Στις 24 Σεπτεμβρίου 2019, ανέβηκε στο βήμα της γενικής συνέλευσης του ΟΗΕ ο πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανίας, ένας απ’ τους πιο αντισυμβατικούς κι αμφιλεγόμενους πολιτικούς του καιρού μας, κι εκφώνησε έναν πύρινο λόγο, με τον  γνώριμο σαρκαστικό και χιουμοριστικό του τόνο. Ενώ οι περισσότεροι στην αίθουσα θα περίμεναν να ακούσουν μια διασκεδαστική εξιστόρηση της περιπέτειας των Βρετανών να εγκαταλείψουν επιτέλους το όχημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τελικά παρακολούθησαν επί αρκετά λεπτά τον εκκεντρικό άντρα να μιλά για τους κινδύνους των νέων τεχνολογιών, και για το σκοτεινό υπολογιστικό σύννεφο που αποθηκεύει τις ψηφιακές μας δραστηριότητες. «Είναι ένα τεράστιο μαύρο σύννεφο, που δεν ξέρουμε ούτε πως αλλά ούτε και πότε θα εκραγεί» είπε χαρακτηριστικά, ενώ οι κάμερες εστίαζαν σε συνέδρους που χασκογελούσαν πίσω απ’ τα έδρανά τους. 

Ωστόσο, η ομιλία του Μπόρις Τζόνσον πέρασε στα ψιλά ακόμα κι απ’ τον ίδιο. Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ανέβασε ένα μικρό της απόσπασμα μόνο, ενώ ελάχιστα μίντια την παρουσίασαν, προτιμώντας να αναφερθούν στον 38χρονο Πρόεδρο του Ελ Σαλβαδόρ, Ναγίμπ Μπουκέλε, που τράβηξε μια σέλφι απ’ το βήμα του ΟΗΕ και μίλησε για τα οφέλη των μέσων κοινωνικής δικτύωσης στις κοινωνίες. Ο Τζόνσον χρησιμοποίησε το ίδιο βήμα για να διαφημίσει ένα μεγάλο συνέδριο για την τεχνολογία που θα γίνει στο Λονδίνο το 2020 («όπου παρεμπιπτόντως κατά το 94% του χρόνου δε βρέχει», όπως ανέφερε). Το μήνυμα του Τζόνσον προς τη διεθνή κοινότητα είναι ότι η Μεγάλη Βρετανία σκοπεύει να ηγηθεί ως μια παγκόσμια δύναμη ηθικής κι υπεύθυνης χρήσης των νέων τεχνολογιών. Το κύριο μέλημα, η προτεραιότητα, είναι να υιοθετηθεί ένα σώμα παγκόσμιων αρχών που θα διέπουν τις νέες τεχνολογίες ανά τον πλανήτη και θα συγχρονίζονται με τις αξίες «της ελευθερίας, της ανοιχτότητας και του πλουραλισμού».

Για τον βρετανό πρωθυπουργό οι νέες τεχνολογίες κάνουν κι υπόσχονται πραγματικά σπουδαία πράγματα, προϊόντα κι υπηρεσίες που έχουν τη δυνατότητα να βελτιώσουν την ποιότητα της ζωής όλων μας. Όμως αυτές οι νέες τεχνολογίες μοιάζουν με την πυρηνική ενέργεια. Χρειάζονται μεγάλη προσοχή, γιατί καθιστούν πολύ εύκολη τη διολίσθηση των κοινωνιών μας σ’ ένα καθεστώς παγκοσμιοποιημένου ψηφιακού ολοκληρωτισμού. «Αυτό που διακυβεύεται» σημείωσε ο Τζόνσον, «είναι αν θα κληροδοτήσουμε έναν Οργουελικό κόσμο, που θα έχει σχεδιαστεί να λογοκρίνει, να καταπιέζει και να ελέγχει, ή έναν κόσμο χειραφέτησης, διαλόγου και μάθησης, όπου η τεχνολογία θα απειλεί την πείνα και τις ασθένειες, αλλά όχι τις ελευθερίες μας». Και συνέχισε: «πρέπει να βρούμε τη σωστή ισορροπία ανάμεσα στην ελευθερία και τον έλεγχο, ανάμεσα στην καινοτομία και τις ρυθμίσεις, ανάμεσα στις ιδιωτικές επιχειρήσεις και την κυβερνητική εποπτεία. Πρέπει να επιμείνουμε έτσι ώστε οι ηθικές κρίσεις που βρίσκονται μέσα στα σχέδια των νέων τεχνολογιών να είναι διάφανες σ’ όλους μας».  

«Η ψηφιακή τυραννία» τόνισε ο Τζόνσον, «δεν είναι πια το προϊόν κάποιας δυστοπικής φαντασίας, αλλά μια αναδυόμενη πραγματικότητα». Όταν μια χούφτα εταιριών που εδρεύει στην Κοιλάδα της Σιλικόνης παρακoλουθεί τους πάντες, κι ελέγχει μέσω των αλγορίθμων της τα πάντα, χρειάζεται να υπάρξει περίσκεψη κι αντίδραση. Ο βρετανός πρωθυπουργός πιστεύει ότι η χώρα του, που έχει έναν απ’ τους πιο ανεπτυγμένους τεχνολογικούς τομείς στον κόσμο, μπορεί να γίνει το αντίπαλο δέος, και να στεγάσει τις βάσιμες ανησυχίες περί ψηφιακού ολοκληρωτισμού. Αν μη τι άλλο, του χρόνου στο Λονδίνο, θα γίνει σίγουρα μια ενδιαφέρουσα συνάντηση των απανταχού τεχνοφοβικών και τεχνοσκεπτικιστών.

Κανονικά δε θα έπρεπε να ενδιαφέρει κανέναν. Και η αλήθεια είναι ότι πράγματι δεν ενδιαφέρει κανέναν. Με το που αποφασίσεις να φύγεις από ένα μέσο κοινωνικής δικτύωσης, έχεις πάψει να υπάρχεις. Μήπως όμως αυτό τελικά είναι ωφέλιμο;

Οι αιτίες της αποχώρησής μου απ’ το Instagram περιγράφονται σ’ αυτό το κείμενο που είχα γράψει για το περιοδικό Κ της Καθημερινής, ακριβώς πριν από τρία χρόνια. Γιατί μου πήρε τρία χρόνια να κάνω την αποφασιστική κίνηση και να σβήσω το προφίλ μου στη δημοφιλή πλατφόρμα; Η εξήγηση είναι απλή κι ανθρώπινη. Το να σβήσεις το λογαριασμό σου από ένα μέσο κοινωνικής δικτύωσης σήμερα μοιάζει με κοινωνική αυτοχειρία. Η αίσθηση της κίνησης είναι στενόχωρη, τρομακτική. Έχει κάτι το βίαιο και σκληρό η αμετάκλητη απόφαση της διαγραφής σου απ’ τον εικονικό κύκλο των επαφών σου. Νομίζεις ότι μαζί με το εικονικό σου προφίλ, θα εξαφανιστεί κι ο φυσικός σου εαυτός. Φοβάσαι ότι απ’ τη στιγμή που θα χαθείς απ’ τα δίκτυα, θα σε ξεχάσουν και θα περάσεις μεμιάς στη σφαίρα των λησμονημένων. Φοβάσαι ότι θα χάσεις κάτι τρομερά σημαντικό, ότι θα χάσεις την επαφή σου με τον πραγματικό κόσμο. Για το λόγο αυτό, προτιμάς να διατηρείς όπως όπως το προφίλ σου, να το ανανεώνεις πολύ περιοδικά, και να καταφεύγεις συχνότερα στο σκρόλινγκ, στην παρακολούθηση της ζωής των άλλων, βάζοντας καρδούλες και κάποιο περιστασιακό ίσως σχόλιο. 

Χρειάστηκε να περάσουν τρία χρόνια για να συνειδητοποιήσω ότι το Ιnstagram δεν είχε να μου προσφέρει το παραμικρό. Θεωρώ ότι το Instagram είναι ένα πανηγύρι ναρκισσισμού και ματαιοδοξίας. Θα έβλεπα ίσως κάποια αξία σ’ ένα κλειστό γκρουπ όπου θα μοιραζόμουν νέα με αληθινούς φίλους μου, αλλά σ’ ένα δίκτυο αγνώστων που μοιράζονται φωτογραφίες αφειδώς δε βλέπω κανένα όφελος. Αντίθετα, στη συστηματική χρήση του Instagram διακρίνω σημάδια παθολογίας που οδηγούν με βεβαιότητα στην κατάθλιψη. Η σμίκρυνση του κόσμου σε μια οθόνη που περιέχει αποκλειστικά και μόνο ωραιοποιημένες εικόνες, οδηγεί αναπόφευκτα σε συγκρίσεις. Οι συγκρίσεις παράγουν άγχος και μοιραία, κατάθλιψη. Η σύνδεση των social media με την κατάθλιψη δεν είναι μόνο εμπειρική, έχει καταγραφεί και στην έρευνα.  Μια άλλη έρευνα (την αναφέρω και στον Αλγόριθμο της Σοφίας) που έγινε στη Μεγάλη Βρετανία το 2017, βρήκε ότι το Instagram είναι μακράν το πιο τοξικό μέσο κοινωνικής δικτύωσης για τους νέους (κι όχι μόνο, προσθέτω). Επηρεάζει αρνητικά την φυσική και συναισθηματική υγεία των χρηστών, και πιο συγκεκριμένα επιδρά αρνητικά στην εικόνα που έχει καθένας για το σώμα του, δυσκολεύει τον ύπνο, αυξάνει την αίσθηση της μοναξιάς, συμβάλλει σημαντικά στην θλίψη και το άγχος που νιώθουν οι χρήστες κι, ενισχύει την αίσθηση ότι κάτι χάνεις όταν απουσιάζεις. Τέλος είναι ένα μέσο πολύ πρόσφορο στον κυβερνοεκφοβισμό.  Υπάρχουν βέβαια και θετικές όψεις, όπως η συμβολή στην αυτοέκφραση, η οικοδόμηση ταυτότητας και κοινότητας, αλλά και η παροχή συναισθηματικής υποστήριξης, που θα ευχόταν κανείς να αντισταθμίσουν τις αρνητικές.

Τώρα που δεν έχω προφίλ στο Instagram νιώθω απελευθερωμένος γιατί δεν ξελιγώνομαι μπροστά στο θέαμα της ψεύτικης ζωής των άλλων. Εκλαμβάνω την απεξάρτηση απ’ το Instagram ως μια απόφαση υγείας, εφάμιλλη της διακοπής του τσιγάρου. Γιατί αν θέλω να επικοινωνήσω με κάποιον, σηκώνω το τηλέφωνο και τον αναζητώ. Κανονίζω να τον συναντήσω. Απ’ την άλλη, όποιος θέλει να έρθει σ’ επαφή μαζί μου διαδικτυακά, μπορεί εύκολα να το κάνει. Θα αναρωτηθεί τώρα κάποιος: «γιατί πρέπει τώρα να το μοιραστείς αυτό; Γιατί να έχεις την ανάγκη να περιγράψεις δημόσια την εμπειρία της αποχώρησής σου απ’ την πλατφόρμα;». Γιατί έχω ακόμα το Facebook. Αλλά γι’ αυτό το θέμα θα χρειαστώ λίγο χρόνο ακόμα. Εκεί προφανώς θα δοθεί η μάχη των μαχών.

Επί διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ πολλοί μιλούσαν για «ΣΥΡΙΖΑ channel». Πόσο δίκιο είχαν; Μια έρευνα του Ινστιτούτου Reuters σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, έρχεται να επιβεβαιώσει την εικόνα αυτή. Το κοινό της ΕΡΤ την περίοδο της διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ με τους ΑΝΕΛ ήταν κατά βάση ηλικιωμένο, προτιμούσε την τηλεόραση παρά το διαδίκτυο, κι είχε ξεκάθαρα αριστερή ιδεολογία. Κι η συνολική εμπιστοσύνη στην ΕΡΤ; Σταθερά χαμηλή. Άραγε πώς μπορεί αυτό ν’ αλλάξει;

Με κάθε κυβερνητική αλλαγή παρουσιάζεται στην ΕΡΤ μια ακόμα ευκαιρία να σταθεί αντάξια του δημόσιου ρόλου της, ν’ αλλάξει και να γίνει ένας σοβαρός διαδικτυακός και ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός που σέβεται τα λεφτά των φορολογούμενων κι υπηρετεί την ενημέρωση και την ψυχαγωγία με τρόπο διαφανή, ανοιχτό και ανεξάρτητο. Το 2015 ήταν μια ακόμα τέτοια ευκαιρία. Όπως ήταν και το λανθασμένο της κλείσιμο το 2013. Όταν τον Ιανουάριο του 2015 σχηματίστηκε η νέα κυβέρνηση με τον ΣΥΡΙΖΑ στον κορμό της, κι εταίρο τους ΑΝΕΛ, πραγματοποιήθηκε άμεσα η προεκλογική υπόσχεση να κλείσει η ΝΕΡΙΤ που βρισκόταν σε λειτουργία ως τότε, και ν’ ανοίξει πανηγυρικά η ΕΡΤ, να επαναπροσληφθεί όλο το προσωπικό και να γίνει «ολική επαναφορά». 

Οι προσδοκίες του νέου ξεκινήματος αποτυπώνονταν τότε στα παχιά λόγια, στις τελετές «μνήμης των θυμάτων του μαύρου» κι αναλήψεως καθηκόντων των νέων επικεφαλής. Καθώς όμως περνούσαν οι μήνες, αποδεικνυόταν ότι στην ΕΡΤ δε θα άλλαζε τίποτα, κι ότι πράγματι όλα θα γίνονταν «όπως παλιά». Με τις χειρότερες πρακτικές του παρελθόντος μάλιστα να βγαίνουν ξανά στην επιφάνεια με ένταση. Αν θέλει κάποιος να ενημερωθεί για την παράνοια του εχγειρήματος πρέπει οπωσδήποτε να διαβάσει το σπουδαίο βιβλίο Η ΕΡΤ εν τάφω, Πώς η μεγάλη ευκαιρία έγινε εφιάλτης του Σπύρου Κρίμπαλη, που εκδόθηκε πριν από μερικούς μήνες και διανεμήθηκε απ’ την εφημερίδα Το Βήμα.

Δημοσιεύθηκε χθες μια έρευνα του Ινστιτούτου Reuters σε συνεργασία με το πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, που επιχειρεί να καταγράψει το κοινό των δημόσιων μέσων σε 8 Ευρωπαϊκές χώρες, ανάμεσά τους και της χώρας μας. Τα ευρήματα έχουν μεγάλο ενδιαφέρον, καθώς αποτιμούν τη λειτουργία της ΕΡΤ στα χρόνια της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ, μια λειτουργία που ο ίδιος ο πρώην πρωθυπουργός κ. Αλέξης Τσίπρας παραδέχθηκε ότι δεν ήταν επιτυχημένη. Άλλα σημαίνοντα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, όπως ο κ. Νίκος Φίλης ήταν λιγότερο επιεική. «Το στοίχημα της ΕΡΤ χάνεται κάθε μέρα» δήλωνε με κάθε ευκαιρία. 

Σταχυολογώ ορισμένα στοιχεία που αναδεικνύει η έρευνα, την οποία μπορεί κανείς να διαβάσει και να κατεβάσει ολόκληρη απ’ αυτό το λινκ, για να δούμε πώς επιβεβαιώνεται η σκληρά μεροληπτική και μονομερής εικόνα που εξέπεμπε η δημόσια ραδιοτηλεόραση και το διαδίκτυο στα χρόνια της κυβέρνησης των ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ. 

  • Η συνολική διείσδυση της ΕΡΤ στο διαδίκτυο (70%) είναι η συγκριτικά μικρότερη όλων, γεγονός που επιβεβαιώνει και το παρακάτω εύρημα της χαμηλής απήχησης της ΕΡΤ στους νέους. Αν συγκρίνουμε την επίδοση αυτή με μιας χώρας ανάλογου πληθυσμού, όπως της Τσεχίας, που έχει 88% διείσδυση, βλέπουμε ότι η υστέρηση είναι σημαντική. Βέβαια, πρέπει να σημειώσουμε ότι και τα έσοδα του δημόσιου Μέσου ανά κάτοικο (17 Ευρώ), είναι επίσης απ’ τα χαμηλότερα. Αν και τα δημόσια μέσα της Ισπανίας των 46 εκατομμυρίων κατοίκων, με το 93% διείσδυσης στο διαδίκτυο, έχουν περίπου ίδια έσοδα ανά κάτοικο (19 Ευρώ).

  • Τα ελληνικά δημόσια μέσα, η ΕΡΤ δηλαδή, έχει μακράν τη συγκριτικά μικρότερη απήχηση στον πληθυσμό εκτός διαδικτύου. Ο ΣΚΑΙ και ο ΑΝΤ1 κρατούσαν τα ηνία της offline ενημέρωσης.

  • Κάτι πολύ πολύ σοβαρό ακόμα. Η ΕΡΤ έχασε κατά κράτος το στοίχημα της ενημέρωσης των νέων ανθρώπων. Στις ηλικίες 18-24 η έτσι κι αλλιώς χαμηλή απήχηση της ΕΡΤ, καταποντίζεται. Εδώ κύρια πηγή ενημέρωσης είναι το Facebook και newsbomb.gr, με 60% και 43% αντίστοιχα. Έπειτα έρχεται το YouTube με 43%, , η τηλεοπτική ΕΡΤ με 23%, και τελευταία η ert.gr με μόλις 13%.
  • Το κοινό της ΕΡΤ ως απ’ το 2016 ως το 2019 αυτοπροσδιοριζόταν ξεκάθαρα στα αριστερά του πολιτικού χάρτη. Το δεξιό κοινό παρακολουθούσε ΣΚΑΙ. Η πόλωση ήταν η πιο ακραία απ’ τις υπόλοιπες 7 χώρες της έρευνας. Καμία άλλη χώρα δεν παρουσιάζει αυτή την διαιρετική εικόνα. Στην Αγγλία, την Φινλανδία και την Ιταλία το κοινό των δημόσιων μέσων βρίσκεται στο κέντρο του πολιτικού χάρτη. Ακολουθούν η Γερμανία και η Γαλλία, με πολύ πιο αριστερόστροφη τάση. Αλλά η εικόνα της Ελλάδας είναι πραγματικά ακραία. Οι αριστεροί έβλεπαν ΕΡΤ και οι δεξιοί ΣΚΑΙ. Αυτό φαίνεται και στο δείκτη εμπιστοσύνης, όπου το αριστερό κοινό δείχνει να εμπιστεύεται πολύ περισσότερο την ΕΡΤ, από ό,τι οι κεντρώοι ή οι δεξιοί. Η μονομέρεια ήταν λοιπόν εύγλωτη, γι’ αυτό και πολλοί μιλούσαν για «ΣΥΡΙΖΑ channel». Μια δημόσια ραδιοτηλεόραση όμως δεν μπορεί να είναι κτήμα καμία πολιτικής τοποθέτησης αποκλειστικά.
  • Στην κλίμακα του λαϊκισμού το κοινό της ΕΡΤ αυτοπροσδιορίζεται ξεκάθαρα στην πλευρά των μη λαϊκιστών, ενώ το κοινό του ΣΚΑΙ βρίσκεται περισσότερο στο κέντρο του άξονα με τάση προς το λαϊκισμό. Κι εδώ πάλι υπάρχει διαφοροποίηση σε σχέση με ό,τι συμβαίνει στις υπόλοιπες χώρες του δείγματος, διότι τα κοινά των εν λόγω χωρών κινούνται περισσότερο στο κέντρο και δεν φαίνεται να αυτοπροσδιορίζονται ούτε καθαρά λαϊκιστικά αλλά ούτε και μη λαϊκιστικά. Η ερμηνεία που δίνουν οι ερευνητές είναι ότι οι δημόσιοι οργανισμοί των χωρών αυτών προσπαθούν να γεφυρώσουν το χάσμα μεταξύ των λαϊκιστων και των μη λαϊκιστών. 
  • Δυστυχώς, στην έρευνα δε δίνονται στοιχεία για το εκπαιδευτικό επίπεδο του Ελληνικού κοινού, οπότε δε μπορούμε να πούμε κάτι επ’ αυτού. Η έρευνα πάντως δείχνει ότι το κοινό των δημόσιων μέσων στις υπόλοιπες 7 Ευρωπαϊκές χώρες είναι υψηλότερου μορφωτικού επιπέδου.

Ποιά είναι λοιπόν η μεγάλη εικόνα της ΕΡΤ στα χρόνια των ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ; Οι πολίτες δεν εμπιστεύονταν τα δημόσια μέσα. Ο δείκτης εμπιστοσύνης στο δημόσιο οργανισμό συνολικά είναι ο χαμηλότερος. Οι πολίτες που προτιμούσαν τα δημόσια μέσα, έπαιρναν κυρίως την ενημέρωσή τους απ’ την τηλεόραση και το ραδιόφωνο. Οι νέοι πολίτες είχαν την πλάτη γυρισμένη στην ΕΡΤ. Η διείσδυση στο νεανικό κοινό, χωρίς να είναι τραγική, ήταν πολύ μικρή. Οι πολίτες που προτιμούσαν τα δημόσια μέσα είχαν συγκεκριμένη ιδεολογία και κοσμοαντίληψη, πιθανώς και συγκεκριμένη κομματική προτίμηση. Η πολιτική μονομέρεια, η μεροληψία υπέρ της αριστεράς, ήταν μοναδική για δημόσιο μέσο Ευρωπαϊκής χώρας.

Το κοινό της ΕΡΤ στα χρόνια της προηγούμενης κυβέρνησης μας δείχνει τι πρέπει να αλλάξει. Για το αν μπορεί, μένει να δούμε. Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να δοθεί πολύ μεγαλύτερο βάρος στα νέα μέσα, για να προσεγγιστούν οι νέοι, πρέπει να εξασφαλιστούν όροι ανεξαρτησίας ώστε να εξαλειφθεί η πολιτική μεροληψία, πρέπει να χτιστεί εκ νέου και σταδιακά μια σχέση εμπιστοσύνης με πολίτες όλων των πολιτικών αποχρώσεων. Η πολιτική και κομματική εργαλειοποίηση της ΕΡΤ, την καταντά ένα αναξιόπιστο, μεροληπτικό και γερασμένο «μαγαζί» που βλέπουν μόνο φανατικοί. Δε μας αξίζει κάτι τέτοιο, πόσο μάλλον που είμαστε όλοι χρηματοδότες του. 

Τώρα έχουν αρχίσει και οι ίδιοι οι ηγέτες των τεχνολογικών κολοσσών να αμύνονται υποστηρίζοντας ότι δεν μπορούσε κανείς τους να φανταστεί πόσο κακό μπορούσαν να προξενήσουν τα τεχνολογικά προϊόντα. Προσφέρουν κι αυτοί ένα ακόμα επιχείρημα ενάντια στην ουδετερότητα της τεχνολογίας, το οποίο όμως εστιάζει περισσότερο στους δημιουργούς παρά στους χρήστες όπως συνηθίζεται, αποδίδοντας στους πρώτους απερισκεψία.

«Η τεχνολογία είναι καλή ή κακή ανάλογα με το δημιουργό της» λέει ο CEO της Apple, Tim Cook, «και πολλές φορές δεν είναι ότι ο δημιουργός σκόπευε να κάνει το κακό, αλλά ότι δεν είχε προβλέψει τις άσχημες χρήσεις που θα μπορούσε να έχει αυτή η ίδια τεχνολογία».

Και τι θα κάνουμε μ’ αυτό τον κακό χαμό που προξενήσατε; Θα πληρώσει κάποιος για το μαζικό εθισμό των ανθρώπων; Για την καταλυτική επίδραση των νέων τεχνολογικών στην υπονόμευση της δημοκρατίας και την εκλογή αυταρχικών και λαϊκιστών ηγετών; Θα τιμωρηθεί κάποιος για τη γενικευμένη αποχαύνωση; «Γενικά μιλώντας, δεν είμαι μεγάλος φαν των ρυθμίσεων» απαντά σε σχετικό ερώτημα ο Cook, «πιστεύω βαθιά στην ελεύθερη αγορά. Αλλά πρέπει να το παραδεχόμαστε όταν η ελεύθερη αγορά δεν δουλεύει. Κι εδώ δε δούλεψε. Θεωρώ αναπόφευκτο κάποιο είδος ρύθμισης. Πιστεύω ότι το Κονγκρέσο κι η κυβέρνηση θα περάσουν κάτι κάποια στιγμή».

Τί παραδέχεται έμμεσα ο Cook; Ότι θα έπρεπε όλοι τους, του εαυτού του συμπεριλαμβανομένου, να αγνοήσουν τις προοπτικές των τεράστιων κερδών και να δουν πως θα κάνουν τις τεχνολογικές τους εφαρμογές και συσκευές λιγότερο ευεπίφορες στις αρνητικές χρήσεις. Αλλά δεν το έκαναν, γιατί ήταν εστιασμένοι στην εκθετική τους ανάπτυξη, στο network effect και στην αύξηση της τιμής της μετοχής τους. Και τώρα μιλούν για «αναπόφευκτες» ρυθμίσεις. Το εντελώς ανήθικο κι απάνθρωπο δόγμα «εμείς τα σπάμε, εσείς καθαρίζετε μετά» σε πλήρη ανάπτυξη. Η λογική του trial and error σε όλο της το μεγαλείο, με εργαστήριο τον κόσμο όλο και πειραματόζωα τους ανυποψίαστους πολίτες.

Στην ίδια συνέντευξη ο Tim Cook παραδέχεται ότι για πολύ καιρό χρησιμοποιούσε το iPhone του υπερβολικά, αλλά αργότερα αποφάσισε να περιορίσει τις ενοχλητικές ειδοποιήσεις. «Οι φορές που σηκώνω μια συσκευή έχουν ελαττωθεί» δήλωσε στο κανάλι HBO. Όταν οι ίδιοι οι τεχνοουτοπιστές, που γνωρίζουν καλά τα κουμπιά μας, παραδέχονται ότι κάτι έχει πάει στραβά κι ότι οι ρυθμίσεις είναι επιθυμητές, έχουμε φτάσει σ’ ένα κρίσιμο σημείο. Θεωρώ απίθανο να συμμορφωθούν μόνοι τους. Δεν έχουν ούτε το κίνητρο, ούτε την απαραίτητη θεώρηση των πραγμάτων. Ο στόχος τους είναι να διοχετεύουν εθιστικά προϊόντα κι υπηρεσίες στην ανθρωπότητα. Μόνο οι πολίτες, η πολιτική και οι πολιτικοί μπορούν να δώσουν λύσεις. Όλα τα άλλα είναι θέαμα.

Για τις ανάγκες της έρευνας του νέου δοκιμίου μου, διάβασα το ολόφρεσκο βιβλίο Breaking News, The remaking of journalism and why it matters now (Canongate, 2018), που υπογράφει ο επί 20 χρόνια διευθυντής της Guardian, ο Alan Rusbridger. Ο σημαντικός δημοσιογράφος είχε την τύχη να βρεθεί πάνω στο κύμα των αλλαγών, και να μην τις φοβηθεί, να πάρει πολύ δύσκολες αποφάσεις. Έγινε θιασώτης των νέων τεχνολογιών κι ενίσχυσε τον πειραματισμό μ’ αυτές όσο κανείς άλλος. Στο βιβλίο εκθέτει όχι μόνο τις δημοσιογραφικές επιτυχίες και προκλήσεις, αλλά κυρίως την περιπέτεια της μετάβασης απ’ την εποχή του εντύπου στην εποχή των ψηφίων.

Δημοσιογράφος πρώτης γραμμής εξομολογείται

Το κυρίως θέμα του Rusbridger, κι η μεγάλη αγωνία του όπως φαίνεται, είναι η επανεφεύρεση της δημοσιογραφίας, με σκοπό την επιβίωσή της, την εποχή των τεχνολογικών γιγάντων.

Διαβάζοντας το βιβλίο μ’ έπιασε μεγάλη στενοχώρια. Σκέφτηκα την ποιότητα της δημοσιογραφίας στη χώρα μας και τη σχέση της με τα ψηφιακά μέσα. Δεν είναι όλα καλά στη Μεγάλη Βρετανία, αλλά τουλάχιστον υπάρχουν ακόμα επαγγελματίες που συνεχίζουν να επενδύουν στους δημοσιογράφους και τη δημοσιογραφία γιατί τη θεωρούν ένα πολύτιμο δημόσιο αγαθό.

Όποιος ασχολείται σοβαρά με τη δημοσιογραφία πρέπει να διαβάσει αυτό το βιβλίο για να θυμηθεί τι σημαίνει αληθινός δημοσιογράφος και γιατί η δουλειά του είναι απαραίτητη σήμερα όσο ποτέ άλλοτε. Μακάρι να εκδοθεί και στα Ελληνικά.

Η Ελλάδα είναι διαχρονικά στις τελευταίες θέσεις του δείκτη ψηφιακής οικονομίας και κοινωνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (DESI). Το 2018 μάλιστα, έπεσε μια θέση ακόμα στο σχετικό δείκτη, κι είναι τώρα στην 27η θέση ανάμεσα στις 28 χώρες της ΕΕ. Την ίδια ώρα υπάρχει απ’ το 2016 ένα υπουργείο αφιερωμένο στην ψηφιακή πολιτική. Μπαίνοντας στην ιστοσελίδα του ωστόσο καταλαβαίνει εύκολα κάποιος ότι είναι περισσότερο ένα εργαλείο δημοσίων σχέσεων του υπουργού και των γενικών γραμματέων παρά ένας κόμβος ενημέρωσης για την ουσία της πολιτικής του υπουργείου.

Ο δείκτης DESI (Digital Economy and Society Index) μετρά την πρόοδο που καταγράφουν οι χώρες μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς την ψηφιοποίησή τους. Κάθε χρόνο δημοσιεύεται μια έκθεση που λαμβάνει υπόψη της 5 κριτήρια:
1. Συνδεσιμότητα: Σταθερά ευρυζωνικά δίκτυα, κινητά ευρυζωνικά δίκτυα και τιμές ευρυζωνικών συνδέσεων.
2. Ανθρώπινο κεφάλαιο: Χρήση του διαδικτύου, βασικές και προηγμένες ψηφιακές δεξιότητες.
3. Χρήση διαδικτυακών υπηρεσιών: Χρήση από τους πολίτες του περιεχομένου, των επικοινωνιών και των επιγραμμικών συναλλαγών.
4. Ενσωμάτωση της ψηφιακής τεχνολογίας: Ψηφιοποίηση των επιχειρήσεων και ηλεκτρονικό εμπόριο.
5. Ψηφιακές δημόσιες υπηρεσίες: Ηλεκτρονική διακυβέρνηση και ηλεκτρονικές υπηρεσίες υγείας
Η Ελλάδα είναι σταθερά στις τελευταίες θέσεις του δείκτη. «Συνολικά» αναφέρουν τα συμπεράσματα της έκθεσης, «τα τελευταία έτη, η Ελλάδα δεν έχει σημειώσει μεγάλη πρόοδο σε σύγκριση με άλλα κράτη μέλη της ΕΕ. Το παρελθόν έτος, η πρόοδος ήταν κατά τι πιο αργή από τον μέσο όρο της ΕΕ». Φυσικά δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός. Απλά εγείρονται ορισμένα κρίσιμα ερωτήματα σχετικά με την πολιτική σ’ αυτό τον τομέα.

(περισσότερα…)