Πριν σπεύσετε να με χαρακτηρίσετε φαλλοκράτη, σεξιστή, πεζό ή οτιδήποτε άλλο σεβαστοί αναγνώστες κι αγαπημένες μου αναγνώστριες αναλογιστείτε λίγο τη θέση μου. Στη γυναίκα που αγαπώ και με την οποία έχω την τύχη να συμβιώ επί μακρόν, έχω κάνει όλα τα δώρα που μπορεί να κάνει τόσο ένα συνηθισμένος, όσο κι ένας πιο ευφάνταστος σύγχρονος άντρας. Της έχω πάρει τα απαραίτητα του πρώτου καιρού, κοσμήματα, εσώρουχα, ταξίδια, έχω αποφύγει συνηθισμένες κακοτοπιές, έχω αγοράσει τσάντες, αξεσουάρ, μυθιστορήματα του Πολ Όστερ και της Χάνα Γιαναγκιχάρα, ρολόγια, συλλεκτικά βινύλια του Λέοναρντ Κοέν, και πολλά άλλα που δε μπορώ να αναφέρω εδώ. Φέτος όμως η φαντασία μου στέρεψε και για να πω τη αλήθεια, κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες δεν είχα καμία όρεξη να ασχοληθώ με δώρα. Προμηθεύτηκα με βαριά καρδιά απ’ το ίντερνετ δύο καινούργιες ηλεκτρονικές συσκευές για τα αγγελούδια μας, γνωρίζοντας ότι μ’ αυτά θα ξεμπέρδευα γρήγορα. Ό,τι δώρο κι αν κάνεις στα παιδιά μας, τους είναι σκανδαλωδώς αδιάφορο. Εκτός κι αν έχουν κάποιο ηλεκτρονικό κύκλωμα μέσα τους, πράγμα που θα εξάψει έστω και για μερικές μέρες το ενδιαφέρον τους. Έπειτα, γρήγορα θα επανέλθουν στη νιρβάνα που τους «πουσάρει» όπως τα ακούω να λένε, ο τεχνοπολιτισμός. 

Η κατάσταση, από όπου κι αν τη δω είναι ανησυχητική. Έχουμε διαβεί το Ρουβίκωνα της μέσης ηλικίας και ως λειτουργικοί μάλλον κι οι δυο στις ζωές μας, με τα σχετικά προνόμια που απορρέουν από τη ζωή στο προβλέψιμο κοπάδι της μεσαίας τάξης, αναγνωρίζουμε πια ότι είναι ελάχιστα αυτά που θα μας έδιναν, τόσο στη γυναίκα μου όσο και σε ‘μένα, πραγματική χαρά. Είναι σαν να έχει περάσει από πάνω μας μια ηλεκτρική σκούπα και μαζί με το σφρίγος των νευρωνικών μας συνάψεων, να έχει ρουφήξει μαζί κατά λάθος και το νόημα της ζωής. Το χριστουγεννιάτικο δώρο είναι μια μπαναλιτέ που αν εξαφανιστεί απ’ τον ορίζοντα – όπως πολλές ακόμα συμβάσεις – ίσως προκαλέσει τη συνειδητοποίηση μιας πολύ πιο σοβαρής απώλειας, γι’ αυτό είναι επιτακτική η διατήρησή της. 

Για να μη σας κουράζω άλλο με υπεκφυγές, καθώς είναι φανερό ότι νιώθω αμήχανα μ’ αυτή την εξομολόγηση, και την αναβάλλω ασυνείδητα, αποφάσισα να της αγοράσω ένα τηγάνι. Εμπιστεύτηκα την πρόταση που μου έκανε ο προσωποποιημένος αλγόριθμος στην οθόνη μου σχετικά με «έξυπνα δώρα» και πήγα ευθύς αμέσως στο πιο πολυτελές εμπορικό κέντρο της πόλης, αναζητώντας το πολυτελέστερο κατάστημα οικιακών ειδών. Για να πειστείτε σχετικά με το μέγεθος των ενοχών που είχα πάρει μια τόσο αξιοκατάκριτη απόφαση για έναν σύγχρονο άντρα, η πρώτη κουβέντα που είπα στην γλυκύτατη νεαρή πωλήτρια, ήταν: «ξέρω ότι ακούγεται απαίσιο, αλλά σ’ αυτές τις γιορτές θέλω να κάνω δώρο στη γυναίκα μου ένα τηγάνι». Εκείνη με κοίταξε αινιγματικά και είπε: «α, μην ανησυχείτε καθόλου. Είναι η νέα τάση. Έρχονται διαρκώς άντρες όπως κι εσείς, και αγοράζουν για τις συζύγους τους κουζινικά. Ήταν ταμπού παλιότερα, κι όλα αυτά τα σκεύη αγοράζονταν μόνο ως δώρα γάμου. Σήμερα ο κόσμος έχει απελευθερωθεί, και οι κυρίες δεν εκλαμβάνουν τα μαγειρικά σκεύη ως σημάδια φθοράς του γάμου τους».   

Έκπληκτος με την απάντηση της υπαλλήλου, και καταλαβαίνοντας ότι είχα μείνει πίσω τόσα χρόνια, που συνέχιζα να βασανίζω το μυαλό μου για να βρω κατάλληλο δώρο που να πληροί τον εύθραυστο συνδυασμό των κριτηρίων συζυγικής αλληλεγγύης και γαμήλιας πολιτικής ορθότητας, ζήτησα γρήγορα να μάθω ποιες ήταν οι επιλογές μου. Η νεαρή έκανε πρόθυμα μια πιρουέτα και κατεύθυνε το βλέμμα μου σ’ ένα μάλλον αδιάφορο ράφι. «Αυτά είναι τα συμβατικά μας τηγάνια. Οι τιμές τους ξεκινούν απ’ τα 50 ευρώ και φτάνουν ως τα 200», μου λέει. Χωρίς να χάσει χρόνο, κινεί μαγικά τα χέρια της, σαν να διευθύνει αόρατη ορχήστρα, και τώρα το βλέμμα μου έχει κεντράρει σ’ ένα παραπλήσιο ράφι, όπου φιγουράρει ένα μοναδικό τηγάνι, ομολογουμένως εντυπωσιακής αισθητικής. «Αυτό εδώ κοστίζει σχεδόν τα διπλά, περίπου 500 ευρώ, αλλά θα το έχετε για τουλάχιστον 30 χρόνια, τόση είναι η εγγύησή του εξάλλου. Αυτό το τηγάνι είναι η “Πόρσε των κουζινικών”. Η σύζυγός σας θα το λατρέψει». Η νεαρή έκανε μια παύση αφήνοντάς με να επεξεργαστώ τις πληροφορίες. Τραβήχτηκα σε μια γωνιά να σκεφτώ, σαστισμένος με την περιπλοκότητα μιας απόφασης που θεωρούσα αστεία.  

«Επειδή βλέπω ότι σκέφτεστε σοβαρά να επενδύσετε στο μαγειρικό μέλλον της οικογένειάς σας», επανήλθε η υπάλληλος, «έχω να σας δείξω κάτι που μόνο σε εκλεκτούς πελάτες δείχνουμε. Τι λέτε, θα σας ενδιέφερε;». Το κατάστημα είναι πλημμυρισμένο από μια μεθυστική οσμή που μοιάζει να έχει κάμψει προσωρινά τις αντιστάσεις μου. Μάλιστα έχω την εντύπωση ότι η πωλήτρια με φλερτάρει. Μου κάνει νεύμα να την ακολουθήσω και κατεβαίνουμε μια ολόλευκη σπειροειδή σκάλα. Αυτόματα ανάβουν εκτυφλωτικά φώτα στο κέντρο της αίθουσας, ενώ γύρω ακούγεται λευκός θόρυβος. Μοιραία η προσοχή μου εστιάζεται στη βιτρίνα που δεσπόζει σαν να ίπταται στο πιο φωτεινό σημείο του χώρου. «Αυτό είναι το μαγειρικό σκεύος “Τόμας Μουρ”» μου λέει με επισημότητα. «Είναι το έξυπνο τηγάνι της εταιρείας “Γιουτόπια”, το πρώτο μαγειρικό σκεύος στον πλανήτη που μαγειρεύει τα πάντα, χωρίς να κουνήσετε το δαχτυλάκι σας. Πρόκειται για την “Τέσλα των κουζινικών”». «Ένα τηγάνι με τεχνητή νοημοσύνη!» προσθέτω ενθουσιασμένος. Η νεαρή γυναίκα συγκατανεύει ευγενικά και συνεχίζει. «Έχετε μπροστά σας το μέλλον της ανθρωπότητας, ένα πρώτο βήμα για να αποδεχτούμε τα οφέλη αυτής της πανίσχυρης τεχνολογίας. Το σκεύος αυτό είναι το ίδιο εδώ και χιλιάδες χρόνια. Ήρθε η στιγμή και για τη δική του καινοτομία. Αυτή τη στιγμή διατίθεται μόνο σε έρλι αντόπτερς, σε ανθρώπους που θα καταλάβουν βαθιά τα οφέλη της μηχανικής νοημοσύνης που θα λύσει δια μιας μια σειρά παγκόσμιων προβλημάτων. Κατ’ αρχάς δε θα χρειαστεί ποτέ ξανά να ανησυχήσετε για την τροφή σας. Μέσω των φωνητικών εντολών που θα του δίνετε, το σκεύος μέσω του λογισμικού μηχανικής μάθησης “Μακ Αντριά” θα ετοιμάζει το γεύμα σας σε ελάχιστο χρόνο. Εσείς το μόνο που θα κάνετε είναι να επιλέγετε ή και να δημιουργείτε το μενού της ημέρας. Ένα ντρόουν θα φέρνει στην πόρτα σας το πακέτο με τα υλικά που θα απαιτούνται για το μαγείρεμα. Θα τοποθετείτε το περιεχόμενο του πακέτου μέσα στο σκεύος κι εκείνο θα κάνει μόνο του τη δουλειά, γιατί εκτός από τηγάνι είναι κι ένας τρισδιάστατος εκτυπωτής φαγητού». 

Στον απέναντι τοίχο, εμφανίστηκε ξαφνικά μια προβολή με θαυμάσια πιάτα. «Είναι όλα δημιουργίες του “Τόμας Μουρ”» συνέχισε η νεαρή, «μπορεί να σας ετοιμάσει από ένα ζουμερό μπέργκερ, μια σούπα μινεστρόνε, ως ένα γκουρμέ πιάτο που μπορείτε να φάτε μόνο σε πολυτελή εστιατόρια. Η τεχνολογία του είναι ένας συνδυασμός Μπευζιανών πιθανοτήτων, βαθιάς μάθησης και νευρωνικών δικτύων. Μιλάμε για αλγόριθμους που έρχονται απ’ το μέλλον, μια νέα σούπερ νοημοσύνη». Η κοιλιά μου άρχισε ήδη να γουργουρίζει. Το μυαλό μου όμως, παρ’ όλη την επίθεση των νέων πληροφοριών εξακολουθούσε να διατηρεί κάτι απ’ το παλιό του σφρίγος. «Και πόσο κοστίζει αυτό η ομορφιά;» ρώτησα θαμπωμένος, με τα σάλια μου σχεδόν να τρέχουν απ’ το πηγούνι. «Το σκεύος αυτό είναι μια μακροπρόθεσμη επένδυση που κάνει κάποιος για το ατομικό και το συλλογικό μας μέλλον. Και είναι δωρεάν. Ναι καλά ακούσατε. Εσείς το μόνο που θα κάνετε, θα είναι να δίνετε τη μηνιαία συνδρομή σας στην “Γιουτόπια”. Να θυμάστε ότι έτσι θα σταματήσει το πρόβλημα της πείνας στον κόσμο. Η συνδρομή είναι μόνο 500 ευρώ το μήνα. Φαντάζομαι ότι ως οικογένεια αυτό είναι ένα ποσό που ξοδεύετε έτσι κι αλλιώς για την τροφή σας. Σκεφτείτε λοιπόν τι θα πάρετε μ’ αυτό το σκεύος. Τροφή ποιοτική, αυτόματη, υγιεινή, εφ’ όρου ζωής, για όλη την οικογένεια, αλλά και για τους φίλους σας. Μ’ αυτή τη συνδρομή ουσιαστικά αγοράζετε την ελευθερία να κάνετε ό,τι θέλετε, γι’ αυτό και η “Γιουτόπια” ονομάζει το σκεύος της Τόμας Μουρ, μια πραγματικά επαναστατική καινοτομία που αποτίει φόρο τιμής στον εμπνευστή της Ουτοπίας».

Πλησίασα το λιτά σχεδιασμένο τηγάνι με τα νευρωνικά δίκτυα και τον τρισδιάστατο εκτυπωτή. «Θα το πάρω», είπα αποφασιστικά αν και εσωτερικά ανασφαλής. «Της παίρνετε το εξυπνότερο δώρο στον κόσμο» μου είπε αποχαιρετώντας με η νεαρή με το συγκρατημένο της χαμόγελο, «μόνο έτσι θα μπει τέλος στη φτώχεια και τις ανισότητες, οι μελλοντικές γενιές θα μιλούν για εσάς ως πρωτεργάτη του τέλους του αχαλίνωτου καπιταλισμού, για την αυγή μιας πραγματικής ουτοπίας». Όταν άνοιξε η γυναίκα μου το λιτό πακέτο, δεν έκρυψε την απογοήτευσή της. «Τηγάνι χρειαζόμαστε» μου είπε αμέσως, «όχι τεχνοσέφ, ούτε ρομποντενεκέ». «Μα», προσπάθησα να ψελλίσω «μιλάμε για μια μεγάλη τεχνολογική επανάσταση, άσε που είναι αυτοκαθαριζόμενο». «Βρε ανόητε άντρα» μου είπε στο τέλος, «εγώ δε θέλω να ξεχάσω το μαγείρεμα. Μ’ αρέσει να μαγειρεύω, δεν το βλέπω ότι σας υπηρετώ. Είναι όμορφο και δημιουργικό, είναι μια πράξη φροντίδας κι αγάπης για όλους μας». Γύρισα πίσω το έξυπνο τηγάνι με την ουρά στα σκέλια. Η νεαρή υπάλληλος δεν έκρυψε την απογοήτευσή της για την απόφασή μου. Αγόρασα ένα κανονικό, ανώνυμο τηγάνι, το ίδιο που χρησιμοποιούσαν και οι αρχαίοι άνθρωποι, και γύρισα πίσω στο σπίτι ήσυχος. Το δικό μας το βαφτίσαμε «πραγματικότητα», και το εγκαινιάσαμε φτιάχνοντας μαζί έναν ωραιότατο, αλλά όχι τόσο εορταστικό, καγιανά.

Τί χρονιά κι αυτή. Ίσως η δυσκολότερη της ενήλικης ζωής μας. Το 2020 δεν έβαλα υψηλό αναγνωστικό στόχο. Συνειδητά, διάβασα λιγότερο απ’ τις προηγούμενες χρονιάς, γιατί ένιωσα κάποια στιγμή ότι το διάβασμά μου έγινε ψυχαναγκαστικό. Ήμουν πολύ πιο επιλεκτικός φέτος, και διάβασα κυρίως για τις δουλειές μου. Κυκλοφόρησα ένα νέο βιβλίο, το Homo Automaton, Η τεχνητή νοημοσύνη κι εμείς (GarageBOOKS), και η μετάφραση που έκανα στο βιβλίο Νέα σκοτεινή εποχή, Η τεχνολογία και το τέλος του μέλλοντος (Μεταίχμιο) έφτασε στα βιβλιοπωλεία. Η χρονιά αυτή σημαδεύτηκε απ’ την απώλεια του Ντίνου Χριστιανόπουλου, για την οποία έγραψα στην Καθημερινή λίγα λόγια. Θα λείψει πολύ σε όλους μας το πνεύμα του, αλλά όσο περνά ο χρόνος θα έχουμε περισσότερες ευκαιρίες να ανατρέχουμε στην ποίησή του. 

Τα βιβλία που ξεχώρισα το 2020 (5 μυθιστορήματα και 5 δοκίμια), χωρίς αξιολογική σειρά ήταν:

1. «Το αρχείο των χαμένων παιδιών», Βαλέρια Λουιζέλι, μτφρ, Βασιλική Κνήτου, εκδ. Μεταίχμιο.

Κυκλοφόρησε στην Ελλάδα πριν από ένα χρόνο περίπου, αλλά για ‘μένα ήταν η αποκάλυψη του καλοκαιριού. Το μυθιστόρημα της Λουιζέλι, θα ‘λεγα χωρίς δισταγμό ότι είναι ένα πραγματικά σπουδαίο έργο, ίσως το καλύτερο μυθιστόρημα που διάβασα τον τελευταίο χρόνο. Πρόκειται για ένα καθηλωτικό ταξίδι δρόμου, και ταυτόχρονα για μια περίτεχνη αφήγηση για την γονεϊκότητα, την αναζήτηση εαυτού, ταυτότητας και σκοπού. Ένα ζευγάρι σμίγει τα παιδιά του και ξεκινά μια διαδρομή στα βάθη της Αμερικής. «Κάθε μέρα ταξιδεύουμε προς τα μπρος» λέει η πρωταγωνίστρια, «αν και κάποιες φορές έχει κανείς την αίσθηση ότι είμαστε παγιδευμένοι σ’ έναν κυλιόμενο τάπητα». Καθένας ψάχνει το δικό του προορισμό, καθένας έχει το δικό του πολυεπίπεδο στόχο. Αλλά στην ασύμπτωτη τελικά πορεία τους, αμφότεροι ζουν τον χειρότερο εφιάλτη ενός γονιού. Χάνουν τα παιδιά τους. Η αφήγηση αλλάζει διαρκώς προοπτική. Παρακολουθούμε τις παράλληλες διαδρομές ανθρώπων που βρίσκονται «μόνοι μαζί», και ένα αρχείο που σχηματίζεται μπροστά στα μάτια μας απ’ τη δράση τους. Η αμερικανίδα συγγραφέας αναδεικνύει ταυτόχρονα μια σειρά θεμάτων που μας αφορούν όλους, γονείς και μη. Τί θα συμβεί αν βρεθούμε στη θέση των πρωταγωνιστών; Τί γίνεται όταν ένα παιδί χάνεται απ’ τους γονείς του; Το βιβλίο έχει ειδικό βάρος για όσους φροντίζουν ανήλικους ανθρώπους γιατί θα τους δώσει μια ευκαιρία να επανεκτιμήσουν τη σχέση τους με τα δικά τους παιδιά, αλλά και με τα παιδιά των άλλων. Όποιος αγαπά τη μυθοπλασία, και θέλει να παρακολουθεί την εξέλιξή της, σ’ αυτό το μοντερνιστικό μυθιστόρημα, θα ανανεώσει το ενδιαφέρον του. Είναι ένα ευφυές, στιβαρό βιβλίο, με ρυθμό, και βάθος. Μια λογοτεχνία που, όπως λέει η αφηγήτρια, «δεν απομακρύνει εμάς και τα παιδιά από την πραγματικότητα, αλλά που μπορεί τελικά να μας βοηθήσει να τους εξηγήσουμε ένα μέρος της». 

2. Λάννυ, Max Porter, μτφρ. Μυρσίνη Γκανά, Πόλις.

Ξεκινάει και λες «μπα, αποκλείεται να το συνεχίσω». Σταματά όμως το παραληρηματικό κείμενο και εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια σου μια ακόμα ιστορία εξαφάνισης παιδιού, αυτή τη φορά μέσα από μια πιο λυρική, και πιο ελεύθερη, και πειραματική μορφή. Αυτό το μυθιστόρημα λάμπει.

3. «Ο σκύλος μου ο ηλίθιος», Τζων Φάντε, μτφρ. Θάνος Σαμαρτζής, Δώμα.

Επειδή πολύ βάρυναν τα πράγματα, ας επιχειρήσουμε να δούμε και την κωμική τους όψη. Οι εκδόσεις Δώμα μας σύστησαν πρόσφατα τον Τζον Φάντε, συγγραφέα που έκανε καριέρα κυρίως ως σεναριογράφος ταινιών που ποτέ δεν υλοποιήθηκαν. Η νουβέλα του μοιάζει με ντους σε μπανιέρα με χαλασμένο «τηλέφωνο». Εκεί που χαλαρώνεις και γελάς με το σαρκαστικό ύφος και την ατμόσφαιρα, το νερό ξαφνικά ζεματάει, και σου ‘ρχεται αυθόρμητα να διαμαρτυρηθείς. Ο ήρωας του βιβλίου είναι ένας τύπος που κανένας φυσιολογικός άνθρωπος δε θα ήθελε να έχει για φίλο. Σύμφωνοι, είναι ευφυής, πνευματώδης, πληθωρικός, αστείος, βλάσφημος, ευάλωτος, γοητευτικός. Αλλά δε μπορεί να σου εμπνεύσει καμία εμπιστοσύνη. Στο τέλος καταλαβαίνουμε ότι έχει καλή καρδιά, αλλά για να μας αφήσει να το δούμε, μας εκθέτει σε πλήρη θέα τον κυνισμό του, και ενίοτε τη μισανθρωπία του. Κοινώς, μας βγάζει την ψυχή. Αλλά το κάνει ωραία. Κι επειδή μιλάμε για μυθοπλασία, κι όχι πραγματική ζωή, ο γλοιώδης Χένρι Μολίσε, μπορεί για λίγο να γίνει φίλος μας. Ο Φάντε μπαίνει στα παπούτσια του γλίτσα χαρακτήρα του, τόσο πειστικά, που καθώς διαβάζεις, προβλέπεις τις αντιδράσεις του, και θέλεις κι άλλο. Καθώς διαβάζω, υποθέτω ότι έτσι θα έγραφε ο Τσαρλς Μπουκόφσκι αν σπιτωνόταν, αν έκανε παιδιά, αποφάσιζε να ακολουθήσει μια καριέρα κι έκοβε την κατάχρηση του αλκοόλ. Έτσι θα έγραφε ένας οικογενειάρχης, νηφάλιος Μπουκόφσκι. Μπαίνω στην wikipedia να μάθω πληροφορίες για τον συγγραφέα και διαβάζω ότι ο Μπουκόφσκι είχε ανακαλύψει τον Φάντε, κι ήταν μάλιστα ενθουσιώδης οπαδός του. «Είναι ο θεός μου», είχε δηλώσει κάποια στιγμή. Τώρα εξηγούνται όλα, σκέφτομαι. Ο Φάντε είναι ένας κλασικός. 

4. «Σε πρώτο πρόσωπο», Ρίτσαρντ Φλάναγκαν, μτφρ. Γιώργος Μπλάνας, Ψυχογιός.

«Στη ζωή επιτρέπεται το χάος, αλλά τα βιβλία πρέπει να δημιουργούν ψεύτικα την ιδέα πως η ζωή είναι τάξη», λέει σ’ ένα απ’ τα παραληρήματά του ο χάρτινος συγγραφέας. Ο Ρίτσαρντ Φλάναγκαν έχει αποδείξει ότι είναι ένας μάστορας της γραφής. Εξάλλου, το βραβείο Booker δεν το παίρνεις τυχαία. Με το έβδομο μυθιστόρημά του, που κυκλοφόρησε πρόσφατα στα ελληνικά, δείχνει και πάλι τα συγγραφικά δόντια του. Στις αρχές του ‘90, όταν δούλευε στην οικοδομή, και προσπαθούσε να γράψει το πρώτο του μυθιστόρημα, τον προσέγγισε ο ο Τζον Φρίντριχ, ο μεγαλύτερος απατεώνας της Αυστραλίας, και του πρόσφερε 10 χιλιάδες δολάρια για να γράψει ως ghost writer την αυτοβιογραφία του. Μέσα σε 6 εβδομάδες. Όπως λέει ο Φλάναγκαν, «ο Φρίντριχ είχε καταχραστεί ένα δισεκατομμύριο δολάρια σε σημερινά λεφτά, είχε φτιάξει ουσιαστικά έναν μυστικό στρατό, και η υπόθεση είχε βγει στην επιφάνεια. Ο σωματοφύλακάς του ήταν φίλος μου, αυτός μας έφερε σε επαφή. Ο Φρίντριχ δούλεψε 3 εβδομάδες μαζί μου, και μετά τίναξε τα μυαλά του στον αέρα. Έμεινα να κάνω τον συγγραφέα-φάντασμα σ’ ένα φάντασμα». Ο Φλάναγκαν ήταν τυχερός με την εξέλιξη των πραγμάτων. Εκείνος γλίτωσε από ένα απρόβλεπτο μέλλον, κι εμείς έχουμε στα χέρια μας το συναρπαστικό μυθιστόρημά του, που ακολουθεί τον νεαρό αποτυχημένο συγγραφέα σε μια ελικοειδή διαδρομή προς την αλήθεια με συνοδοιπόρο ένα μεγάλο απατεώνα, ο οποίος λέει: «Το να πεθαίνεις από γεράματα, συνέχισε, είναι σπάνιος, μοναδικός, ασυνήθιστος θάνατος. Είναι το τελευταίο και ακραίο είδος θανάτου. Ενθαρρύνει τους ανθρώπους να ζουν μια ζωή αφιερωμένη στο να μην πεθαίνουν, πράγμα που είναι στην πραγματικότητα ένας άλλος τρόπος να μη ζεις. Το να ξέρεις πως ο θάνατος έρχεται κι έρχεται σύντομα, το να πεθαίνεις νωρίς, είναι να ζεις καλύτερα το τώρα. Αυτό δε θέλουμε όλοι;». 

5. Ορδέσσα, Μανουέλ Βίλας, μτφρ. Αχιλλέας Κυριακίδης, Ίκαρος.

«Στην Ισπανία, όσο πιο φτωχός είσαι, τόσο πιο πολύ αγαπάς τα Χριστούγεννα». Τάδε έφη Μανουέλ Βίλας, μεταξύ πολλών πολλών άλλων, στην «Ορδέσα». Τι να πρωτοπεί κάποιος για αυτό το απολαυστικό βιβλίο. Είναι ένα απ’ τα πολύ ωραία δείγματα autofiction. Θραυσματικό, έξυπνο, άμεσο, τολμηρό. Η φωνή του συγγραφέα ακούγεται με εκπληκτική καθαρότητα και σε κερδίζει απ’ την πρώτη στιγμή. Έχει πολύ χιούμορ και πικρή ειρωνεία, αλλά το δυνατό του σημείο είναι οι παρατηρήσεις του αφηγητή για τις ανθρώπινες σχέσεις, και κυρίως τις οικογενειακές. Είναι ένα σπαρακτικό τραγούδι, ένα ποίημα για την απώλεια των γονιών, της νεότητας, των ψευδαισθήσεων. Η μετάφραση του Αχιλλέα Κυριακίδη, όπως πάντα, υποδειγματική.

Μη μυθοπλασία:

6. «Μιλώντας σε αγνώστους. Τι πρέπει να γνωρίζεις για τους ανθρώπους που δεν γνωρίζεις», Μάλκολμ Γκλάντγουελ, μτφρ. Δάφνη Παπαδούδη, Κλειδάριθμος.

«Πιστεύουμε ότι μπορούμε εύκολα να διαβάσουμε το μυαλό των άλλων στηριζόμενοι στα πιο αβάσιμα στοιχεία. Πετάμε τη σκούφια μας όταν πρόκειται να κρίνουμε αγνώστους. Φυσικά, ποτέ δεν θα το κάναμε αυτό στον εαυτό μας. Εμείς είμαστε πολύπλευροι, σύνθετοι και αινιγματικοί. Οι άγνωστοι είναι εύκολες περιπτώσεις. Αν καταφέρω να σας πείσω για ένα μόνο πράγμα με αυτό το βιβλίο, ας είναι το εξής: Οι άγνωστοι δεν είναι καθόλου εύκολες περιπτώσεις». Αυτά γράφει ο Μάλκολμ Γκλάντγουελ στο τέλος του πρώτου μέρους του νέου βιβλίου του. Σε κάθε περίπτωση είναι ένας απ’ τους πιο ευφυείς συγγραφείς δοκιμίων στον κόσμο, και κάθε νέο προϊόν της σκέψης του αξίζει να προσεχτεί γιατί είναι πραγματικά απολαυστική η ανάγνωσή του. Προσωπικά, με ενθουσιάζει πάντα η έρευνά του. Τα βιβλία του Γκλάντγουελ είναι η επιτομή της αναπάντεχης και πολυπρισματικής θέασης των πραγμάτων. Και ναι, μ’ έπεισε ότι οι άγνωστοι είναι «σκληρά καρύδια». Θα μπορούσαν σίγουρα κάποια πράγματα να ειπωθούν χωρίς όλη αυτή τη σάλτσα των λίγο εντυπωσιοθηρικών συμβάντων, αλλά αυτή είναι η συνθήκη των βιβλίων του. Είναι γραμμένα σαν ιστορίες μυθοπλασίας, αλλά δε τους λείπει ποτέ η ουσία. Σε παίρνουν απ’ το χέρι και σε οδηγούν στα συμπεράσματα των ιδεών με τον τρόπο που το κάνουν οι καλοί παραμυθάδες, ή αλλιώς, storytellers. Ο κατάλογος των πραγμάτων που μαθαίνει κάποιος κλείνοντας το βιβλίο είναι μακρύς. Τα κυρίως δίδαγμα ωστόσο είναι ένα: έχουμε αδυναμίες, πρέπει να τις μάθουμε, κι ενεργητικά να τις καταπολεμήσουμε. Εύκολο να το λες, δύσκολο να το κάνεις πράξη. Εν κατακλείδι, αν θέλει κάποιος να ξεκινήσει να καταλαβαίνει τους άλλους, ας σταματήσει να βγάζει εύκολα και γρήγορα συμπεράσματα. Ας κοιτάξει τον κόσμο των αγνώστων, όπως προτείνει ο Γκλάντγουελ. Αυτό θα ήταν μια καλή αρχή.

7. Facebook: The inside story, Stephen Levy, Penguin.

Στις σελίδες αυτού του εξαντλητικής δημοσιογραφικής έρευνας, ο βετεράνος δημοσιογράφος τεχνολογικών θεμάτων Στίβεν Λέβι, αφηγείται την αθέατη ιστορία του Facebook έχοντας εξασφαλίσει προνομιακή πρόσβαση τόσο στα γραφεία των υπαλλήλων όσο και στο ίδιο το σπίτι του ιδρυτή του, Μαρκ Ζάκερμπεργκ. Επί τρία χρόνια, εκμυστηρεύεται ο συγγραφέας, «κατέγραφα την πιο περίπλοκη, δραματική, και πολωτική ιστορία που βίωσα ποτέ στην καριέρα του». Μια αξιοζήλευτη καριέρα που γέννησε σπουδαία βιβλία της τεχνολογικής ιστορίας των καιρών μας, όπως το κλασικό «Hackers, heroes of the computer revolution» (εκδ. O’Reilly, 2010). 

Το κείμενο του Λέβι αποτελεί τεκμήριο δημοσιογραφικής κάλυψης, που φωτίζει τόσο τα λαμπερά όσο και τα σκοτεινά σημεία της τεράστιας επιτυχίας της τεχνολογικής αυτής μηχανής που γεννήθηκε και μεγάλωσε επίσης στην Κοιλάδα του Πυριτίου. Πρόκειται για ένα συναρπαστικό χρονικό της ανάδυσης ενός καινούργιου κόσμου. Και παρότι κρατά συνειδητά αποστάσεις, και προσπαθεί να ισορροπεί την κριτική του με την υπερασπιστική γραμμή της εταιρείας και του ίδιου του ιδρυτή της, δεν τους χαρίζεται. Στην εισαγωγή κιόλας γράφει: «αυτές οι μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες βασίστηκαν αρχικά στον ιδεαλισμό των ιδρυτών τους, αλλά τώρα αντιμετωπίζονται ως μέρος μιας Φαουστικής διαπραγμάτευσης: για τα θαύματα που μας προσφέρουν πληρώνουμε τίμημα, με την προσοχή μας, την ιδιωτικότητά μας, τον αλληλοσεβασμό μας. Και τώρα τρομάζουμε με την εξουσία τους». 

Το νόημα είναι απλό: εσύ κι εγώ, ο χρήστης της πλατφόρμας ως άλλοι Φάουστ, δημιουργήσαμε λογαριασμό στο Facebook κι υπογράψαμε μια συμφωνία με τον Ζάκερμπεργκ, έναν ακόμα «σπασίκλα με όνειρα», χωρίς να διαβάσουμε τους εκτενείς της όρους ποτέ, ώστε να μας προσφερθεί διασκέδαση, ενημέρωση,  επικοινωνία, και εξουσία στην παλάμη του χεριού μας. Το τίμημα ήταν να χάσουμε την «ψυχή» μας. Έχουμε εθιστεί στα λάικς λες και παίζουμε σε κουλοχέρη, δε μπορούμε να συγκεντρωθούμε, νιώθουμε πολύ πιο μόνοι, συγκρινόμαστε διαρκώς, και νιώθουμε πολύ πιο αδύναμοι να επηρεάσουμε τα πράγματα. Το Facebook μας έκανε όλους αλγοριθμικές μαριονέτες. Μια πιο αναλυτική παρουσίαση του θέματος μπορείτε να διαβάσετε στο εκτενές κείμενο που έγραψα στην Καθημερινή, εδώ.

8. No filter, the inside story of Instagram, Sarah Frier, Simon & Schuster.

Η Σάρα Φριρ είναι μια απ’ αυτές τις ενοχλητικές δημοσιογράφους που δε βολεύονται με τα εταιρικά δελτία τύπου. Γράφει τακτικά στο Bloomberg ως βασική ρεπόρτερ τεχνολογικών θεμάτων και μέσων κοινωνικής δικτύωσης στον πλέον γόνιμο και πλούσιο τόπο της καινοτομίας, στη Σίλικον Βάλει και με το πρώτο βιβλίο της αξιοποιεί την προνομιακή πρόσβασή της στο ψηφιακό χρυσωρυχείο, για να αφηγηθεί «χωρίς φίλτρα» μια εντυπωσιακή ιστορία επιτυχίας.  Αν θέλετε να διαβάσετε περισσότερα για τη συναρπαστική ιστορία που αφηγείται, μπορείτε να διαβάσετε το κείμενο που έγραψα για την Καθημερινή, εδώ.

9. I am dynamite! Sue Prideaux, Faber & Faber.

Η βιογραφία ενός τόσο βασανισμένου ανθρώπου και τόσο μανιακού στοχαστή δε θα μπορούσε να είναι βαρετή. Στα χέρια της Πριντό, η ζωή και το έργο του Νίτσε γίνονται μια συναρπαστική αφήγηση. Πραγματικά φτάνεις να λυπηθείς και να συμπονέσεις τον άνθρωπο που μίλησε τόσο έντονα για τον υπεράνθρωπο, τη θέληση για δύναμη, την αιώνια επιστροφή. Τα μέρη, οι φιλίες, οι ερωτικές αποτυχίες, η αδελφή του, οι φιλίες του με αμφιλεγόμενα πρόσωπα, τα βιβλία του, όλα συνθέτουν έναν εκπληκτικό βίο, που η βιογράφος κατορθώνει με σεβασμό και φροντίδα να βάλει στο χαρτί. Το βιβλίο θα κυκλοφορήσει και στην χώρα μας απ’ τις Εκδόσεις Πατάκη, κι ανυπομονώ να δω τη μετάφρασή του. 

10. Human compatible, AI and the problem of control, Stuart Russel, Penguin.

Πριν από οποιαδήποτε σκέψη για την εφαρμογή μιας πανίσχυρης τεχνητής νοημοσύνης στη ζωή μας, θα έπρεπε να έχουμε λύσει ένα πολύ σοβαρό πρόβλημα, το ζήτημα του ελέγχου της ίδιας της ΤΝ. Το να μη μπορούμε για παράδειγμα να τη σβήσουμε όταν θεωρήσουμε ότι πρόκειται να κάνει ένα μεγάλο λάθος είναι κάτι τεράστιας σημασίας. Ο Στιούαρτ Ράσελ, ερευνητής της ΤΝ και συγγραφέας μαζί με τον Πίτερ Νόρβιγκ της «βίβλου της ΤΝ», έχει ακριβώς αυτό στο μυαλό του όταν μιλά στο μάλλον καλύτερο βιβλίο για την ΤΝ που κυκλοφόρησε πρόσφατα, για μια ΤΝ που να είναι συμβατή με τον άνθρωπο (Human compatible, AI and the problem of control, Allen Lane, 2019). Γιατί αν πούμε στην πανίσχυρη τεχνητή νοημοσύνη ότι ο σκοπός της είναι να μας φέρει έναν καφέ, πιθανότατα το πρώτο πράγμα που θα κάνει θα είναι να αποτρέψει το κλείσιμό της. Ο Ράσελ περιγράφει πειστικά μερικά απ’ τα πιο σημαντικά προβλήματα που έχουμε να αντιμετωπίσουμε πριν βρεθούμε μπροστά από  μια μηχανή που μας έχει ξεπεράσει σε ευφυΐα, μ’ έναν εύθυμο αλλά και βαθύ τρόπο. Το βιβλίο πρόκειται να κυκλοφορήσει απ’ τις εκδόσεις Τραυλός. Περισσότερα σχόλια και πληροφορίες, σε κείμενό μου προσεχώς στην Καθημερινή. 

Εύχομαι σε όλες και σε όλους μια πολύ καλύτερη χρονιά!

Το μέλλον είναι τώρα #14

Ακούστε τις τρεις πρώτες σελίδες του νέου βιβλίου μου Homo Automaton | Η τεχνητή νοημοσύνη κι εμείς, που κυκλοφορεί απ’ το GarageBOOKS. Μπορείτε επίσης να το παραγγείλετε από εδώ.