Στις 24 Σεπτεμβρίου 2019, ανέβηκε στο βήμα της γενικής συνέλευσης του ΟΗΕ ο πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανίας, ένας απ’ τους πιο αντισυμβατικούς κι αμφιλεγόμενους πολιτικούς του καιρού μας, κι εκφώνησε έναν πύρινο λόγο, με τον  γνώριμο σαρκαστικό και χιουμοριστικό του τόνο. Ενώ οι περισσότεροι στην αίθουσα θα περίμεναν να ακούσουν μια διασκεδαστική εξιστόρηση της περιπέτειας των Βρετανών να εγκαταλείψουν επιτέλους το όχημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τελικά παρακολούθησαν επί αρκετά λεπτά τον εκκεντρικό άντρα να μιλά για τους κινδύνους των νέων τεχνολογιών, και για το σκοτεινό υπολογιστικό σύννεφο που αποθηκεύει τις ψηφιακές μας δραστηριότητες. «Είναι ένα τεράστιο μαύρο σύννεφο, που δεν ξέρουμε ούτε πως αλλά ούτε και πότε θα εκραγεί» είπε χαρακτηριστικά, ενώ οι κάμερες εστίαζαν σε συνέδρους που χασκογελούσαν πίσω απ’ τα έδρανά τους. 

Ωστόσο, η ομιλία του Μπόρις Τζόνσον πέρασε στα ψιλά ακόμα κι απ’ τον ίδιο. Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, ανέβασε ένα μικρό της απόσπασμα μόνο, ενώ ελάχιστα μίντια την παρουσίασαν, προτιμώντας να αναφερθούν στον 38χρονο Πρόεδρο του Ελ Σαλβαδόρ, Ναγίμπ Μπουκέλε, που τράβηξε μια σέλφι απ’ το βήμα του ΟΗΕ και μίλησε για τα οφέλη των μέσων κοινωνικής δικτύωσης στις κοινωνίες. Ο Τζόνσον χρησιμοποίησε το ίδιο βήμα για να διαφημίσει ένα μεγάλο συνέδριο για την τεχνολογία που θα γίνει στο Λονδίνο το 2020 («όπου παρεμπιπτόντως κατά το 94% του χρόνου δε βρέχει», όπως ανέφερε). Το μήνυμα του Τζόνσον προς τη διεθνή κοινότητα είναι ότι η Μεγάλη Βρετανία σκοπεύει να ηγηθεί ως μια παγκόσμια δύναμη ηθικής κι υπεύθυνης χρήσης των νέων τεχνολογιών. Το κύριο μέλημα, η προτεραιότητα, είναι να υιοθετηθεί ένα σώμα παγκόσμιων αρχών που θα διέπουν τις νέες τεχνολογίες ανά τον πλανήτη και θα συγχρονίζονται με τις αξίες «της ελευθερίας, της ανοιχτότητας και του πλουραλισμού».

Για τον βρετανό πρωθυπουργό οι νέες τεχνολογίες κάνουν κι υπόσχονται πραγματικά σπουδαία πράγματα, προϊόντα κι υπηρεσίες που έχουν τη δυνατότητα να βελτιώσουν την ποιότητα της ζωής όλων μας. Όμως αυτές οι νέες τεχνολογίες μοιάζουν με την πυρηνική ενέργεια. Χρειάζονται μεγάλη προσοχή, γιατί καθιστούν πολύ εύκολη τη διολίσθηση των κοινωνιών μας σ’ ένα καθεστώς παγκοσμιοποιημένου ψηφιακού ολοκληρωτισμού. «Αυτό που διακυβεύεται» σημείωσε ο Τζόνσον, «είναι αν θα κληροδοτήσουμε έναν Οργουελικό κόσμο, που θα έχει σχεδιαστεί να λογοκρίνει, να καταπιέζει και να ελέγχει, ή έναν κόσμο χειραφέτησης, διαλόγου και μάθησης, όπου η τεχνολογία θα απειλεί την πείνα και τις ασθένειες, αλλά όχι τις ελευθερίες μας». Και συνέχισε: «πρέπει να βρούμε τη σωστή ισορροπία ανάμεσα στην ελευθερία και τον έλεγχο, ανάμεσα στην καινοτομία και τις ρυθμίσεις, ανάμεσα στις ιδιωτικές επιχειρήσεις και την κυβερνητική εποπτεία. Πρέπει να επιμείνουμε έτσι ώστε οι ηθικές κρίσεις που βρίσκονται μέσα στα σχέδια των νέων τεχνολογιών να είναι διάφανες σ’ όλους μας».  

«Η ψηφιακή τυραννία» τόνισε ο Τζόνσον, «δεν είναι πια το προϊόν κάποιας δυστοπικής φαντασίας, αλλά μια αναδυόμενη πραγματικότητα». Όταν μια χούφτα εταιριών που εδρεύει στην Κοιλάδα της Σιλικόνης παρακoλουθεί τους πάντες, κι ελέγχει μέσω των αλγορίθμων της τα πάντα, χρειάζεται να υπάρξει περίσκεψη κι αντίδραση. Ο βρετανός πρωθυπουργός πιστεύει ότι η χώρα του, που έχει έναν απ’ τους πιο ανεπτυγμένους τεχνολογικούς τομείς στον κόσμο, μπορεί να γίνει το αντίπαλο δέος, και να στεγάσει τις βάσιμες ανησυχίες περί ψηφιακού ολοκληρωτισμού. Αν μη τι άλλο, του χρόνου στο Λονδίνο, θα γίνει σίγουρα μια ενδιαφέρουσα συνάντηση των απανταχού τεχνοφοβικών και τεχνοσκεπτικιστών.

Θα δίνατε ένα αυτοκίνητο σ’ έναν ενδεκάχρονο ή δεκατριάχρονο παιδί να το οδηγήσει στο οδικό δίκτυο; Θα δίνατε ένα όπλο σ’ ένα οκτάχρονο; Θα αφήνατε ένα τετράχρονο παιδί να χειριστεί ένα αλυσοπρίονο; Όλες αυτές οι τεχνολογίες, χρήσιμες, άχρηστες ή καταστροφικές, απαιτούν όρια, γνώσεις, ωριμότητα, δεξιότητες, γνωστική επάρκεια που συνήθως την αναγνωρίζουμε σε ενήλικους κι όχι σε ανήλικα παιδιά, για λόγους που δεν χρειάζονται πια επεξήγηση. Δυστυχώς, όταν μιλάμε για τις νέες τεχνολογίες πρέπει να συζητάμε ξανά για τα αυτονόητα και να επαναλαμβάνουμε για παράδειγμα ότι η τεχνολογία δεν είναι ουδέτερη, κι ότι υπό συνθήκες μπορεί να γίνει μόνο καταστροφική. Το παράδειγμα του Μορόζοφ είναι εύγλωττο: σε μια κατηφόρα με παγετό, όσο φρένο κι αν πατήσεις στο αυτοκίνητο, δε θα σταματήσει ποτέ. Δυστυχώς, όποιος διατυπώνει κριτική γνώμη ή έρευνα για τις νέες τεχνολογίες, χαρακτηρίζεται απ’ τους «τεχνόφιλους» αμέσως «τεχνοφοβικός» που δαιμονοποιεί την πρόοδο και την τεχνολογία. Όσο όμως είναι προβληματική η άκριτη απόρριψη όλων των νέων τεχνολογιών, τόσο προβληματική είναι και η άκριτη υιοθέτησή τους.  

Αυτή την εβδομάδα ο συγγραφέας Νίκος Δήμου ασχολείται στο κυριακάτικο «Βήμα» (αναδημοσιεύεται στο μπλογκ του εδώ) με το κείμενο που έγραψα στην «Καθημερινή» την προηγούμενη Κυριακή, κι αφορούσε δύο εξαιρετικά βιβλία. Το κείμενο είχε τίτλο «Έφηβοι δεσμώτες των smartphones» και υπότιτλο «πώς η ευρεία χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης οδηγεί τους νέους και ειδικότερα τα κορίτσια στην κατάθλιψη». Ο κύριος Δήμου κάνει μια πολύ επιδερμική και βιαστική ανάγνωση του κειμένου. Η διάγνωσή του για το περιεχόμενο είναι σαφής: «τεχνοφοβικός λαϊκισμός», «δαιμονοποίηση της τεχνολογίας». Η επιχειρηματολογία του χοντροκομμένη. Η τεχνολογία είναι καλή, οι επικριτές της κακοί. Προσεγγίσεις ανάλογες του άρθρου μου του θυμίζουν τις ανησυχίες για τα φλίπερ και την τηλεόραση. Καμμία απόχρωση, καμμία διάθεση για εμβάθυνση, για διακρίσεις ποιοτήτων ή έστω, ποσοτήτων.

Στο τέλος μάλιστα ο σεβαστός συγγραφέας προσθέτει και μια πονηρούτσικη πινελιά. Αυτές τις τεχνοφοβικές απόψεις (για τις έρευνες έχει να πει ότι είναι μεροληπτικές χωρίς καν να τις σχολιάζει ή να δείχνει ότι τις καταλαβαίνει) τις διακινούν ψυχολόγοι και ψυχίατροι για να «αποκτήσουν νέους πελάτες». Έχει πλάκα, ότι στο άρθρο του δεν κατονομάζει ούτε εμένα, ούτε τις ερευνήτριες στις οποίες αναφέρεται το κείμενό μου (θα μαλλιάσει η γλώσσα μου να λέει διαβάστε προσεκτικά τις έρευνες και τα βιβλία, αλλά κοιτάξτε και γύρω σας τι συμβαίνει), αλλά ούτε και την Καθημερινή -ίσως φοβάται ότι η μνεία θα μας φέρει πελάτες. Ακόμα πιο ειρωνικό είναι το γεγονός ότι στο «Βήμα» που φιλοξενεί το άρθρο του υπάρχει τρισέλιδο ανησυχητικότατο άρθρο ψυχολόγου με τον πηχυαίο τίτλο «Διαδικτυακή εξάρτηση»!

Επιμένω λοιπόν. Μη μείνετε στην παρουσίασή μου, ούτε στα αρθράκια που θα διαβάσετε εδώ κι εκεί. Διαβάστε τις ολοκληρωμένες παρουσιάσεις, τις έρευνες και τα βιβλία, γίνετε ειδήμονες κι εσείς. Έχουμε υπερπληθρωρισμό βιαστικών κι επιδερμικών αναγνώσεων και τεράστιο έλλειμμα συνεπών και κοπιαστικών αναγνώσεων. Οι νέες τεχνολογίες, εκτός των άλλων, μας έχουν κάνει και πιο οκνηρούς αναγνώστες. Μας έχουν δημιουργήσει την ψευδαίσθηση της γνώσης, ενώ στην ουσία μας τροφοδοτούν με άπειρες θραυσματικές πληροφορίες που ενισχύουν τις προκαταλήψεις μας.

Η Ελλάδα είναι διαχρονικά στις τελευταίες θέσεις του δείκτη ψηφιακής οικονομίας και κοινωνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (DESI). Το 2018 μάλιστα, έπεσε μια θέση ακόμα στο σχετικό δείκτη, κι είναι τώρα στην 27η θέση ανάμεσα στις 28 χώρες της ΕΕ. Την ίδια ώρα υπάρχει απ’ το 2016 ένα υπουργείο αφιερωμένο στην ψηφιακή πολιτική. Μπαίνοντας στην ιστοσελίδα του ωστόσο καταλαβαίνει εύκολα κάποιος ότι είναι περισσότερο ένα εργαλείο δημοσίων σχέσεων του υπουργού και των γενικών γραμματέων παρά ένας κόμβος ενημέρωσης για την ουσία της πολιτικής του υπουργείου.

Ο δείκτης DESI (Digital Economy and Society Index) μετρά την πρόοδο που καταγράφουν οι χώρες μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς την ψηφιοποίησή τους. Κάθε χρόνο δημοσιεύεται μια έκθεση που λαμβάνει υπόψη της 5 κριτήρια:
1. Συνδεσιμότητα: Σταθερά ευρυζωνικά δίκτυα, κινητά ευρυζωνικά δίκτυα και τιμές ευρυζωνικών συνδέσεων.
2. Ανθρώπινο κεφάλαιο: Χρήση του διαδικτύου, βασικές και προηγμένες ψηφιακές δεξιότητες.
3. Χρήση διαδικτυακών υπηρεσιών: Χρήση από τους πολίτες του περιεχομένου, των επικοινωνιών και των επιγραμμικών συναλλαγών.
4. Ενσωμάτωση της ψηφιακής τεχνολογίας: Ψηφιοποίηση των επιχειρήσεων και ηλεκτρονικό εμπόριο.
5. Ψηφιακές δημόσιες υπηρεσίες: Ηλεκτρονική διακυβέρνηση και ηλεκτρονικές υπηρεσίες υγείας
Η Ελλάδα είναι σταθερά στις τελευταίες θέσεις του δείκτη. «Συνολικά» αναφέρουν τα συμπεράσματα της έκθεσης, «τα τελευταία έτη, η Ελλάδα δεν έχει σημειώσει μεγάλη πρόοδο σε σύγκριση με άλλα κράτη μέλη της ΕΕ. Το παρελθόν έτος, η πρόοδος ήταν κατά τι πιο αργή από τον μέσο όρο της ΕΕ». Φυσικά δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός. Απλά εγείρονται ορισμένα κρίσιμα ερωτήματα σχετικά με την πολιτική σ’ αυτό τον τομέα.

(περισσότερα…)

Όσο εξελίσσεται η τεχνολογία διακίνησης πληροφοριών τόσο θα διογκώνονται οι προκλήσεις για τη δημοσιογραφία. Η διασπορά ψευδών ειδήσεων κι η παραπληροφόρηση, έχουν γίνει σήμερα ευκολότερες από ποτέ άλλοτε, εξαιτίας του διαδικτύου και των Μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Μπορεί το ψέμα στη δημόσια σφαίρα να είναι αρχαίο, αλλά o ψηφιακός πολιτισμός προσφέρει στην εξαπάτηση μοναδικές ευκαιρίες. Ένα απ’ τα πιο ακραία παραδείγματα όσων θα αντιμετωπίσουμε τα επόμενα χρόνια, εξαιτίας των νέων τεχνολογιών, είναι η ανάπτυξη και η τελειοποίηση λογισμικού επεξεργασίας ήχου και εικόνας με τη συνδρομή της τεχνητής νοημοσύνης.

Σε λίγο που καθένας θα είναι σε θέση να παραγάγει ένα αληθοφανές βίντεο ή ένα ηχητικό, βάζοντας στα χείλη του οποιουδήποτε ό,τι επιθυμεί, τότε τα όρια πραγματικού και πλαστού θα έχουν σχεδόν ακυρωθεί. Οι τεχνολογικές εταιρείες, οι πλατφόρμες, οι πάροχοι, οι δημοσιογράφοι, οι κυβερνήσεις με τις αρχές τους, όσοι διασταυρώνουν ειδήσεις, όλοι θα προσπαθήσουν να ελέγξουν το φαινόμενο, χωρίς αποτέλεσμα όμως. Άπαξ και βγει το τζίνι απ’ το λυχνάρι, εκτιμώ ότι δε θα υπάρξει επιστροφή. Ο δρόμος για το χάος και τον επακόλουθο ολοκληρωτισμό θα είναι ορθάνοιχτος.

Είναι αυτονόητο ότι θα πρέπει να εκπαιδευτούν οι πολίτες έτσι ώστε να είναι σε θέση να κρίνουν, και να διακρίνουν τις ειδήσεις απ’ τα ψεύδη. Κι είναι αυτονόητο, ότι οι δημοσιογράφοι θα φέρουν ένα πολύ μεγάλο μέρος της ευθύνης για όσα θα ακολουθήσουν. Δεν μπορώ πάντως να φανταστώ καλύτερη ευκαιρία για τη δημοσιογραφία, ώστε να ξαναδεί το ρόλο της και να εκτιμηθεί ως απαραίτητο συστατικό υγιών δημοκρατιών. Αν χάσει τη μάχη της εμπιστοσύνης η δημοσιογραφία, τότε θα χάσει η μάχη κι η δημοκρατία. Με αρωγό πάντα την δήθεν ουδέτερη τεχνολογία.

Διαβάζω σήμερα ότι το Πανεπιστήμιο Tufts εφηύρε ένα τσιπ, το οποίο επικολλάται στα δόντια και καταγράφει ως αισθητήρας τη χημική σύσταση των περιεχομένων που μπαίνουν στο στόμα. Ταυτόχρονα, αναλύει και στέλνει τα δεδομένα σε μια κινητή συσκευή. Η εφεύρεση έχει ιατρικό χαρακτήρα και ελπίζουν οι ερευνητές ότι θα σώσει πολλές ζωές. Οι εφαρμογές της επαφύονται στην ανθρώπινη δημιουργικότητα, δηλώνει ένας εκ των υπευθύνων του εργαστηρίου. Πράγματι, το τσιπάκι μπορεί να στείλει μήνυμα στο αυτοκίνητό σου, αφού έχεις πιει μερικά ποτά και να το κλειδώσει. Ή να προειδοποιήσει τους γιατρούς σου ότι τρως πολλά περισσότερα γλυκά απ’ όσο αντέχει το σύστημά σου. Κανείς δε θα αρνηθεί ότι στην ιατρική θα υπάρξουν πολλές επωφελείς χρήσεις από μια τέτοια τεχνολογία. Αλλά τι θα γίνει όταν τέτοιες συσκευές γίνουν ευρύτερα προσιτές στους πολίτες; Όταν θα μπορείς να κολλήσεις ένα τέτοιο αυτοκόλλητο σε οποιονδήποτε χωρίς να το καταλάβει;

Ζούμε σε μια κοινωνία παρακολούθησης. Έχουμε εθιστεί στην παρακολούθηση των άλλων και των εαυτών μας, έχουμε εξοικειωθεί να μας παρακολουθούν το καθετί, μας δίνει ασφάλεια προφανώς αυτό, κι είναι οικονομικά συμφέρον μάλιστα, κάνοντας πολλούς να μιλούν για την οικονομία της παρακολούθησης. Σε τι θα οδηγήσει όμως όλο αυτό; Ο άνθρωπος που ξέρει ότι τον παρακολουθούν τροποποιεί τη συμπεριφορά του, όχι πάντα προς το καλύτερο. Θα χάσουμε εντελώς την αυθεντικότητά μας; Θα γίνουμε όλοι ηθοποιοί στο Πανοπτικόν του Μπένθαμ; Ποιά είναι τα όρια της διαφάνειας; Δε θα αφήσουμε τίποτα κρυφό; Όλα θα γίνουν αντικείμενο προβολής και εκμετάλλευσης; Είμαστε διατεθειμένοι να πληρώσουμε τόσο υψηλό κόστος για να απαλλαγούμε απ’ το φόβο του θανάτου; Τα ερωτήματα είναι ατέλειωτα.

Στα αισθητηριακά μας όργανα προσθέτουμε τώρα τους τεχνητούς αισθητήρες. Εκχωρούμε ακόμα και την πιο μοίχια σκέψη μας στις μηχανές και παραχωρούμε αβίαστα κάθε δυνατή ιδιωτικότητα. Κι έτσι νιώθουμε ασφαλείς. Στα γυάλινα κουτιά μας. Ας το σκεφτούμε όσο ακόμα υπάρχει λίγος χρόνος μπροστά μας.

Χρησιμοποιώντας καθημερινά το Facebook και διαδρώντας με το περιεχόμενό του, του παρέχουμε αφειδώς δεδομένα για τις προτιμήσεις και το ποιόν μας, τροφοδοτώντας τον αλγόριθμό του με ολοένα και περισσότερο υλικό ώστε να μας στοχεύονται συναφείς με τα ενδιαφέροντά σου διαφημίσεις. Αυτό είναι το επιχειρηματικό μοντέλο της Facebook, δεν είναι σπουδαίο νέο. Η δωρεάν χρήση της πλατφόρμας μας παρέχεται με το τίμημα της θέασης διαφημίσεων. Όμως για να λειτουργήσει αυτό το μοντέλο χρειάζεται τα δεδομένα να είναι ακριβή και άφθονα, γι’ αυτό κάθε κίνησή μας εντός του καταγράφεται κι αναλύεται με όλο και πιο εξεζητημένους τρόπους. Η Facebook δεν μένει μόνο στα δεδομένα που της παρέχουμε ως χρήστες πατώντας πάνω σε συνδέσμους, πορφίλ, φωτογραφίες, ή και κάνοντας chat, αλλά με βάση τις συμπεριφορές μας κάνει και προβλέψεις, γεγονός που στο μέλλον θα πάρει ολοένα και πιο τρομακτικές διαστάσεις. Σκέφτομαι την εξέλιξη της πολιτικής καμπάνιας στο Facebook και με πιάνει κρύος ιδρώτας. Τα πρόσφατα παρεδείγματα των αμερικανικών εκλογών και του Brexit προσφέρουν ένα πρώτο παράδειγμα χρήσης του εν λόγω δικτύου, που το καθιστά πραγματικά ένα υπερόπλο χειραγώγισης κι επηρεασμού.

Γι’ αυτό νομίζω ότι έχει μεγάλο ενδιαφέρον να δει κάποιος τι αποκαλύπτει η εταιρεία για τον καθένα μας χωριστά. Πηγαίνοντας σ’ αυτή τη διεύθυνση, στο Your information > Your Categories βλέπεις τι λέει η εταιρεία ότι γνωρίζει για εσένα. Θεωρώ ότι είναι ήδη αρκετά για να έχει κάποιος μια πολύ πιο κριτική στάση απέναντί της. Ο χρήστης είναι κανονικότατα ένα παραμετροποιημένο προϊόν προς πώληση στους διαφημιζόμενους. Αυτό που βλέπουμε στο news feed είναι το αποτέλεσμα της ανάλυσης που γίνεται με βάση τα προσωπικά μας δεδομένα. Θα επανέλθω.

Ακολουθεί μήνυμα ψηφιακής ενδυνάμωσης

hand-touch-512Βάσει έρευνας, αγγίζουμε κατά μέσο όρο πάνω από 2.617 φορές την ημέρα το κινητό μας τηλέφωνο, ένα εκατομμύριο το χρόνο, δίνοντας εντολή για κάποια λειτουργία, και κάνουμε πάνω από 400 κλικ κατά μέσο όρο ημερισίως στους υπολογιστές μας. Πόσες απ’ αυτές τις κινήσεις έχουν πραγματικό νόημα και πόσες είναι μια απλή σπατάλη χρόνου κι ενέργειας;

Το μεγαλύτερο μέρος της πληροφορίας μας έρχεται πλέον απ’ το διαδίκτυο και τα νέα Μέσα.

Ενώ η στάση μας ως αναγνωστών και θεατών είναι παθητική, έχουμε μια ενεργητική κίνηση που σπάνια εκλαμβάνεται ως τέτοια. Aναφέρομαι στο κλικ, στην απειροελάχιστη αυτή κίνηση επιλογής, που φέρνει μπροστά στα μάτια μας το είδωλο του κόσμου.

Αυτό το ταπεινό κλικ μας έχει δύναμη. (περισσότερα…)