Θα δίνατε ένα αυτοκίνητο σ’ έναν ενδεκάχρονο ή δεκατριάχρονο παιδί να το οδηγήσει στο οδικό δίκτυο; Θα δίνατε ένα όπλο σ’ ένα οκτάχρονο; Θα αφήνατε ένα τετράχρονο παιδί να χειριστεί ένα αλυσοπρίονο; Όλες αυτές οι τεχνολογίες, χρήσιμες, άχρηστες ή καταστροφικές, απαιτούν όρια, γνώσεις, ωριμότητα, δεξιότητες, γνωστική επάρκεια που συνήθως την αναγνωρίζουμε σε ενήλικους κι όχι σε ανήλικα παιδιά, για λόγους που δεν χρειάζονται πια επεξήγηση. Δυστυχώς, όταν μιλάμε για τις νέες τεχνολογίες πρέπει να συζητάμε ξανά για τα αυτονόητα και να επαναλαμβάνουμε για παράδειγμα ότι η τεχνολογία δεν είναι ουδέτερη, κι ότι υπό συνθήκες μπορεί να γίνει μόνο καταστροφική. Το παράδειγμα του Μορόζοφ είναι εύγλωττο: σε μια κατηφόρα με παγετό, όσο φρένο κι αν πατήσεις στο αυτοκίνητο, δε θα σταματήσει ποτέ. Δυστυχώς, όποιος διατυπώνει κριτική γνώμη ή έρευνα για τις νέες τεχνολογίες, χαρακτηρίζεται απ’ τους «τεχνόφιλους» αμέσως «τεχνοφοβικός» που δαιμονοποιεί την πρόοδο και την τεχνολογία. Όσο όμως είναι προβληματική η άκριτη απόρριψη όλων των νέων τεχνολογιών, τόσο προβληματική είναι και η άκριτη υιοθέτησή τους.  

Αυτή την εβδομάδα ο συγγραφέας Νίκος Δήμου ασχολείται στο κυριακάτικο «Βήμα» (αναδημοσιεύεται στο μπλογκ του εδώ) με το κείμενο που έγραψα στην «Καθημερινή» την προηγούμενη Κυριακή, κι αφορούσε δύο εξαιρετικά βιβλία. Το κείμενο είχε τίτλο «Έφηβοι δεσμώτες των smartphones» και υπότιτλο «πώς η ευρεία χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης οδηγεί τους νέους και ειδικότερα τα κορίτσια στην κατάθλιψη». Ο κύριος Δήμου κάνει μια πολύ επιδερμική και βιαστική ανάγνωση του κειμένου. Η διάγνωσή του για το περιεχόμενο είναι σαφής: «τεχνοφοβικός λαϊκισμός», «δαιμονοποίηση της τεχνολογίας». Η επιχειρηματολογία του χοντροκομμένη. Η τεχνολογία είναι καλή, οι επικριτές της κακοί. Προσεγγίσεις ανάλογες του άρθρου μου του θυμίζουν τις ανησυχίες για τα φλίπερ και την τηλεόραση. Καμμία απόχρωση, καμμία διάθεση για εμβάθυνση, για διακρίσεις ποιοτήτων ή έστω, ποσοτήτων.

Στο τέλος μάλιστα ο σεβαστός συγγραφέας προσθέτει και μια πονηρούτσικη πινελιά. Αυτές τις τεχνοφοβικές απόψεις (για τις έρευνες έχει να πει ότι είναι μεροληπτικές χωρίς καν να τις σχολιάζει ή να δείχνει ότι τις καταλαβαίνει) τις διακινούν ψυχολόγοι και ψυχίατροι για να «αποκτήσουν νέους πελάτες». Έχει πλάκα, ότι στο άρθρο του δεν κατονομάζει ούτε εμένα, ούτε τις ερευνήτριες στις οποίες αναφέρεται το κείμενό μου (θα μαλλιάσει η γλώσσα μου να λέει διαβάστε προσεκτικά τις έρευνες και τα βιβλία, αλλά κοιτάξτε και γύρω σας τι συμβαίνει), αλλά ούτε και την Καθημερινή -ίσως φοβάται ότι η μνεία θα μας φέρει πελάτες. Ακόμα πιο ειρωνικό είναι το γεγονός ότι στο «Βήμα» που φιλοξενεί το άρθρο του υπάρχει τρισέλιδο ανησυχητικότατο άρθρο ψυχολόγου με τον πηχυαίο τίτλο «Διαδικτυακή εξάρτηση»!

Επιμένω λοιπόν. Μη μείνετε στην παρουσίασή μου, ούτε στα αρθράκια που θα διαβάσετε εδώ κι εκεί. Διαβάστε τις ολοκληρωμένες παρουσιάσεις, τις έρευνες και τα βιβλία, γίνετε ειδήμονες κι εσείς. Έχουμε υπερπληθρωρισμό βιαστικών κι επιδερμικών αναγνώσεων και τεράστιο έλλειμμα συνεπών και κοπιαστικών αναγνώσεων. Οι νέες τεχνολογίες, εκτός των άλλων, μας έχουν κάνει και πιο οκνηρούς αναγνώστες. Μας έχουν δημιουργήσει την ψευδαίσθηση της γνώσης, ενώ στην ουσία μας τροφοδοτούν με άπειρες θραυσματικές πληροφορίες που ενισχύουν τις προκαταλήψεις μας.

Η Ελλάδα είναι διαχρονικά στις τελευταίες θέσεις του δείκτη ψηφιακής οικονομίας και κοινωνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (DESI). Το 2018 μάλιστα, έπεσε μια θέση ακόμα στο σχετικό δείκτη, κι είναι τώρα στην 27η θέση ανάμεσα στις 28 χώρες της ΕΕ. Την ίδια ώρα υπάρχει απ’ το 2016 ένα υπουργείο αφιερωμένο στην ψηφιακή πολιτική. Μπαίνοντας στην ιστοσελίδα του ωστόσο καταλαβαίνει εύκολα κάποιος ότι είναι περισσότερο ένα εργαλείο δημοσίων σχέσεων του υπουργού και των γενικών γραμματέων παρά ένας κόμβος ενημέρωσης για την ουσία της πολιτικής του υπουργείου.

Ο δείκτης DESI (Digital Economy and Society Index) μετρά την πρόοδο που καταγράφουν οι χώρες μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς την ψηφιοποίησή τους. Κάθε χρόνο δημοσιεύεται μια έκθεση που λαμβάνει υπόψη της 5 κριτήρια:
1. Συνδεσιμότητα: Σταθερά ευρυζωνικά δίκτυα, κινητά ευρυζωνικά δίκτυα και τιμές ευρυζωνικών συνδέσεων.
2. Ανθρώπινο κεφάλαιο: Χρήση του διαδικτύου, βασικές και προηγμένες ψηφιακές δεξιότητες.
3. Χρήση διαδικτυακών υπηρεσιών: Χρήση από τους πολίτες του περιεχομένου, των επικοινωνιών και των επιγραμμικών συναλλαγών.
4. Ενσωμάτωση της ψηφιακής τεχνολογίας: Ψηφιοποίηση των επιχειρήσεων και ηλεκτρονικό εμπόριο.
5. Ψηφιακές δημόσιες υπηρεσίες: Ηλεκτρονική διακυβέρνηση και ηλεκτρονικές υπηρεσίες υγείας
Η Ελλάδα είναι σταθερά στις τελευταίες θέσεις του δείκτη. «Συνολικά» αναφέρουν τα συμπεράσματα της έκθεσης, «τα τελευταία έτη, η Ελλάδα δεν έχει σημειώσει μεγάλη πρόοδο σε σύγκριση με άλλα κράτη μέλη της ΕΕ. Το παρελθόν έτος, η πρόοδος ήταν κατά τι πιο αργή από τον μέσο όρο της ΕΕ». Φυσικά δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός. Απλά εγείρονται ορισμένα κρίσιμα ερωτήματα σχετικά με την πολιτική σ’ αυτό τον τομέα.

(περισσότερα…)

Όσο εξελίσσεται η τεχνολογία διακίνησης πληροφοριών τόσο θα διογκώνονται οι προκλήσεις για τη δημοσιογραφία. Η διασπορά ψευδών ειδήσεων κι η παραπληροφόρηση, έχουν γίνει σήμερα ευκολότερες από ποτέ άλλοτε, εξαιτίας του διαδικτύου και των Μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Μπορεί το ψέμα στη δημόσια σφαίρα να είναι αρχαίο, αλλά o ψηφιακός πολιτισμός προσφέρει στην εξαπάτηση μοναδικές ευκαιρίες. Ένα απ’ τα πιο ακραία παραδείγματα όσων θα αντιμετωπίσουμε τα επόμενα χρόνια, εξαιτίας των νέων τεχνολογιών, είναι η ανάπτυξη και η τελειοποίηση λογισμικού επεξεργασίας ήχου και εικόνας με τη συνδρομή της τεχνητής νοημοσύνης.

Σε λίγο που καθένας θα είναι σε θέση να παραγάγει ένα αληθοφανές βίντεο ή ένα ηχητικό, βάζοντας στα χείλη του οποιουδήποτε ό,τι επιθυμεί, τότε τα όρια πραγματικού και πλαστού θα έχουν σχεδόν ακυρωθεί. Οι τεχνολογικές εταιρείες, οι πλατφόρμες, οι πάροχοι, οι δημοσιογράφοι, οι κυβερνήσεις με τις αρχές τους, όσοι διασταυρώνουν ειδήσεις, όλοι θα προσπαθήσουν να ελέγξουν το φαινόμενο, χωρίς αποτέλεσμα όμως. Άπαξ και βγει το τζίνι απ’ το λυχνάρι, εκτιμώ ότι δε θα υπάρξει επιστροφή. Ο δρόμος για το χάος και τον επακόλουθο ολοκληρωτισμό θα είναι ορθάνοιχτος.

Είναι αυτονόητο ότι θα πρέπει να εκπαιδευτούν οι πολίτες έτσι ώστε να είναι σε θέση να κρίνουν, και να διακρίνουν τις ειδήσεις απ’ τα ψεύδη. Κι είναι αυτονόητο, ότι οι δημοσιογράφοι θα φέρουν ένα πολύ μεγάλο μέρος της ευθύνης για όσα θα ακολουθήσουν. Δεν μπορώ πάντως να φανταστώ καλύτερη ευκαιρία για τη δημοσιογραφία, ώστε να ξαναδεί το ρόλο της και να εκτιμηθεί ως απαραίτητο συστατικό υγιών δημοκρατιών. Αν χάσει τη μάχη της εμπιστοσύνης η δημοσιογραφία, τότε θα χάσει η μάχη κι η δημοκρατία. Με αρωγό πάντα την δήθεν ουδέτερη τεχνολογία.