Διαβάζω σήμερα ότι το Πανεπιστήμιο Tufts εφηύρε ένα τσιπ, το οποίο επικολλάται στα δόντια και καταγράφει ως αισθητήρας τη χημική σύσταση των περιεχομένων που μπαίνουν στο στόμα. Ταυτόχρονα, αναλύει και στέλνει τα δεδομένα σε μια κινητή συσκευή. Η εφεύρεση έχει ιατρικό χαρακτήρα και ελπίζουν οι ερευνητές ότι θα σώσει πολλές ζωές. Οι εφαρμογές της επαφύονται στην ανθρώπινη δημιουργικότητα, δηλώνει ένας εκ των υπευθύνων του εργαστηρίου. Πράγματι, το τσιπάκι μπορεί να στείλει μήνυμα στο αυτοκίνητό σου, αφού έχεις πιει μερικά ποτά και να το κλειδώσει. Ή να προειδοποιήσει τους γιατρούς σου ότι τρως πολλά περισσότερα γλυκά απ’ όσο αντέχει το σύστημά σου. Κανείς δε θα αρνηθεί ότι στην ιατρική θα υπάρξουν πολλές επωφελείς χρήσεις από μια τέτοια τεχνολογία. Αλλά τι θα γίνει όταν τέτοιες συσκευές γίνουν ευρύτερα προσιτές στους πολίτες; Όταν θα μπορείς να κολλήσεις ένα τέτοιο αυτοκόλλητο σε οποιονδήποτε χωρίς να το καταλάβει;

Ζούμε σε μια κοινωνία παρακολούθησης. Έχουμε εθιστεί στην παρακολούθηση των άλλων και των εαυτών μας, έχουμε εξοικειωθεί να μας παρακολουθούν το καθετί, μας δίνει ασφάλεια προφανώς αυτό, κι είναι οικονομικά συμφέρον μάλιστα, κάνοντας πολλούς να μιλούν για την οικονομία της παρακολούθησης. Σε τι θα οδηγήσει όμως όλο αυτό; Ο άνθρωπος που ξέρει ότι τον παρακολουθούν τροποποιεί τη συμπεριφορά του, όχι πάντα προς το καλύτερο. Θα χάσουμε εντελώς την αυθεντικότητά μας; Θα γίνουμε όλοι ηθοποιοί στο Πανοπτικόν του Μπένθαμ; Ποιά είναι τα όρια της διαφάνειας; Δε θα αφήσουμε τίποτα κρυφό; Όλα θα γίνουν αντικείμενο προβολής και εκμετάλλευσης; Είμαστε διατεθειμένοι να πληρώσουμε τόσο υψηλό κόστος για να απαλλαγούμε απ’ το φόβο του θανάτου; Τα ερωτήματα είναι ατέλειωτα.

Στα αισθητηριακά μας όργανα προσθέτουμε τώρα τους τεχνητούς αισθητήρες. Εκχωρούμε ακόμα και την πιο μοίχια σκέψη μας στις μηχανές και παραχωρούμε αβίαστα κάθε δυνατή ιδιωτικότητα. Κι έτσι νιώθουμε ασφαλείς. Στα γυάλινα κουτιά μας. Ας το σκεφτούμε όσο ακόμα υπάρχει λίγος χρόνος μπροστά μας.

Η Cambridge Analytica είναι η εταιρεία που βοήθησε τον Τραμπ να εκλεγεί το Νοέμβριο του 2016 στην προεδρία των ΗΠΑ, κι είναι η εταιρεία που βοήθησε την καμπάνια υπέρ του Brexit την ίδια χρονιά. Ανήκει μερικώς στον πολύ εύπορο επιχειρηματία Ρόμπερτ Μέρσερ και διοικείται απ’ τον Αλεξάντερ Νιξ.

Αυτοσυστήνεται ως μια εταιρεία μάρκετινγκ με ειδίκευση στα δεδομένα, στα μεγάλα δεδομένων. Τι σημαίνει αυτό; Είναι ένας καλοκουρδισμένος μηχανισμός χειραγώγισης που συλλέγει δεδομένα πολιτών, κυρίως απ’ τα Μέσα κοινωνικής δικτύωσης και το Facebook με το πρόσχημα της έρευνας, που τα επεξεργάζεται κατάλληλα ώστε να δημιουργήσει οικονομικά, κοινωνικά και ψυχολογικά προφίλ των πολιτών κι έπειτα να παράγει εξατομικευμένα μηνύματα επηρεασμού. Η καινοτομία της εταιρείας έγκειται στον ψυχολογικό παράγοντα, στον πλούτο των δεδομένων και τη δυνατότητα εξατομίκευσης της στόχευσης.

Όπως λέει ο εκπρόσωπος της εταιρείας στο ρεπορτάζ που έκανε με κρυφή κάμερα το Channel 4, «οι εκλογές δεν κερδίζονται με επίκληση γεγονότων, εδώ όλα στρέφονται γύρω απ’ το συναίσθημα». Απ’ την εποχή του Γκυστάβ Λεμπόν ως σήμερα, αυτός είναι ο κοινός τόπος: οι εκλογές κερδίζονται με χειρισμό του συναισθήματος.«Εδώ όλα αφορούν στις ελπίδες και τους φόβους των ανθρώπων» προσθέτει ο εκπρόσωπος που φιλμάρεται εν αγνοία του, «αλλά με ελπίδες και φόβους άφατους κι ασυνείδητους, που τους συνειδητοποιείς μόνο όταν λάβεις συγκεκριμένα ερεθίσματα». Πόσο πιο εύκολα γίνονται όλα με τα νέα Μέσα. Όταν ξέρεις αναλυτικά τις προτιμήσεις, τα γούστα, τους φίλους, τις συνήθειες, τα αγαπημένα βιβλία, τα αγαπημένα εστιατόρια, την κουλτούρα του καθενός είσαι σε θέση να σερβίρεις ένα μοναδικό πιάτο για τον καθένα. Χωρίς το Facebook αυτή η δουλειά θα ήταν αδύνατη. Για την υπόθεση που ήρθε προχθές τη δημοσιότητα, 50 εκατομμύρια πολίτες -μαζί κι εμείς- έδωσαν οικειοθελώς στην επιχείρηση τα δεδομένα τους, ανοίγοντάς της την πόρτα στο ασυνείδητό τους. Το ψηφιακό πασπαρτού της Cambridge analytica είναι το λεγόμενο micro targeting, η εξατομίκευση του μηνύματος. Τώρα οι πολιτικοί σχηματισμοί δεν έχουν ανάγκη να στέλνουν μηνύματα στις μάζες δια τηλεόρασης ή ραδιοφώνου. Ένας πρώην εργαζόμενος της εταιρείας λέει  στη Guardian χαρακτηριστικά ότι τώρα είμαστε σε θέση να «ψιθυρίζουμε στο αυτί των ψηφοφόρων». Λέει κι άλλα ενδιαφέροντα, αξίζει να τον δείτε.

Όμως στο ρεπορτάζ του Channel 4 αποκαλύπτεται ότι η εταιρεία κάνει χρήση κι άλλων, πιο «παραδοσιακών» μεθόδων πολιτικής καμπάνιας, όπως το να προσφέρει υπηρεσίες παγίδευσης πολιτικών αντιπάλων με αθέμιτους τρόπους, ή να αναδεικνύει τους σκελετών που έχουν στις ντουλάπες τους. Σαν να λέμε, παντρεύουν τα τεχνολογικά όπλα με τα παλιά τσεκούρια και δημιουργούν ένα υπερόπλο που μοιάζει ανίκητο. Χωρίς υπερβολή, μοιάζει σαν να χακάρουν τη δημοκρατία ακόμα πιο αποτελεσματικά απ’ ότι το έκανε στο παρελθόν η τηλεόραση, το ραδιόφωνο κι ο Τύπος. Μπροστά σ’ αυτό το άνευ προηγουμένου πείραμα άλωσης της δημοκρατικής διαδικασίας, η πολιτική διαφήμιση στην τηλεόραση και στο ραδιόφωνο μοιάζει εντελώς αθώα. Πρώτα δημιουργούν το πλήρες ψυχολογικό σου προφίλ, μετά φτιάχνουν τα μηνύματα που θα σε διεγείρουν και τέλος τεστάρουν τι περιεχόμενα, σε τι μορφή, και σε τι συχνότητα θα σε προσεγγίσουν για να κάνεις αυτό που πρέπει. Ειδικά για εσένα. Με τη συγκατάθεση των Μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Το Facebook μια τρομερή μηχανή παρακολούθησης, δίνει τα δεδομένα στην Cambridge Analytica, μια τρομερή μηχανή χειραγώγισης κι οι πολιτικοί αξιοποιούν τα εργαλεία για να κερδίσουν εκλογές. Κι όλα αυτά στη σκιά, σε καθεστώς μυστικότητας.

Ποιος αποφάσισε ότι εφεξής αυτός θα είναι ο τρόπος διεξαγωγής της πολιτικής διαμάχης; Που είναι η υπόσχεση της διαφάνειας, της λογοδοσίας, της ανοιχτότητας που θα έφερνε το διαδίκτυο; Που είναι η απελευθερωτική δύναμη της τεχνολογίας; Πως θα προστατευθεί ο πολίτης, πως θα προστατευθεί η δημοκρατία απ’ αυτή την ακραία επίθεση; Δε θέλω να είμαι μάντης κακών, αλλά δύσκολα θα προκύψουν σοβαρές λύσεις. Είναι μια πρόκληση που πρέπει να μας απασχολήσει όλους.