Πριν από δύο εβδομάδες ισλαμιστές τρομοκράτες δολοφόνησαν τον φίλο μου Vincent Detoc. Μου ήταν αδύνατο να μην επισκεφθώ την πόλη του και να μην τον αποχαιρετήσω. Ένιωθα ότι το όφειλα όχι μόνο σ’ εκείνον αλλά και στη σύντροφο και στα δύο του παιδιά. Αυτό που συνέβη στο Bataclan, αλλά και στα εστιατόρια του Παρισιού, ήταν βίαιο, αποτρόπαιο, συγκλονιστικό.

Κατά τη διάρκεια της τελετής αποχαιρετισμού του, κι ακούγοντας τα λόγια της παρηγοριάς κι αγάπης, σκεφτόμουν: άραγε αυτοί οι φανατικοί ανεγκέφαλοι άνθρωποι που σκότωσαν τόσα νέα παιδιά, έχουν επίγνωση του πόνου που προκάλεσαν σε τόσους ανθρώπους; Κοιτούσα γύρω μου τα συντετριμμένα πρόσωπα, τις σοκαρισμένες φιγούρες, τα μάτια μικρών παιδιών που δε μπορούσαν να συγκρατήσουν το κλάμα.

Σιχαίνομαι τη βία. Θεωρώ ότι η βία είναι πηγή προβλημάτων που διαιωνίζονται προκειμένου να ευχαριστιούνται νοσηροί και πρωτόγονοι ψυχισμοί. Αντίθετα, ο πολιτισμός έχει πάντα τη δυνατότητα να διευθετεί ορθολογικά κι αναίμακτα τα προβλήματα. Πιστεύω ότι ο πολιτισμός κι οι μη βίαιες αντιδράσεις μπορούν να επιλύουν διαφορές. Σίγουρα τώρα βρισκόμαστε μπροστά σ’ ένα τεράστιο πρόβλημα. Οι φανατικοί, οι μισαλλόδοξοι φονταμενταλιστές σκοτώνουν αθώους ανθρώπους την ώρα που απολαμβάνουν τη μουσική ή τον καφέ τους. Χρειάζεται να δουλέψουμε πολύ ώστε να πείσουμε, να συνδιαλλεχτούμε, να υιοθετήσουμε μέτρα που θα αποτρέψουν νέες τραγωδίες.

Χθες, έξω απ’ τον χώρο του μακελειού, τη σιωπή διέκοπταν τα αναφιλητά, μια σειρήνα, κι ένας μουσικός που με την κιθάρα του τραγούδουσε “Αλληλούια”.

 

Στη μνήμη του Vincent Detoc, θύματος τρομοκρατικής επίθεσης στο Παρίσι

Γράφω υπό την επήρεια συνταρακτικού, πικρού νέου

Ο φίλος μας είναι νεκρός

Από σφαίρες τρομοκρατών

Είμαι συντετριμμένος

Ο πιο πράος και γλυκός άνθρωπος που έχω γνωρίσει

Νεκρός από σφαίρες τρομοκρατών

Παρακολουθούσε συναυλία στο Bataclan

Κι ήρθαν ανεγκέφαλοι να του αφαιρέσουν τη ζωή

129 αθώα θύματα

Σ’ ένα παρισινό βράδυ

Νεκροί από σφαίρες τρομοκρατών

Ο έρωτας της ζωής του

Λέει είχαμε μια υπέροχη ζωή μαζί

Κι ο εννιάχρονος γιος του

Λέει ότι θα ευτυχίσει μόνο όταν τον συναντήσει ξανά, εκεί

Ο Λεφ στην ηλικία που έχασα τον πατέρα μου

κι η Λένα μόλις επτά

Τους είπαν χθες ότι ο μπαμπάς τους

Είναι νεκρός από σφαίρες τρομοκρατών

Δε θα τον ξαναδούν ποτέ ξανά

Αρματώθηκαν οι καμικάζι προχθές

Κι είπαν πάμε να σκορπίσουμε τυφλά το θάνατο

Πάμε να πάρουμε τη ζωή των αδελφών μας

Των άπιστων

Και βρήκαν στη συναυλία τον φίλο μας

Τον πιο πράο και γλυκό άνθρωπο που έχω γνωρίσει

Και τον σκότωσαν

Στο όνομα του μνησίκακου θεού τους

Γράφω υπό την επήρεια του σκληρού, αδυσώπητου νέου

Ισλαμοφασίστες σκότωσαν τον φίλο μας

Ενώ απολάμβανε την αγαπημένη του μουσική

Παρασκευή, παρισινό βράδυ στο Bataclan

Γιατί οι μισαλλόδοξοι

Αποφάσισαν να κυρήξουν ιερό πόλεμο

Εναντίον των απίστων

Και βρήκαν στο δρόμο τους τον φίλο μας

Τον πιο πράο και γλυκό άνθρωπο που έχω γνωρίσει

Και τον γάζωσαν με σφαίρες

Τρομοκράτη δε σε φοβάμαι

Μου προκαλείς μεγάλο πόνο

Αλλά δεν έχεις πια δύναμη

Ο φίλος μου μ’ έκανε να σε δω πιο καθαρά

Είσαι μικρός, δειλός, και μόνος

Για το θεό σου είσαι αναλώσιμο υλικό

Έλα αν θες να εξηγήσεις στη γυναίκα και στα παιδιά του φίλου μας

Την παραφροσύνη σου

Σε λυπάμαι

Έχεις ήδη ξεχαστεί ακόμα κι από Εκείνον

Ναι δε σε φοβάμαι

παραπλανημένε

τρομοκράτη

Ο κόσμος σου είναι ασπρόμαυρος και δε θα μας κάνεις όμοιούς σου

 

Ο φίλος μας είναι νέο αστέρι

Που φωτίζει τον πολύχρωμο δρόμο της ζωής.

Για όσους αγνοούν το νόημα της λέξης “τρολ”, να πω ότι πρόκειται για μυθικά τέρατα που τρομοκρατούν πολίτες. Στο Διαδίκτυο η έννοια του τρολ είναι συνυφασμένη με χρήστες που μπαίνουν σε συζητήσεις και τις καταστρέφουν. Μια σύντομα περιήγηση στο Twitter είναι αρκετή για να δεις πώς λειτουργούν τα τρολ. Στην πραγματικότητα, τα τρολ κυριαρχούν στο δημόσιο διάλογο. Και δεν κυριαρχούν μόνο στο Διαδίκτυο. Όλη η δημόσια σκηνή, χωρίς υπερβολή, είναι στοιχειωμένη απ’ την κουλτούρα της λεγόμενης τρολιάς.

Τί άλλο από τρολιά είναι για παράδειγμα ο αναπόδεικτος ισχυρισμός ότι μας ψεκάζουν; Αν παρακολουθήσεις τις δηλώσεις, τις αντιδράσεις, τις κινήσεις των πολιτικών, των σχολιαστών, των δημοσιογράφων, κι όλων όσων παρεμβαίνουν στη δημόσια ατζέντα, συνειδητοποιείς ότι βαρύτητα αποκτούν κυρίως οι εντυπωσιοθηρικές, βαρύγδουπες κι ανόητες φράσεις και προτάσεις. Όσο πιο εξωφρενική είναι η έκφραση, η διατύπωση, αλλά και η ουσία αυτού που λέγεται τόσο περισσότερες πιθανότητες έχει να ακουστεί δημοσίως και να «συζητηθεί». Όσο πιο ψύχραιμη, πιο διαλεκτική, πιο συναινετική και σοβαρή είναι μια πρόταση, τόσο λιγότερες πιθανότητες έχει να φτάσει στα αυτιά του κόσμου.troll (περισσότερα…)

Τις τελευταίες ημέρες με αφορμή τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα γίνεται στην κοινωνία ένας ευρύς διάλογος σχετικά με τις ρίζες του νεοναζιστικού φαινομένου. Ακούγονται πολλά κι ενδιαφέροντα γύρω μας, στα οποία αξίζει όντως να σταθούμε. Ωστόσο, υπάρχει μια πτυχή που συνδέεται με την ειλικρινή αποδοχή ενός πασίδηλου γεγονότος που μάς πονάει όλους. Στη χώρα μας ο αυταρχισμός, η έλλειψη ορίων, ο τσαμπουκάς, η διγλωσσία, η αδιαφορία και το μίσος για τον άλλον ήταν κι εξακολουθεί σε πολλές περιπτώσεις να είναι ένας κοινός τόπος. Η αδυναμία μας να συνάψουμε ένα ειρηνικό και δίκαιο συμβόλαιο συμβίωσης, η πεισματική μας άρνηση να αποδεχτούμε κοινούς εφαρμόσιμους κανόνες, η έλλειψη κριτηρίων, η ευνοιοκρατία, η αναξιοκρατία, η αδιαφάνεια, μας υποχρεώνει σήμερα να στεκόμαστε μπροστά στην πλέον αποτρόπαιη εκδοχή αυτής της στάσης: στο ναζισμό. Ο ναζισμός είναι μια αποτρόπαιη ιστορική περίοδος στην οποία κυριάρχισε το ψέμα, το μίσος, η ανελευθερία, ο αυταρχισμός κι η βία. Στο Άουσβιτς η τρέλα του ναζιστικού καθεστώτος έφτασε να υιοθετήσει τη φρικιαστική τελική λύση, που οδήγησε στο Ολοκαύτωμα, δηλαδή στην εξόντωση 6 εκατομμυρίων Εβραίων και πολλών εκατομμυρίων άλλων. (περισσότερα…)

Σήμερα κυκλοφορεί μια εφημερίδα, το Πρώτο Θέμα, με πρωτοσέλιδο τη φωτογραφία ενός ετοιμοθάνατου ανθρώπου, του δολοφονημένου Παύλου Φύσσα, στα χέρια της συντρόφου του. Η δημοσίευση ενός τέτοιου ντοκουμέντου μας στέλνει κατευθείαν στο στοχασμό πάνω στο ρόλο της δημοσιογραφίας του σοκ.

Θέλω να ελπίζω ότι η συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων θα αηδιάσει και θα απορρίψει τη δημοσίευση της συγκεκριμένης φωτογραφίας, στο αμφιλεγόμενο συγκείμενό της. Βεβαίως κάποιοι πιθανώς να την υπερασπιστούν στό όνομα της ελευθεροτυπίας και της ενημέρωσης. Οι υπεύθυνοι της εφημερίδας έχουν βάλει στη φωτογραφία τη λεζάντα “Δεν ξεχνώ το φασισμό” για να είναι σίγουροι ότι η φωτογραφία θα διαβαστεί με έναν και μόνο τρόπο. Όμως όλοι γνωρίζουν ότι η φωτογραφία θα διαβαστεί με πολύ περισσότερους τρόπους.

Κατ’ αρχήν η φωτογραφία αυτή προκαλεί ένα ισχυρό σοκ στον ευαίσθητο θεατή. Σίγουρα υπάρχει κι η νοσηρή πλευρά, εκείνων που συμπαθούν το δολοφόνο, οι οποίοι δε θα δουν το πρόσωπο του πόνου και του ολέθρου αλλά θα ικανοποιηθούν ενδεχομένως απ’ την θέα ενός αντιπάλου που νικιέται. Για αυτούς η φωτογραφία δεν αφορά το σοκ μιας τραγικής σκηνής. Την κοιτάζουν ικανοποιώντας τα απάνθρωπα αισθήματά τους. Η αντίθετη πλευρά όμως, της πλειονότητας των ανθρώπων, θα νιώσει δικαίως βαθύ αποτροπιασμό κι αηδία. Το σοκ εδώ είναι ολοκληρωτικό. Οι περισσότεροι άνθρωποι που θα δουν αυτή την εικόνα, θα νιώσουν φόβο, πόνο κι απελπισία. Η εικόνα ενός εντελώς άδικα κι αδικαιολόγητα δολοφονημένου ανθρώπου που ψυχορραγεί στα χέρια της συντρόφου του είναι μια εικόνα που παράγει τρομερά έντονα συναισθήματα. Λύπη, οργή, πόνος, φόβος. Μ’ αυτή την ισχυρότατη γκάμα συναισθημάτων, ο θεατής της φωτογραφίας νιώθει ανήμπορος να αντιδράσει. Πώς να χειριστείς τόσο έντονα συναισθήματα στη στιγμή; Το λογικό -και κατά πάσα πιθανότατα το πιο σωστό- είναι να απορρίψεις τη δημοσίευση της φωτογραφίας με το σκεπτικό ότι παράγει συναισθήματα που προκαλούν έντονο σοκ, χωρίς να δίνεται κάποιου είδους ανακούφιση σαν αντίδοτο. (περισσότερα…)

Διάβασα την ανάρτηση του πολύ καλού συναδέλφου Θοδωρή Γεωργακόπουλου με τον τίτλο Ο μύθος της «άλλης Ελλάδας» κι έκανα κάποιες σκέψεις.

Αν βαριέστε ή δεν έχετε χρόνο να διαβάσετε παρακάτω, να συνοψίσω: καθετί καλό ή κακό, πάντα στην ιστορία ξεκινούσε από λίγους. Αν αύριο το πρωί τα Μέσα μας άρχιζαν συστηματικά να παρουσιάζουν προσωπικότητες και συμπεριφορές που εργάζονται για έναν καλύτερο κόσμο, σταδιακά θα αρχίζαμε όλοι να αναγνωρίζουμε τους εαυτούς μας στις καλές κι ελπιδοφόρες πρακτικές. Αυτό που σήμερα μοιάζει μειοψηφικό και περιθωριακό θα γινόταν κοινός τόπος. Σκεφτείτε τί ήταν οι νεοναζί πριν από δύο μόλις χρόνια. Σήμερα έχουν δημιουργήσει ένα ικανό ρεύμα, γιατί επέμειναν, γιατί το πίστεψαν, γιατί ευνοήθηκαν απ’ τη συγκυρία κι απ’ την υποδοχή που τους επιφύλαξε μεγάλο μέρος της ελίτ, παρουσιάζοντάς τους σαν κάποια λύση και φιλοξενώντας τους στα Μέσα, και γιατί βέβαια πόνταραν στη μεταδοτικότητα των αρνητικών συναισθημάτων.

Η μεταδοτικότητα του ανθρώπινου συναισθήματος είναι δεδομένη. Αν τα Μέσα μας επένδυαν σ’ ένα διαφορετικό μοντέλο ανθρώπου, αν αναδείκνυαν κι αντάμοιβαν τις καλές πρακτικές και τις ορθές συμπεριφορές το αποτέλεσμα θα ήταν εντυπωσιακό. Ο Θοδωρής πιστεύει ότι το Ελληνικό πρόβλημα είναι άλυτο. Διαφωνώ κάθετα. Αν επενδύαμε σ΄αυτούς που χτίζουν, που δημιουργούν, που παλεύουν να ενώσουν κι όχι να χωρίσουν, τότε τα πράγματα θα έπαιρναν μια πολύ διαφορετική τροπή. Η αλήθεια είναι ότι το Ελληνικό πρόβλημα μοιάζει άλυτο, αλλά δεν είναι.

Πιο συγκεκριμένα, αναφορικά με την αδύναμη ή την ανύπαρκτη “άλλη Ελλάδα”: (περισσότερα…)

Έχω γράψει και στο παρελθόν  ότι είναι εντελώς αντιδεοντολογικό να εκφωνούν ή να συμμετέχουν σε διαφημίσεις οι δημοσιογράφοι. Δεν το λέω εγώ, ο ίδιος ο κώδικας δεοντολογίας της ΕΣΗΕΑ το λέει. Ο λόγος είναι προφανής. Η δουλειά του δημοσιογράφου είναι να ελέγχει τις επιχειρήσεις κι όχι να τις διαφημίζει. Αν ερευνήσει ένα προϊόν ή μια υπηρεσία και καταλήξει σε κάποια κολακευτικά συμπεράσματα που διαφημίζουν την υπό έρευνα εταιρεία, φυσικά και πρέπει να το πει. Αλλά σε καμία περίπτωση ο δημοσιογράφος δε μπορεί να αμοίβεται από επιχειρήσεις για να τις εκθειάζει. Αυτός είναι ο ρόλος του διαφημιστή, όχι του δημοσιογράφου. (περισσότερα…)