Στο 60ο γυμνάσιο Κυψέλης, όπως φαντάζομαι και σε όλα τα δημόσια γυμνάσια της χώρας η καθημερινή ζωή ήταν απρόβλεπτη και γι’ αυτό εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Μπορεί για κάποιο ανεξήγητο λόγο, να έφτανες στο σχολείο και να σου έλεγαν “σήμερα θα πάμε εκδρομή στο Πεδίο του Άρεως”, ή “έχουμε απεργία”, ή “ετοιμάζουμε κατάληψη”. Σε όλα αυτά εμείς οι μαθητές πάντα βάζαμε το χεράκι μας: είχαμε ακέραιο συμφέρον. Οι περισσότεροι θέλαμε πάντα να χάσουμε μάθημα, αλλά μερικοί ήταν πραγματικά άπληστοι, κι επιβίωναν στον χώρο αποκλετισκά και μόνο εξαιτίας των ανατίρρητων κι εκπληκτικών τους ικανοτήτων για να αποφεύγου τα μαθήματα. Ήταν οι ίδιοι που προωτοστατούσαν σε κάθε φασαρία, σε κάθε υπόνοια αποσταθεροποίησης, σε κάθε πιθανό κι απίθανο συμβάν που θα μπορούσε να οδηγήσει σε απώλεια διδακτικών ωρών. Ωραίοι τύποι.

Ήταν οι ίδιοι που αφού έκαναν ό,τι μπορούσαν για να χαθεί το μάθημα, δεν παραιτούνταν ούτε στην ώρα του μαθήματος. (περισσότερα…)

To 1989 τελείωνα το γυμνάσιο. Ήταν μια ταραγμένη εποχή για την ελληνική δημοκρατία. Θυμάμαι πολύ έντονα το κλίμα πόλωσης και ταραχής που κυριαρχούσε. Θυμάμαι επίσης στο σπίτι να έχουμε συνέχεια ανοιχτή την τηλεόραση για να μαθαίνουμε πως εξελίσσεται η δίκη στο ειδικό δικαστήριο. Όπως κάθε έφηβος είχα κι εγώ πολλές σοβαρότατες ανησυχίες. Μια απ’ τις μεγαλύτερες, εκτός απ’ την άδηλη πολιτική σταδιοδρομία του Μένιου Κουτσόγιωργα, ήταν τα ρούχα που φορούσα. Η μητέρα μου, μετά το θάνατο του πατέρα μου, αναγκάστηκε να αναλάβει τα οικονομικά της οικογένειας, κι επέδειξε εκπληκτική συγκράτηση και διαχειριστική ικανότητα. Έκανε αιματηρή οικονομία φροντίζοντας όμως να μη μας λείπει τίποτα σημαντικό. Τα ρούχα μας δεν ήταν ποτέ ακριβά, αλλά είχαν κάποιο σχετικό γούστο. Επίσης ήταν πάντα καθαρά και καλοσιδερωμένα.

Επειδή δεν είχα ως μεγάλη προτεραιότητα το ντύσιμο, οι αγορές μου ήταν ρώσικη ρουλέτα. Σπάνια κατέφερνα να αγοράσω κάτι που με ικανοποιούσε απόλυτα. Ας πούμε μια απ’ τις μεγάλες εξαιρέσεις ήταν ένα πράσινο πουλόβερ, που είχα αγοράσει και δεν ήθελα πραγματικά να το βγάλω από πάνω μου. Το συχνότερο φαινόμενο ήταν να μετανιώνω γρήγορα για τις επιλογές μου. Όταν έμπαινα στα μαγαζιά μ’ έπιανε μια βιασύνη κι είτε διάλεγα κάτι που μου μισοάρεσε, ή αρκετά συχνά έπαιρνα το λάθος νούμερο. Θυμάμαι ότι είχα ψωνίσει μόνος μου ένα ξεβαμμένο τζιν “μούχλα”, που ήταν σίγουρα αποτυχημένη επιλογή, κι ήμουν αναγκασμένος να το φοράω 2-3 χρόνια, σχεδόν σε όλο το γυμνάσιο. (περισσότερα…)

Γνωρίστηκαν ένα καλοκαίρι π.κ., προ κρίσης. Τα σποραδικά ακραία καιρικά φαινόμενα που έπληξαν τη δεκαπεντάχρονη σχέση τους, δεν κατάφεραν να διαταράξουν ουσιαστικά τη συμβίωσή τους. Οι πολλές ώρες εργασίας, τα μικροεμπόδια, οι εντάσεις, αντισταθμίζονταν περιοδικά από ταξίδια στο εσωτερικό και το εξωτερικό, από περιστασιακές διασκεδάσεις κι από μια δυο πολυτέλειες το χρόνο. Η κοινή τους ζωή περιείχε μεν πολλή πίεση αλλά τα διάμεσα κενά ξεκούρασης κι απόλαυσης, καθιστούσαν το βίο βιώσιμο. Αν τους ζητούσες να σου περιγράψουν τη 15ετία θα σε παρέπεμπαν σ’ ένα καταιγισμό εικόνων από κάποιο φάκελο φωτογραφιών στον υπολογιστή τους. Εκείνος έπαιζε μουσική σε μαγαζιά, εκείνη δούλευε σε γραφείο. 35 εκείνος, 34 εκείνη.

Ήρθε η κρίση, κι αναγκάστηκαν να ακούσουν πολλά. Δεν ήταν με τη μεριά των τυχερών. Έχασαν αμφότεροι τις δουλειές, και μαζί τα προνόμιά τους. Κλείστηκαν, κλάφτηκαν, φαγώθηκαν, ξεσκίστηκαν, περιορίστηκαν δραστικά. Εξάντλησαν τις βοήθειες απ’ το στενό τους περιβάλλον κι έμειναν μια μέρα σ’ ένα τραπέζι να κοιτάζονται με μάτια πρησμένα απ’ το κλάμα. Στην αρχή πίστεψαν ότι για όλα έφταιγαν εκείνοι. Μετά πίστεψαν ότι δεν έφταιγαν σε τίποτα. Στο τέλος δεν μπορούσαν να πιστέψουν τίποτα. Για κάτι τέτοια είσαι πάντα απροετοίμαστος. (περισσότερα…)