ, για να δούμε πώς επιβεβαιώνεται η σκληρά μεροληπτική και μονομερής εικόνα που εξέπεμπε η δημόσια ραδιοτηλεόραση και το διαδίκτυο στα χρόνια της κυβέρνησης των ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ. 

  • Η συνολική διείσδυση της ΕΡΤ στο διαδίκτυο (70%) είναι η συγκριτικά μικρότερη όλων, γεγονός που επιβεβαιώνει και το παρακάτω εύρημα της χαμηλής απήχησης της ΕΡΤ στους νέους. Αν συγκρίνουμε την επίδοση αυτή με μιας χώρας ανάλογου πληθυσμού, όπως της Τσεχίας, που έχει 88% διείσδυση, βλέπουμε ότι η υστέρηση είναι σημαντική. Βέβαια, πρέπει να σημειώσουμε ότι και τα έσοδα του δημόσιου Μέσου ανά κάτοικο (17 Ευρώ), είναι επίσης απ’ τα χαμηλότερα. Αν και τα δημόσια μέσα της Ισπανίας των 46 εκατομμυρίων κατοίκων, με το 93% διείσδυσης στο διαδίκτυο, έχουν περίπου ίδια έσοδα ανά κάτοικο (19 Ευρώ).

  • Τα ελληνικά δημόσια μέσα, η ΕΡΤ δηλαδή, έχει μακράν τη συγκριτικά μικρότερη απήχηση στον πληθυσμό εκτός διαδικτύου. Ο ΣΚΑΙ και ο ΑΝΤ1 κρατούσαν τα ηνία της offline ενημέρωσης.

  • Κάτι πολύ πολύ σοβαρό ακόμα. Η ΕΡΤ έχασε κατά κράτος το στοίχημα της ενημέρωσης των νέων ανθρώπων. Στις ηλικίες 18-24 η έτσι κι αλλιώς χαμηλή απήχηση της ΕΡΤ, καταποντίζεται. Εδώ κύρια πηγή ενημέρωσης είναι το Facebook και newsbomb.gr, με 60% και 43% αντίστοιχα. Έπειτα έρχεται το YouTube με 43%, , η τηλεοπτική ΕΡΤ με 23%, και τελευταία η ert.gr με μόλις 13%.
  • Το κοινό της ΕΡΤ ως απ’ το 2016 ως το 2019 αυτοπροσδιοριζόταν ξεκάθαρα στα αριστερά του πολιτικού χάρτη. Το δεξιό κοινό παρακολουθούσε ΣΚΑΙ. Η πόλωση ήταν η πιο ακραία απ’ τις υπόλοιπες 7 χώρες της έρευνας. Καμία άλλη χώρα δεν παρουσιάζει αυτή την διαιρετική εικόνα. Στην Αγγλία, την Φινλανδία και την Ιταλία το κοινό των δημόσιων μέσων βρίσκεται στο κέντρο του πολιτικού χάρτη. Ακολουθούν η Γερμανία και η Γαλλία, με πολύ πιο αριστερόστροφη τάση. Αλλά η εικόνα της Ελλάδας είναι πραγματικά ακραία. Οι αριστεροί έβλεπαν ΕΡΤ και οι δεξιοί ΣΚΑΙ. Αυτό φαίνεται και στο δείκτη εμπιστοσύνης, όπου το αριστερό κοινό δείχνει να εμπιστεύεται πολύ περισσότερο την ΕΡΤ, από ό,τι οι κεντρώοι ή οι δεξιοί. Η μονομέρεια ήταν λοιπόν εύγλωτη, γι’ αυτό και πολλοί μιλούσαν για «ΣΥΡΙΖΑ channel». Μια δημόσια ραδιοτηλεόραση όμως δεν μπορεί να είναι κτήμα καμία πολιτικής τοποθέτησης αποκλειστικά.
  • Στην κλίμακα του λαϊκισμού το κοινό της ΕΡΤ αυτοπροσδιορίζεται ξεκάθαρα στην πλευρά των μη λαϊκιστών, ενώ το κοινό του ΣΚΑΙ βρίσκεται περισσότερο στο κέντρο του άξονα με τάση προς το λαϊκισμό. Κι εδώ πάλι υπάρχει διαφοροποίηση σε σχέση με ό,τι συμβαίνει στις υπόλοιπες χώρες του δείγματος, διότι τα κοινά των εν λόγω χωρών κινούνται περισσότερο στο κέντρο και δεν φαίνεται να αυτοπροσδιορίζονται ούτε καθαρά λαϊκιστικά αλλά ούτε και μη λαϊκιστικά. Η ερμηνεία που δίνουν οι ερευνητές είναι ότι οι δημόσιοι οργανισμοί των χωρών αυτών προσπαθούν να γεφυρώσουν το χάσμα μεταξύ των λαϊκιστων και των μη λαϊκιστών. 
  • Δυστυχώς, στην έρευνα δε δίνονται στοιχεία για το εκπαιδευτικό επίπεδο του Ελληνικού κοινού, οπότε δε μπορούμε να πούμε κάτι επ’ αυτού. Η έρευνα πάντως δείχνει ότι το κοινό των δημόσιων μέσων στις υπόλοιπες 7 Ευρωπαϊκές χώρες είναι υψηλότερου μορφωτικού επιπέδου.

Ποιά είναι λοιπόν η μεγάλη εικόνα της ΕΡΤ στα χρόνια των ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ; Οι πολίτες δεν εμπιστεύονταν τα δημόσια μέσα. Ο δείκτης εμπιστοσύνης στο δημόσιο οργανισμό συνολικά είναι ο χαμηλότερος. Οι πολίτες που προτιμούσαν τα δημόσια μέσα, έπαιρναν κυρίως την ενημέρωσή τους απ’ την τηλεόραση και το ραδιόφωνο. Οι νέοι πολίτες είχαν την πλάτη γυρισμένη στην ΕΡΤ. Η διείσδυση στο νεανικό κοινό, χωρίς να είναι τραγική, ήταν πολύ μικρή. Οι πολίτες που προτιμούσαν τα δημόσια μέσα είχαν συγκεκριμένη ιδεολογία και κοσμοαντίληψη, πιθανώς και συγκεκριμένη κομματική προτίμηση. Η πολιτική μονομέρεια, η μεροληψία υπέρ της αριστεράς, ήταν μοναδική για δημόσιο μέσο Ευρωπαϊκής χώρας.

Το κοινό της ΕΡΤ στα χρόνια της προηγούμενης κυβέρνησης μας δείχνει τι πρέπει να αλλάξει. Για το αν μπορεί, μένει να δούμε. Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να δοθεί πολύ μεγαλύτερο βάρος στα νέα μέσα, για να προσεγγιστούν οι νέοι, πρέπει να εξασφαλιστούν όροι ανεξαρτησίας ώστε να εξαλειφθεί η πολιτική μεροληψία, πρέπει να χτιστεί εκ νέου και σταδιακά μια σχέση εμπιστοσύνης με πολίτες όλων των πολιτικών αποχρώσεων. Η πολιτική και κομματική εργαλειοποίηση της ΕΡΤ, την καταντά ένα αναξιόπιστο, μεροληπτικό και γερασμένο «μαγαζί» που βλέπουν μόνο φανατικοί. Δε μας αξίζει κάτι τέτοιο, πόσο μάλλον που είμαστε όλοι χρηματοδότες του. 

Για τις ανάγκες της έρευνας του νέου δοκιμίου μου, διάβασα το ολόφρεσκο βιβλίο Breaking News, The remaking of journalism and why it matters now (Canongate, 2018), που υπογράφει ο επί 20 χρόνια διευθυντής της Guardian, ο Alan Rusbridger. Ο σημαντικός δημοσιογράφος είχε την τύχη να βρεθεί πάνω στο κύμα των αλλαγών, και να μην τις φοβηθεί, να πάρει πολύ δύσκολες αποφάσεις. Έγινε θιασώτης των νέων τεχνολογιών κι ενίσχυσε τον πειραματισμό μ’ αυτές όσο κανείς άλλος. Στο βιβλίο εκθέτει όχι μόνο τις δημοσιογραφικές επιτυχίες και προκλήσεις, αλλά κυρίως την περιπέτεια της μετάβασης απ’ την εποχή του εντύπου στην εποχή των ψηφίων.

Δημοσιογράφος πρώτης γραμμής εξομολογείται

Το κυρίως θέμα του Rusbridger, κι η μεγάλη αγωνία του όπως φαίνεται, είναι η επανεφεύρεση της δημοσιογραφίας, με σκοπό την επιβίωσή της, την εποχή των τεχνολογικών γιγάντων.

Διαβάζοντας το βιβλίο μ’ έπιασε μεγάλη στενοχώρια. Σκέφτηκα την ποιότητα της δημοσιογραφίας στη χώρα μας και τη σχέση της με τα ψηφιακά μέσα. Δεν είναι όλα καλά στη Μεγάλη Βρετανία, αλλά τουλάχιστον υπάρχουν ακόμα επαγγελματίες που συνεχίζουν να επενδύουν στους δημοσιογράφους και τη δημοσιογραφία γιατί τη θεωρούν ένα πολύτιμο δημόσιο αγαθό.

Όποιος ασχολείται σοβαρά με τη δημοσιογραφία πρέπει να διαβάσει αυτό το βιβλίο για να θυμηθεί τι σημαίνει αληθινός δημοσιογράφος και γιατί η δουλειά του είναι απαραίτητη σήμερα όσο ποτέ άλλοτε. Μακάρι να εκδοθεί και στα Ελληνικά.

Συνέντευξη της Τζανίν Ντι Τζιοβάνι για το βιβλίο της «Το πρωί που ήρθαν να μας πάρουν | Ανταποκρίσεις από τον πόλεμο στη Συρία» που κυκλοφόρησε πρόσφατα απ’ τις Εκδόσεις Δώμα.

Η Τζανίν Ντι Τζιοβάνι είναι μια δημοσιογράφος, της οποίας η δουλειά αξίζει αναμφίβολα την προσοχή μας. Προσωπικά, στέκομαι απέναντι στο έργο της με δέος. Η Τζανίν είναι πολεμική ανταποκρίτρια. Δεν επισκέπτεται τις εμπόλεμες ζώνες ως τουρίστρια. Κάθεται όσο περισσότερο της επιτρέπουν οι συνθήκες και ζει με τους ανθρώπους, μπαίνει στις ζωές τους για να αφηγηθεί μετά το δράμα του πολέμου. Το βιβλίο της «Το πρωί που ήρθαν να μας πάρουν | Ανταποκρίσεις από τον πόλεμο στη Συρία» που κυκλοφόρησε πρόσφατα απ’ τις Εκδόσεις Δώμα, σε μετάφραση της Μαριάννας Ρουμελιώτη, είναι μια γροθιά στο στομάχι. Η συγγραφέας αφηγείται όσα έζησε κοντά σε ανθρώπους που είδαν απ’ τη μια στιγμή στην άλλη να αλλάζει η ζωή τους απ’ τον πόλεμο, κι αυτά που περιγράφει είναι συγκλονιστικά. Το βιβλίο μας υπενθυμίζει ότι η σύγκρουση είναι πάντα καταστροφική για όλους και φέρνει ακραίο πόνο κι απελπισία. Ζήτησα απ’ την Τζανίν να μου απαντήσει σε τρεις ερωτήσεις.

(περισσότερα…)

Όσο εξελίσσεται η τεχνολογία διακίνησης πληροφοριών τόσο θα διογκώνονται οι προκλήσεις για τη δημοσιογραφία. Η διασπορά ψευδών ειδήσεων κι η παραπληροφόρηση, έχουν γίνει σήμερα ευκολότερες από ποτέ άλλοτε, εξαιτίας του διαδικτύου και των Μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Μπορεί το ψέμα στη δημόσια σφαίρα να είναι αρχαίο, αλλά o ψηφιακός πολιτισμός προσφέρει στην εξαπάτηση μοναδικές ευκαιρίες. Ένα απ’ τα πιο ακραία παραδείγματα όσων θα αντιμετωπίσουμε τα επόμενα χρόνια, εξαιτίας των νέων τεχνολογιών, είναι η ανάπτυξη και η τελειοποίηση λογισμικού επεξεργασίας ήχου και εικόνας με τη συνδρομή της τεχνητής νοημοσύνης.

Σε λίγο που καθένας θα είναι σε θέση να παραγάγει ένα αληθοφανές βίντεο ή ένα ηχητικό, βάζοντας στα χείλη του οποιουδήποτε ό,τι επιθυμεί, τότε τα όρια πραγματικού και πλαστού θα έχουν σχεδόν ακυρωθεί. Οι τεχνολογικές εταιρείες, οι πλατφόρμες, οι πάροχοι, οι δημοσιογράφοι, οι κυβερνήσεις με τις αρχές τους, όσοι διασταυρώνουν ειδήσεις, όλοι θα προσπαθήσουν να ελέγξουν το φαινόμενο, χωρίς αποτέλεσμα όμως. Άπαξ και βγει το τζίνι απ’ το λυχνάρι, εκτιμώ ότι δε θα υπάρξει επιστροφή. Ο δρόμος για το χάος και τον επακόλουθο ολοκληρωτισμό θα είναι ορθάνοιχτος.

Είναι αυτονόητο ότι θα πρέπει να εκπαιδευτούν οι πολίτες έτσι ώστε να είναι σε θέση να κρίνουν, και να διακρίνουν τις ειδήσεις απ’ τα ψεύδη. Κι είναι αυτονόητο, ότι οι δημοσιογράφοι θα φέρουν ένα πολύ μεγάλο μέρος της ευθύνης για όσα θα ακολουθήσουν. Δεν μπορώ πάντως να φανταστώ καλύτερη ευκαιρία για τη δημοσιογραφία, ώστε να ξαναδεί το ρόλο της και να εκτιμηθεί ως απαραίτητο συστατικό υγιών δημοκρατιών. Αν χάσει τη μάχη της εμπιστοσύνης η δημοσιογραφία, τότε θα χάσει η μάχη κι η δημοκρατία. Με αρωγό πάντα την δήθεν ουδέτερη τεχνολογία.

Δεν υπάρχει τεχνολογική εφεύρεση χωρίς κινδύνους, δεν υπάρχει ιατρική παρέμβαση που να μην εμπνέει φόβους κι ανησυχίες στους ανθρώπους. Τα εμβόλια συνιστούν μια καινοτόμο εφαρμογή προληπτικής ιατρικής, που έχει εξάψει έντονα συναισθήματα στην ανθρωπότητα, γιατί αφορά το συνδυασμό της τεχνολογίας με την υγεία. Επιπλέον, παραγγέλνονται απ’ το κράτος και γίνονται κατά κύριο λόγο σε μικρά παιδιά. “Οι άνθρωποι δε βλέπουν τα βακτήρια”, μου λέει o ειδήμων Πολ Όφιτ, “αλλά βλέπουν τις ενέσεις”. Τις ενέσεις που εισάγουν σ’ έναν υγιή οργανισμό τους απειλητικούς μικροοργανισμούς, νεκρούς ή εξασθενημένους, ώστε διεγείροντας το ανοσοποιητικό του σύστημα να παράγει τα δικά του αντισώματα. Μ’ αυτό τον τρόπο, αν στο μέλλον προσπαθήσει να μπει στον οργανισμό εκ νέου ο συγκεκριμένος μικροοργανισμός, τα αντισώματα που ήδη υπάρχουν μέσα του θα τον εξουδετερώσουν κι έτσι δε θα νοσήσει. (περισσότερα…)

06_prosexeme_mockup-copyΕδώ και παραπάνω από 10 χρόνια ερευνώ ως ενεργός συμμετέχων τη φύση του διαδικτύου. Η δουλειά μου έχει αποτυπωθεί σε πλούσια αρθρογραφία, σε δύο βιβλία καθώς και σε δύο ντοκιμαντέρ. Σήμερα που κυκλοφορεί το νέο βιβλίο μου για το διαδίκτυο, με τίτλο «Πρόσεξέ με! Το διαδίκτυο σήμερα: από τη βιομηχανία της προσοχής στη βιοτεχνία του ενδιαφέροντος», εκδόσεις Ιωλκός, έχω ανάμικτα συναισθήματα. Εξακολουθώ να πιστεύω ότι το διαδίκτυο είναι μια τεράστια ευκαιρία για όλους, τόσο ατομικά όσο και συλλογικά, αλλά παρατηρώ ότι οι κίνδυνοι διογκώνονται, καθιστώντας πραγματικά επείγουσα την ψηφιακή αγωγή όλων μας.

Σας καλώ να διαβάσετε το βιβλίο για να ανοίξουμε μια συζήτηση που τη θεωρώ απαραίτητη για πολλούς λόγους. Ένας απ’ τους πλέον σοβαρούς, είναι η δημοκρατία. Ένας άλλος είναι η εκπαίδευση, κι ένας τρίτος εξίσου σημαντικός, η διακυβέρνηση, τόσο η δημόσια όσο και η εταιρική. Το “Πρόσεξέ με!” μιλά σαφέστατα για τη σημασία της προσοχή στον κόσμο μας. Όταν όλοι διεκδικούμε την προσοχή των άλλων φωνάζοντας, καταλήγουμε να ζούμε σε μια συνθήκη θορύβου. Αν θέλουμε να αξιοποιήσουμε το διαδίκτυο για να προοδεύσουμε και να ολοκληρωθούμε ως κοινωνίες κι άτομα θα πρέπει να δούμε την χρήση και το περιεχόμενό μας απ’ την αρχή. Αυτό επιχειρώ να κάνω στο “Πρόσεξέ με!”, να θέσω μια βάση για τις επόμενες συζητήσεις μας. Θεωρώ ότι η βιοτεχνική ενασχόληση με τη δημοσίευση στο διαδίκτυο μπορεί να διέπεται από ποιοτικά στοιχεία που θα συμβάλλουν σ’ έναν καλύτερο κόσμο. Αντίθετα, η βιομηχανοποιημένη απόσπαση της προσοχή θα δημιουργεί ολοένα και περισσότερο θόρυβο κι απαξία. Ευχαριστώ για την προσοχή σας λοιπόν!

Σκέψεις για την ερευνητική δημοσιογραφία με αφορμή το Spotlight.

Αριστερά ο ηθοποιός, και δεξιά ο δημοσιογράφος.
Αριστερά ο ηθοποιός Μαρκ Ραφάλο, δεξιά ο δημοσιογράφος Μάικλ Ρεζέντες.


Είδα το Spotlight και θυμήθηκα γιατί αγαπώ τη δημοσιογραφία και την έρευνα. Η ταινία είναι ένας ύμνος στην ερευνητική δημοσιογραφία. Βλέποντας κανείς τον επίμονο αγώνα μιας δημοσιογραφικής ομάδας να αποκαλύψει ένα μεγάλο σκάνδαλο της καθολικής εκκλησίας συνειδητοποιεί πόσο δύσκολη, απαιτητική και συναρπαστική είναι η δουλειά της έρευνας και της δημοσίευσής της.

“Όλοι γνωρίζαμε, αλλά κανείς δε μιλούσε”: να ένα μοτίβο που διαπερνά τις κοινωνίες. Να ένα μοτίβο που καλείται να σπάσει η δημοσιογραφία, φέρνοντας στο φως αυτά που μένουν επίμονα στην αφάνεια.

Σταχυολογώ παρακάτω μερικές σκέψεις για την ερευνητική δημοσιογραφία, που έκανα με αφορμή την ταινία:

  • Η ερευνητική δημοσιογραφία είναι μια κατ’ εξοχήν πράξη θάρρους. Εκεί που όλοι βολεύονται, ο δημοσιογράφος αποφασίζει συνειδητά να παίξει το ρόλο της αλογόμυγας, να ενοχλήσει, να αναστατώσει, να ταράξει τα νερά της επίπλαστης ησυχίας.
  • Η έρευνα απαιτεί υπομονή κι επιμονή. Χρειάζεται χρόνος, και μεγάλα αποθέματα υπομονής για να αποκαλυφθεί η βρωμιά στο μεγαλείο της. Αυτή η δουλειά δεν είναι ούτε για τους οκνηρούς, ούτε για τους προχειρολόγους. Υπάρχουν λεπτομέρειες που κάνουν τη διαφορά, και χοντροκομμένα γεγονότα που περνούν απαρατήρητα.
  • Δε λέγεται τυχαία λαγωνικό ο ερευνητής. Κινείται με την όσφρηση, με το ένστικτο, αλλά και με τη μεθοδικότητά του.
  • Η ερευνητική δημοσιογραφία απαιτεί ξεκοκάλισμα αρχείων, γραπτών πηγών, αλλά σε μεγάλο βαθμό απαιτεί χειρισμό ανθρώπων, ώστε να μιλήσουν.
  • Η ερευνητική δημοσιογραφία προϋποθέτει ανεξαρτησία, δηλαδή ελευθερία, παρρησία, υπεράσπιση του αδύναμου, αμεροληψία.
  • Η ερευνητική δημοσιογραφία χρειάζεται σοβαρή επένδυση. Η ομάδα spotlight είχε χρόνο και χώρο για να ασχοληθεί μονοθεματικά με την έρευνά της. Η ερευνητική δημοσιογραφία χρειάζεται ταλέντο, ομάδα και χρήματα.
  • Η δημοσιογραφία ΔΕΝ είναι δημόσιες σχέσεις.
  • Η ερευνητική δημοσιογραφία είναι το αιχμηρό αντικείμενο που σπάει το νοσηρό απόστημα για να απελευθερωθεί το πύον και να ξεκινήσει η θεραπευτική διαδικασία.