Όσο εξελίσσεται η τεχνολογία διακίνησης πληροφοριών τόσο θα διογκώνονται οι προκλήσεις για τη δημοσιογραφία. Η διασπορά ψευδών ειδήσεων κι η παραπληροφόρηση, έχουν γίνει σήμερα ευκολότερες από ποτέ άλλοτε, εξαιτίας του διαδικτύου και των Μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Μπορεί το ψέμα στη δημόσια σφαίρα να είναι αρχαίο, αλλά o ψηφιακός πολιτισμός προσφέρει στην εξαπάτηση μοναδικές ευκαιρίες. Ένα απ’ τα πιο ακραία παραδείγματα όσων θα αντιμετωπίσουμε τα επόμενα χρόνια, εξαιτίας των νέων τεχνολογιών, είναι η ανάπτυξη και η τελειοποίηση λογισμικού επεξεργασίας ήχου και εικόνας με τη συνδρομή της τεχνητής νοημοσύνης.

Σε λίγο που καθένας θα είναι σε θέση να παραγάγει ένα αληθοφανές βίντεο ή ένα ηχητικό, βάζοντας στα χείλη του οποιουδήποτε ό,τι επιθυμεί, τότε τα όρια πραγματικού και πλαστού θα έχουν σχεδόν ακυρωθεί. Οι τεχνολογικές εταιρείες, οι πλατφόρμες, οι πάροχοι, οι δημοσιογράφοι, οι κυβερνήσεις με τις αρχές τους, όσοι διασταυρώνουν ειδήσεις, όλοι θα προσπαθήσουν να ελέγξουν το φαινόμενο, χωρίς αποτέλεσμα όμως. Άπαξ και βγει το τζίνι απ’ το λυχνάρι, εκτιμώ ότι δε θα υπάρξει επιστροφή. Ο δρόμος για το χάος και τον επακόλουθο ολοκληρωτισμό θα είναι ορθάνοιχτος.

Είναι αυτονόητο ότι θα πρέπει να εκπαιδευτούν οι πολίτες έτσι ώστε να είναι σε θέση να κρίνουν, και να διακρίνουν τις ειδήσεις απ’ τα ψεύδη. Κι είναι αυτονόητο, ότι οι δημοσιογράφοι θα φέρουν ένα πολύ μεγάλο μέρος της ευθύνης για όσα θα ακολουθήσουν. Δεν μπορώ πάντως να φανταστώ καλύτερη ευκαιρία για τη δημοσιογραφία, ώστε να ξαναδεί το ρόλο της και να εκτιμηθεί ως απαραίτητο συστατικό υγιών δημοκρατιών. Αν χάσει τη μάχη της εμπιστοσύνης η δημοσιογραφία, τότε θα χάσει η μάχη κι η δημοκρατία. Με αρωγό πάντα την δήθεν ουδέτερη τεχνολογία.

Έλεγα χθες το μσεημέρι στην εκπομπή του Κωνσταντίνου Μπογδάνου Mea Culpa στο ραδιόφωνο Thema Radio ότι στο Facebook έχουν πιθανώς αρχίσει να εξετάζουν σοβαρά το ενδεχόμενο να εισάγουν μια επί πληρωμή εκδοχή της πλατφόρμας, θέλοντας να θεραπεύσουν τις πάγιες πια παθογένειές τους. Τον ισχυρισμό αυτό τον βάσισα σε μια αποστροφή του λόγου του Zuckerberg στην κατάθεσή του προχθές στη Γερουσία.

«There always be a version of Facebook that is free» είπε, απαντώντας στις επίμονες ερωτήσεις ενός Γερουσιαστή.

Η αλήθεια είναι ότι μια ολοκληρωτική στροφή του Facebook προς το συνδρομητικό μοντέλο θα σήμαινε αυτοκτονία. Όμως, η υιοθέτηση μιας παράλληλης σφαίρας, μιας premium πλατφόρμας όπου θα διακινούνταν το ποιοτικό, πιστοποιημένο περιεχόμενο θα μπορούσε πιθανώς να λύσει το πρόβλημα που αντιμετωπίζει σήμερα ο Zuckerberg. Γιατί το πρόβλημά του είναι δομικό, είναι το ίδιο το επιχειρηματικό του μοντέλο, που παρέχει δωρεάν στους χρήστες το εργαλείο, αλλά τους αφήνει έκθετους στους διαφημιζόμενους. Κι όταν οι διαφημιζόμενοι είναι «νέοι, ωραίοι και έξυπνοι» τα πράγματα μπορούν εύκολα να βγουν εκτός ελέγχου. Τα δεδομένα των χρηστών γίνονται χρυσάφι κι όπλο. Οι πιέσεις προς τους διαφημιστές ώστε να γίνει καταλληλότερη στόχευση, και να παραχθεί μήνυμα εξατομικευμένο, γίνεται αφόρητη. Το διαφημισιοκεντρικό μοντέλο του Facebook είναι αυτό που θα του παράγει αιώνια προβλήματα γιατί θα επιτρέπει στον καθένα να αξιοιποιεί τον πλούτο των δεδομένων όπως επιθυμεί -αυτό κανείς δε μπορεί να το αποτρέψει, ούτε οι αλγόριθμοι, ούτε  \η πιο εξελιγμένη τεχνητή νοημοσύνη.

Οπότε; Μια συνδρομητική υπηρεσία, όπως το Spotify και το Netflix, που θα συγκεντρώνει premium μέλη και premium παραγωγούς περιεχομένου, με ασυναγώνιστη εμπειρία για τον χρήστη, είναι μια πιθανή λύση. Το Facebook μπορεί να το κάνει, ακόμα και σαν ένα πείραμα που ρισκάρει να αποτύχει. Τώρα που ο Zuckerberg παραδέχτηκε δημόσια ότι είναι υπεύθυνος για το περιεχόμενο που δημοσιεύεται στην πλατφόρμα του, μπορεί να κάνει το επόμενο βήμα και να γίνει ο ίδιος παραγωγός περιεχομένου, προσλαμβάνοντας ακόμα και δημοσιογράφους. Προσωπικά δεν το θεωρώ καθόλου απίθανο. Είναι ένας απ’ τους πιο ισχυρούς ανθρώπους αυτή τη στιγμή στον κόσμο και δείχνει να καταλαβαίνει ότι τα Μέσα δεν είναι παιχνίδι. Ο κόσμος εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό απ’ τις αποφάσεις και το παράδειγμά του.

Διαβάζω σήμερα ότι το Πανεπιστήμιο Tufts εφηύρε ένα τσιπ, το οποίο επικολλάται στα δόντια και καταγράφει ως αισθητήρας τη χημική σύσταση των περιεχομένων που μπαίνουν στο στόμα. Ταυτόχρονα, αναλύει και στέλνει τα δεδομένα σε μια κινητή συσκευή. Η εφεύρεση έχει ιατρικό χαρακτήρα και ελπίζουν οι ερευνητές ότι θα σώσει πολλές ζωές. Οι εφαρμογές της επαφύονται στην ανθρώπινη δημιουργικότητα, δηλώνει ένας εκ των υπευθύνων του εργαστηρίου. Πράγματι, το τσιπάκι μπορεί να στείλει μήνυμα στο αυτοκίνητό σου, αφού έχεις πιει μερικά ποτά και να το κλειδώσει. Ή να προειδοποιήσει τους γιατρούς σου ότι τρως πολλά περισσότερα γλυκά απ’ όσο αντέχει το σύστημά σου. Κανείς δε θα αρνηθεί ότι στην ιατρική θα υπάρξουν πολλές επωφελείς χρήσεις από μια τέτοια τεχνολογία. Αλλά τι θα γίνει όταν τέτοιες συσκευές γίνουν ευρύτερα προσιτές στους πολίτες; Όταν θα μπορείς να κολλήσεις ένα τέτοιο αυτοκόλλητο σε οποιονδήποτε χωρίς να το καταλάβει;

Ζούμε σε μια κοινωνία παρακολούθησης. Έχουμε εθιστεί στην παρακολούθηση των άλλων και των εαυτών μας, έχουμε εξοικειωθεί να μας παρακολουθούν το καθετί, μας δίνει ασφάλεια προφανώς αυτό, κι είναι οικονομικά συμφέρον μάλιστα, κάνοντας πολλούς να μιλούν για την οικονομία της παρακολούθησης. Σε τι θα οδηγήσει όμως όλο αυτό; Ο άνθρωπος που ξέρει ότι τον παρακολουθούν τροποποιεί τη συμπεριφορά του, όχι πάντα προς το καλύτερο. Θα χάσουμε εντελώς την αυθεντικότητά μας; Θα γίνουμε όλοι ηθοποιοί στο Πανοπτικόν του Μπένθαμ; Ποιά είναι τα όρια της διαφάνειας; Δε θα αφήσουμε τίποτα κρυφό; Όλα θα γίνουν αντικείμενο προβολής και εκμετάλλευσης; Είμαστε διατεθειμένοι να πληρώσουμε τόσο υψηλό κόστος για να απαλλαγούμε απ’ το φόβο του θανάτου; Τα ερωτήματα είναι ατέλειωτα.

Στα αισθητηριακά μας όργανα προσθέτουμε τώρα τους τεχνητούς αισθητήρες. Εκχωρούμε ακόμα και την πιο μοίχια σκέψη μας στις μηχανές και παραχωρούμε αβίαστα κάθε δυνατή ιδιωτικότητα. Κι έτσι νιώθουμε ασφαλείς. Στα γυάλινα κουτιά μας. Ας το σκεφτούμε όσο ακόμα υπάρχει λίγος χρόνος μπροστά μας.