Το μέλλον είναι τώρα #16

Εδώ μπορείτε να διαβάσετε ένα σχετικό άρθρο μου στην εφημερίδα Η Καθημερινή. Αφορμή το μυθιστόρημα του Καζούο Ισιγκούρο, Η Κλάρα και ο ήλιος, που κυκλοφορεί απ’ τις Εκδόσεις Ψυχογιός, σε μετάφραση της Αργυρώς Μαντόγλου.

Τα όρια της τεχνητής νοημοσύνης Το μέλλον είναι τώρα

  1. Τα όρια της τεχνητής νοημοσύνης
  2. Ηθική της Τεχνητής Νοημοσύνης
  3. Homo Automaton [ηχητικό]
  4. Καλές αποφάσεις σε καιρούς κρίσης
  5. Καιρός για μεγάλα λάθη

Πριν σπεύσετε να με χαρακτηρίσετε φαλλοκράτη, σεξιστή, πεζό ή οτιδήποτε άλλο σεβαστοί αναγνώστες κι αγαπημένες μου αναγνώστριες αναλογιστείτε λίγο τη θέση μου. Στη γυναίκα που αγαπώ και με την οποία έχω την τύχη να συμβιώ επί μακρόν, έχω κάνει όλα τα δώρα που μπορεί να κάνει τόσο ένα συνηθισμένος, όσο κι ένας πιο ευφάνταστος σύγχρονος άντρας. Της έχω πάρει τα απαραίτητα του πρώτου καιρού, κοσμήματα, εσώρουχα, ταξίδια, έχω αποφύγει συνηθισμένες κακοτοπιές, έχω αγοράσει τσάντες, αξεσουάρ, μυθιστορήματα του Πολ Όστερ και της Χάνα Γιαναγκιχάρα, ρολόγια, συλλεκτικά βινύλια του Λέοναρντ Κοέν, και πολλά άλλα που δε μπορώ να αναφέρω εδώ. Φέτος όμως η φαντασία μου στέρεψε και για να πω τη αλήθεια, κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες δεν είχα καμία όρεξη να ασχοληθώ με δώρα. Προμηθεύτηκα με βαριά καρδιά απ’ το ίντερνετ δύο καινούργιες ηλεκτρονικές συσκευές για τα αγγελούδια μας, γνωρίζοντας ότι μ’ αυτά θα ξεμπέρδευα γρήγορα. Ό,τι δώρο κι αν κάνεις στα παιδιά μας, τους είναι σκανδαλωδώς αδιάφορο. Εκτός κι αν έχουν κάποιο ηλεκτρονικό κύκλωμα μέσα τους, πράγμα που θα εξάψει έστω και για μερικές μέρες το ενδιαφέρον τους. Έπειτα, γρήγορα θα επανέλθουν στη νιρβάνα που τους «πουσάρει» όπως τα ακούω να λένε, ο τεχνοπολιτισμός. 

Η κατάσταση, από όπου κι αν τη δω είναι ανησυχητική. Έχουμε διαβεί το Ρουβίκωνα της μέσης ηλικίας και ως λειτουργικοί μάλλον κι οι δυο στις ζωές μας, με τα σχετικά προνόμια που απορρέουν από τη ζωή στο προβλέψιμο κοπάδι της μεσαίας τάξης, αναγνωρίζουμε πια ότι είναι ελάχιστα αυτά που θα μας έδιναν, τόσο στη γυναίκα μου όσο και σε ‘μένα, πραγματική χαρά. Είναι σαν να έχει περάσει από πάνω μας μια ηλεκτρική σκούπα και μαζί με το σφρίγος των νευρωνικών μας συνάψεων, να έχει ρουφήξει μαζί κατά λάθος και το νόημα της ζωής. Το χριστουγεννιάτικο δώρο είναι μια μπαναλιτέ που αν εξαφανιστεί απ’ τον ορίζοντα – όπως πολλές ακόμα συμβάσεις – ίσως προκαλέσει τη συνειδητοποίηση μιας πολύ πιο σοβαρής απώλειας, γι’ αυτό είναι επιτακτική η διατήρησή της. 

Για να μη σας κουράζω άλλο με υπεκφυγές, καθώς είναι φανερό ότι νιώθω αμήχανα μ’ αυτή την εξομολόγηση, και την αναβάλλω ασυνείδητα, αποφάσισα να της αγοράσω ένα τηγάνι. Εμπιστεύτηκα την πρόταση που μου έκανε ο προσωποποιημένος αλγόριθμος στην οθόνη μου σχετικά με «έξυπνα δώρα» και πήγα ευθύς αμέσως στο πιο πολυτελές εμπορικό κέντρο της πόλης, αναζητώντας το πολυτελέστερο κατάστημα οικιακών ειδών. Για να πειστείτε σχετικά με το μέγεθος των ενοχών που είχα πάρει μια τόσο αξιοκατάκριτη απόφαση για έναν σύγχρονο άντρα, η πρώτη κουβέντα που είπα στην γλυκύτατη νεαρή πωλήτρια, ήταν: «ξέρω ότι ακούγεται απαίσιο, αλλά σ’ αυτές τις γιορτές θέλω να κάνω δώρο στη γυναίκα μου ένα τηγάνι». Εκείνη με κοίταξε αινιγματικά και είπε: «α, μην ανησυχείτε καθόλου. Είναι η νέα τάση. Έρχονται διαρκώς άντρες όπως κι εσείς, και αγοράζουν για τις συζύγους τους κουζινικά. Ήταν ταμπού παλιότερα, κι όλα αυτά τα σκεύη αγοράζονταν μόνο ως δώρα γάμου. Σήμερα ο κόσμος έχει απελευθερωθεί, και οι κυρίες δεν εκλαμβάνουν τα μαγειρικά σκεύη ως σημάδια φθοράς του γάμου τους».   

Έκπληκτος με την απάντηση της υπαλλήλου, και καταλαβαίνοντας ότι είχα μείνει πίσω τόσα χρόνια, που συνέχιζα να βασανίζω το μυαλό μου για να βρω κατάλληλο δώρο που να πληροί τον εύθραυστο συνδυασμό των κριτηρίων συζυγικής αλληλεγγύης και γαμήλιας πολιτικής ορθότητας, ζήτησα γρήγορα να μάθω ποιες ήταν οι επιλογές μου. Η νεαρή έκανε πρόθυμα μια πιρουέτα και κατεύθυνε το βλέμμα μου σ’ ένα μάλλον αδιάφορο ράφι. «Αυτά είναι τα συμβατικά μας τηγάνια. Οι τιμές τους ξεκινούν απ’ τα 50 ευρώ και φτάνουν ως τα 200», μου λέει. Χωρίς να χάσει χρόνο, κινεί μαγικά τα χέρια της, σαν να διευθύνει αόρατη ορχήστρα, και τώρα το βλέμμα μου έχει κεντράρει σ’ ένα παραπλήσιο ράφι, όπου φιγουράρει ένα μοναδικό τηγάνι, ομολογουμένως εντυπωσιακής αισθητικής. «Αυτό εδώ κοστίζει σχεδόν τα διπλά, περίπου 500 ευρώ, αλλά θα το έχετε για τουλάχιστον 30 χρόνια, τόση είναι η εγγύησή του εξάλλου. Αυτό το τηγάνι είναι η “Πόρσε των κουζινικών”. Η σύζυγός σας θα το λατρέψει». Η νεαρή έκανε μια παύση αφήνοντάς με να επεξεργαστώ τις πληροφορίες. Τραβήχτηκα σε μια γωνιά να σκεφτώ, σαστισμένος με την περιπλοκότητα μιας απόφασης που θεωρούσα αστεία.  

«Επειδή βλέπω ότι σκέφτεστε σοβαρά να επενδύσετε στο μαγειρικό μέλλον της οικογένειάς σας», επανήλθε η υπάλληλος, «έχω να σας δείξω κάτι που μόνο σε εκλεκτούς πελάτες δείχνουμε. Τι λέτε, θα σας ενδιέφερε;». Το κατάστημα είναι πλημμυρισμένο από μια μεθυστική οσμή που μοιάζει να έχει κάμψει προσωρινά τις αντιστάσεις μου. Μάλιστα έχω την εντύπωση ότι η πωλήτρια με φλερτάρει. Μου κάνει νεύμα να την ακολουθήσω και κατεβαίνουμε μια ολόλευκη σπειροειδή σκάλα. Αυτόματα ανάβουν εκτυφλωτικά φώτα στο κέντρο της αίθουσας, ενώ γύρω ακούγεται λευκός θόρυβος. Μοιραία η προσοχή μου εστιάζεται στη βιτρίνα που δεσπόζει σαν να ίπταται στο πιο φωτεινό σημείο του χώρου. «Αυτό είναι το μαγειρικό σκεύος “Τόμας Μουρ”» μου λέει με επισημότητα. «Είναι το έξυπνο τηγάνι της εταιρείας “Γιουτόπια”, το πρώτο μαγειρικό σκεύος στον πλανήτη που μαγειρεύει τα πάντα, χωρίς να κουνήσετε το δαχτυλάκι σας. Πρόκειται για την “Τέσλα των κουζινικών”». «Ένα τηγάνι με τεχνητή νοημοσύνη!» προσθέτω ενθουσιασμένος. Η νεαρή γυναίκα συγκατανεύει ευγενικά και συνεχίζει. «Έχετε μπροστά σας το μέλλον της ανθρωπότητας, ένα πρώτο βήμα για να αποδεχτούμε τα οφέλη αυτής της πανίσχυρης τεχνολογίας. Το σκεύος αυτό είναι το ίδιο εδώ και χιλιάδες χρόνια. Ήρθε η στιγμή και για τη δική του καινοτομία. Αυτή τη στιγμή διατίθεται μόνο σε έρλι αντόπτερς, σε ανθρώπους που θα καταλάβουν βαθιά τα οφέλη της μηχανικής νοημοσύνης που θα λύσει δια μιας μια σειρά παγκόσμιων προβλημάτων. Κατ’ αρχάς δε θα χρειαστεί ποτέ ξανά να ανησυχήσετε για την τροφή σας. Μέσω των φωνητικών εντολών που θα του δίνετε, το σκεύος μέσω του λογισμικού μηχανικής μάθησης “Μακ Αντριά” θα ετοιμάζει το γεύμα σας σε ελάχιστο χρόνο. Εσείς το μόνο που θα κάνετε είναι να επιλέγετε ή και να δημιουργείτε το μενού της ημέρας. Ένα ντρόουν θα φέρνει στην πόρτα σας το πακέτο με τα υλικά που θα απαιτούνται για το μαγείρεμα. Θα τοποθετείτε το περιεχόμενο του πακέτου μέσα στο σκεύος κι εκείνο θα κάνει μόνο του τη δουλειά, γιατί εκτός από τηγάνι είναι κι ένας τρισδιάστατος εκτυπωτής φαγητού». 

Στον απέναντι τοίχο, εμφανίστηκε ξαφνικά μια προβολή με θαυμάσια πιάτα. «Είναι όλα δημιουργίες του “Τόμας Μουρ”» συνέχισε η νεαρή, «μπορεί να σας ετοιμάσει από ένα ζουμερό μπέργκερ, μια σούπα μινεστρόνε, ως ένα γκουρμέ πιάτο που μπορείτε να φάτε μόνο σε πολυτελή εστιατόρια. Η τεχνολογία του είναι ένας συνδυασμός Μπευζιανών πιθανοτήτων, βαθιάς μάθησης και νευρωνικών δικτύων. Μιλάμε για αλγόριθμους που έρχονται απ’ το μέλλον, μια νέα σούπερ νοημοσύνη». Η κοιλιά μου άρχισε ήδη να γουργουρίζει. Το μυαλό μου όμως, παρ’ όλη την επίθεση των νέων πληροφοριών εξακολουθούσε να διατηρεί κάτι απ’ το παλιό του σφρίγος. «Και πόσο κοστίζει αυτό η ομορφιά;» ρώτησα θαμπωμένος, με τα σάλια μου σχεδόν να τρέχουν απ’ το πηγούνι. «Το σκεύος αυτό είναι μια μακροπρόθεσμη επένδυση που κάνει κάποιος για το ατομικό και το συλλογικό μας μέλλον. Και είναι δωρεάν. Ναι καλά ακούσατε. Εσείς το μόνο που θα κάνετε, θα είναι να δίνετε τη μηνιαία συνδρομή σας στην “Γιουτόπια”. Να θυμάστε ότι έτσι θα σταματήσει το πρόβλημα της πείνας στον κόσμο. Η συνδρομή είναι μόνο 500 ευρώ το μήνα. Φαντάζομαι ότι ως οικογένεια αυτό είναι ένα ποσό που ξοδεύετε έτσι κι αλλιώς για την τροφή σας. Σκεφτείτε λοιπόν τι θα πάρετε μ’ αυτό το σκεύος. Τροφή ποιοτική, αυτόματη, υγιεινή, εφ’ όρου ζωής, για όλη την οικογένεια, αλλά και για τους φίλους σας. Μ’ αυτή τη συνδρομή ουσιαστικά αγοράζετε την ελευθερία να κάνετε ό,τι θέλετε, γι’ αυτό και η “Γιουτόπια” ονομάζει το σκεύος της Τόμας Μουρ, μια πραγματικά επαναστατική καινοτομία που αποτίει φόρο τιμής στον εμπνευστή της Ουτοπίας».

Πλησίασα το λιτά σχεδιασμένο τηγάνι με τα νευρωνικά δίκτυα και τον τρισδιάστατο εκτυπωτή. «Θα το πάρω», είπα αποφασιστικά αν και εσωτερικά ανασφαλής. «Της παίρνετε το εξυπνότερο δώρο στον κόσμο» μου είπε αποχαιρετώντας με η νεαρή με το συγκρατημένο της χαμόγελο, «μόνο έτσι θα μπει τέλος στη φτώχεια και τις ανισότητες, οι μελλοντικές γενιές θα μιλούν για εσάς ως πρωτεργάτη του τέλους του αχαλίνωτου καπιταλισμού, για την αυγή μιας πραγματικής ουτοπίας». Όταν άνοιξε η γυναίκα μου το λιτό πακέτο, δεν έκρυψε την απογοήτευσή της. «Τηγάνι χρειαζόμαστε» μου είπε αμέσως, «όχι τεχνοσέφ, ούτε ρομποντενεκέ». «Μα», προσπάθησα να ψελλίσω «μιλάμε για μια μεγάλη τεχνολογική επανάσταση, άσε που είναι αυτοκαθαριζόμενο». «Βρε ανόητε άντρα» μου είπε στο τέλος, «εγώ δε θέλω να ξεχάσω το μαγείρεμα. Μ’ αρέσει να μαγειρεύω, δεν το βλέπω ότι σας υπηρετώ. Είναι όμορφο και δημιουργικό, είναι μια πράξη φροντίδας κι αγάπης για όλους μας». Γύρισα πίσω το έξυπνο τηγάνι με την ουρά στα σκέλια. Η νεαρή υπάλληλος δεν έκρυψε την απογοήτευσή της για την απόφασή μου. Αγόρασα ένα κανονικό, ανώνυμο τηγάνι, το ίδιο που χρησιμοποιούσαν και οι αρχαίοι άνθρωποι, και γύρισα πίσω στο σπίτι ήσυχος. Το δικό μας το βαφτίσαμε «πραγματικότητα», και το εγκαινιάσαμε φτιάχνοντας μαζί έναν ωραιότατο, αλλά όχι τόσο εορταστικό, καγιανά.