Επί διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ πολλοί μιλούσαν για «ΣΥΡΙΖΑ channel». Πόσο δίκιο είχαν; Μια έρευνα του Ινστιτούτου Reuters σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, έρχεται να επιβεβαιώσει την εικόνα αυτή. Το κοινό της ΕΡΤ την περίοδο της διακυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ με τους ΑΝΕΛ ήταν κατά βάση ηλικιωμένο, προτιμούσε την τηλεόραση παρά το διαδίκτυο, κι είχε ξεκάθαρα αριστερή ιδεολογία. Κι η συνολική εμπιστοσύνη στην ΕΡΤ; Σταθερά χαμηλή. Άραγε πώς μπορεί αυτό ν’ αλλάξει;

Με κάθε κυβερνητική αλλαγή παρουσιάζεται στην ΕΡΤ μια ακόμα ευκαιρία να σταθεί αντάξια του δημόσιου ρόλου της, ν’ αλλάξει και να γίνει ένας σοβαρός διαδικτυακός και ραδιοτηλεοπτικός οργανισμός που σέβεται τα λεφτά των φορολογούμενων κι υπηρετεί την ενημέρωση και την ψυχαγωγία με τρόπο διαφανή, ανοιχτό και ανεξάρτητο. Το 2015 ήταν μια ακόμα τέτοια ευκαιρία. Όπως ήταν και το λανθασμένο της κλείσιμο το 2013. Όταν τον Ιανουάριο του 2015 σχηματίστηκε η νέα κυβέρνηση με τον ΣΥΡΙΖΑ στον κορμό της, κι εταίρο τους ΑΝΕΛ, πραγματοποιήθηκε άμεσα η προεκλογική υπόσχεση να κλείσει η ΝΕΡΙΤ που βρισκόταν σε λειτουργία ως τότε, και ν’ ανοίξει πανηγυρικά η ΕΡΤ, να επαναπροσληφθεί όλο το προσωπικό και να γίνει «ολική επαναφορά». 

Οι προσδοκίες του νέου ξεκινήματος αποτυπώνονταν τότε στα παχιά λόγια, στις τελετές «μνήμης των θυμάτων του μαύρου» κι αναλήψεως καθηκόντων των νέων επικεφαλής. Καθώς όμως περνούσαν οι μήνες, αποδεικνυόταν ότι στην ΕΡΤ δε θα άλλαζε τίποτα, κι ότι πράγματι όλα θα γίνονταν «όπως παλιά». Με τις χειρότερες πρακτικές του παρελθόντος μάλιστα να βγαίνουν ξανά στην επιφάνεια με ένταση. Αν θέλει κάποιος να ενημερωθεί για την παράνοια του εχγειρήματος πρέπει οπωσδήποτε να διαβάσει το σπουδαίο βιβλίο Η ΕΡΤ εν τάφω, Πώς η μεγάλη ευκαιρία έγινε εφιάλτης του Σπύρου Κρίμπαλη, που εκδόθηκε πριν από μερικούς μήνες και διανεμήθηκε απ’ την εφημερίδα Το Βήμα.

Δημοσιεύθηκε χθες μια έρευνα του Ινστιτούτου Reuters σε συνεργασία με το πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, που επιχειρεί να καταγράψει το κοινό των δημόσιων μέσων σε 8 Ευρωπαϊκές χώρες, ανάμεσά τους και της χώρας μας. Τα ευρήματα έχουν μεγάλο ενδιαφέρον, καθώς αποτιμούν τη λειτουργία της ΕΡΤ στα χρόνια της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ, μια λειτουργία που ο ίδιος ο πρώην πρωθυπουργός κ. Αλέξης Τσίπρας παραδέχθηκε ότι δεν ήταν επιτυχημένη. Άλλα σημαίνοντα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, όπως ο κ. Νίκος Φίλης ήταν λιγότερο επιεική. «Το στοίχημα της ΕΡΤ χάνεται κάθε μέρα» δήλωνε με κάθε ευκαιρία. 

Σταχυολογώ ορισμένα στοιχεία που αναδεικνύει η έρευνα, την οποία μπορεί κανείς να διαβάσει και να κατεβάσει ολόκληρη απ’ αυτό το λινκ, για να δούμε πώς επιβεβαιώνεται η σκληρά μεροληπτική και μονομερής εικόνα που εξέπεμπε η δημόσια ραδιοτηλεόραση και το διαδίκτυο στα χρόνια της κυβέρνησης των ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ. 

  • Η συνολική διείσδυση της ΕΡΤ στο διαδίκτυο (70%) είναι η συγκριτικά μικρότερη όλων, γεγονός που επιβεβαιώνει και το παρακάτω εύρημα της χαμηλής απήχησης της ΕΡΤ στους νέους. Αν συγκρίνουμε την επίδοση αυτή με μιας χώρας ανάλογου πληθυσμού, όπως της Τσεχίας, που έχει 88% διείσδυση, βλέπουμε ότι η υστέρηση είναι σημαντική. Βέβαια, πρέπει να σημειώσουμε ότι και τα έσοδα του δημόσιου Μέσου ανά κάτοικο (17 Ευρώ), είναι επίσης απ’ τα χαμηλότερα. Αν και τα δημόσια μέσα της Ισπανίας των 46 εκατομμυρίων κατοίκων, με το 93% διείσδυσης στο διαδίκτυο, έχουν περίπου ίδια έσοδα ανά κάτοικο (19 Ευρώ).

  • Τα ελληνικά δημόσια μέσα, η ΕΡΤ δηλαδή, έχει μακράν τη συγκριτικά μικρότερη απήχηση στον πληθυσμό εκτός διαδικτύου. Ο ΣΚΑΙ και ο ΑΝΤ1 κρατούσαν τα ηνία της offline ενημέρωσης.

  • Κάτι πολύ πολύ σοβαρό ακόμα. Η ΕΡΤ έχασε κατά κράτος το στοίχημα της ενημέρωσης των νέων ανθρώπων. Στις ηλικίες 18-24 η έτσι κι αλλιώς χαμηλή απήχηση της ΕΡΤ, καταποντίζεται. Εδώ κύρια πηγή ενημέρωσης είναι το Facebook και newsbomb.gr, με 60% και 43% αντίστοιχα. Έπειτα έρχεται το YouTube με 43%, , η τηλεοπτική ΕΡΤ με 23%, και τελευταία η ert.gr με μόλις 13%.
  • Το κοινό της ΕΡΤ ως απ’ το 2016 ως το 2019 αυτοπροσδιοριζόταν ξεκάθαρα στα αριστερά του πολιτικού χάρτη. Το δεξιό κοινό παρακολουθούσε ΣΚΑΙ. Η πόλωση ήταν η πιο ακραία απ’ τις υπόλοιπες 7 χώρες της έρευνας. Καμία άλλη χώρα δεν παρουσιάζει αυτή την διαιρετική εικόνα. Στην Αγγλία, την Φινλανδία και την Ιταλία το κοινό των δημόσιων μέσων βρίσκεται στο κέντρο του πολιτικού χάρτη. Ακολουθούν η Γερμανία και η Γαλλία, με πολύ πιο αριστερόστροφη τάση. Αλλά η εικόνα της Ελλάδας είναι πραγματικά ακραία. Οι αριστεροί έβλεπαν ΕΡΤ και οι δεξιοί ΣΚΑΙ. Αυτό φαίνεται και στο δείκτη εμπιστοσύνης, όπου το αριστερό κοινό δείχνει να εμπιστεύεται πολύ περισσότερο την ΕΡΤ, από ό,τι οι κεντρώοι ή οι δεξιοί. Η μονομέρεια ήταν λοιπόν εύγλωτη, γι’ αυτό και πολλοί μιλούσαν για «ΣΥΡΙΖΑ channel». Μια δημόσια ραδιοτηλεόραση όμως δεν μπορεί να είναι κτήμα καμία πολιτικής τοποθέτησης αποκλειστικά.
  • Στην κλίμακα του λαϊκισμού το κοινό της ΕΡΤ αυτοπροσδιορίζεται ξεκάθαρα στην πλευρά των μη λαϊκιστών, ενώ το κοινό του ΣΚΑΙ βρίσκεται περισσότερο στο κέντρο του άξονα με τάση προς το λαϊκισμό. Κι εδώ πάλι υπάρχει διαφοροποίηση σε σχέση με ό,τι συμβαίνει στις υπόλοιπες χώρες του δείγματος, διότι τα κοινά των εν λόγω χωρών κινούνται περισσότερο στο κέντρο και δεν φαίνεται να αυτοπροσδιορίζονται ούτε καθαρά λαϊκιστικά αλλά ούτε και μη λαϊκιστικά. Η ερμηνεία που δίνουν οι ερευνητές είναι ότι οι δημόσιοι οργανισμοί των χωρών αυτών προσπαθούν να γεφυρώσουν το χάσμα μεταξύ των λαϊκιστων και των μη λαϊκιστών. 
  • Δυστυχώς, στην έρευνα δε δίνονται στοιχεία για το εκπαιδευτικό επίπεδο του Ελληνικού κοινού, οπότε δε μπορούμε να πούμε κάτι επ’ αυτού. Η έρευνα πάντως δείχνει ότι το κοινό των δημόσιων μέσων στις υπόλοιπες 7 Ευρωπαϊκές χώρες είναι υψηλότερου μορφωτικού επιπέδου.

Ποιά είναι λοιπόν η μεγάλη εικόνα της ΕΡΤ στα χρόνια των ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ; Οι πολίτες δεν εμπιστεύονταν τα δημόσια μέσα. Ο δείκτης εμπιστοσύνης στο δημόσιο οργανισμό συνολικά είναι ο χαμηλότερος. Οι πολίτες που προτιμούσαν τα δημόσια μέσα, έπαιρναν κυρίως την ενημέρωσή τους απ’ την τηλεόραση και το ραδιόφωνο. Οι νέοι πολίτες είχαν την πλάτη γυρισμένη στην ΕΡΤ. Η διείσδυση στο νεανικό κοινό, χωρίς να είναι τραγική, ήταν πολύ μικρή. Οι πολίτες που προτιμούσαν τα δημόσια μέσα είχαν συγκεκριμένη ιδεολογία και κοσμοαντίληψη, πιθανώς και συγκεκριμένη κομματική προτίμηση. Η πολιτική μονομέρεια, η μεροληψία υπέρ της αριστεράς, ήταν μοναδική για δημόσιο μέσο Ευρωπαϊκής χώρας.

Το κοινό της ΕΡΤ στα χρόνια της προηγούμενης κυβέρνησης μας δείχνει τι πρέπει να αλλάξει. Για το αν μπορεί, μένει να δούμε. Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να δοθεί πολύ μεγαλύτερο βάρος στα νέα μέσα, για να προσεγγιστούν οι νέοι, πρέπει να εξασφαλιστούν όροι ανεξαρτησίας ώστε να εξαλειφθεί η πολιτική μεροληψία, πρέπει να χτιστεί εκ νέου και σταδιακά μια σχέση εμπιστοσύνης με πολίτες όλων των πολιτικών αποχρώσεων. Η πολιτική και κομματική εργαλειοποίηση της ΕΡΤ, την καταντά ένα αναξιόπιστο, μεροληπτικό και γερασμένο «μαγαζί» που βλέπουν μόνο φανατικοί. Δε μας αξίζει κάτι τέτοιο, πόσο μάλλον που είμαστε όλοι χρηματοδότες του. 

Τώρα έχουν αρχίσει και οι ίδιοι οι ηγέτες των τεχνολογικών κολοσσών να αμύνονται υποστηρίζοντας ότι δεν μπορούσε κανείς τους να φανταστεί πόσο κακό μπορούσαν να προξενήσουν τα τεχνολογικά προϊόντα. Προσφέρουν κι αυτοί ένα ακόμα επιχείρημα ενάντια στην ουδετερότητα της τεχνολογίας, το οποίο όμως εστιάζει περισσότερο στους δημιουργούς παρά στους χρήστες όπως συνηθίζεται, αποδίδοντας στους πρώτους απερισκεψία.

«Η τεχνολογία είναι καλή ή κακή ανάλογα με το δημιουργό της» λέει ο CEO της Apple, Tim Cook, «και πολλές φορές δεν είναι ότι ο δημιουργός σκόπευε να κάνει το κακό, αλλά ότι δεν είχε προβλέψει τις άσχημες χρήσεις που θα μπορούσε να έχει αυτή η ίδια τεχνολογία».

Και τι θα κάνουμε μ’ αυτό τον κακό χαμό που προξενήσατε; Θα πληρώσει κάποιος για το μαζικό εθισμό των ανθρώπων; Για την καταλυτική επίδραση των νέων τεχνολογικών στην υπονόμευση της δημοκρατίας και την εκλογή αυταρχικών και λαϊκιστών ηγετών; Θα τιμωρηθεί κάποιος για τη γενικευμένη αποχαύνωση; «Γενικά μιλώντας, δεν είμαι μεγάλος φαν των ρυθμίσεων» απαντά σε σχετικό ερώτημα ο Cook, «πιστεύω βαθιά στην ελεύθερη αγορά. Αλλά πρέπει να το παραδεχόμαστε όταν η ελεύθερη αγορά δεν δουλεύει. Κι εδώ δε δούλεψε. Θεωρώ αναπόφευκτο κάποιο είδος ρύθμισης. Πιστεύω ότι το Κονγκρέσο κι η κυβέρνηση θα περάσουν κάτι κάποια στιγμή».

Τί παραδέχεται έμμεσα ο Cook; Ότι θα έπρεπε όλοι τους, του εαυτού του συμπεριλαμβανομένου, να αγνοήσουν τις προοπτικές των τεράστιων κερδών και να δουν πως θα κάνουν τις τεχνολογικές τους εφαρμογές και συσκευές λιγότερο ευεπίφορες στις αρνητικές χρήσεις. Αλλά δεν το έκαναν, γιατί ήταν εστιασμένοι στην εκθετική τους ανάπτυξη, στο network effect και στην αύξηση της τιμής της μετοχής τους. Και τώρα μιλούν για «αναπόφευκτες» ρυθμίσεις. Το εντελώς ανήθικο κι απάνθρωπο δόγμα «εμείς τα σπάμε, εσείς καθαρίζετε μετά» σε πλήρη ανάπτυξη. Η λογική του trial and error σε όλο της το μεγαλείο, με εργαστήριο τον κόσμο όλο και πειραματόζωα τους ανυποψίαστους πολίτες.

Στην ίδια συνέντευξη ο Tim Cook παραδέχεται ότι για πολύ καιρό χρησιμοποιούσε το iPhone του υπερβολικά, αλλά αργότερα αποφάσισε να περιορίσει τις ενοχλητικές ειδοποιήσεις. «Οι φορές που σηκώνω μια συσκευή έχουν ελαττωθεί» δήλωσε στο κανάλι HBO. Όταν οι ίδιοι οι τεχνοουτοπιστές, που γνωρίζουν καλά τα κουμπιά μας, παραδέχονται ότι κάτι έχει πάει στραβά κι ότι οι ρυθμίσεις είναι επιθυμητές, έχουμε φτάσει σ’ ένα κρίσιμο σημείο. Θεωρώ απίθανο να συμμορφωθούν μόνοι τους. Δεν έχουν ούτε το κίνητρο, ούτε την απαραίτητη θεώρηση των πραγμάτων. Ο στόχος τους είναι να διοχετεύουν εθιστικά προϊόντα κι υπηρεσίες στην ανθρωπότητα. Μόνο οι πολίτες, η πολιτική και οι πολιτικοί μπορούν να δώσουν λύσεις. Όλα τα άλλα είναι θέαμα.

Για τις ανάγκες της έρευνας του νέου δοκιμίου μου, διάβασα το ολόφρεσκο βιβλίο Breaking News, The remaking of journalism and why it matters now (Canongate, 2018), που υπογράφει ο επί 20 χρόνια διευθυντής της Guardian, ο Alan Rusbridger. Ο σημαντικός δημοσιογράφος είχε την τύχη να βρεθεί πάνω στο κύμα των αλλαγών, και να μην τις φοβηθεί, να πάρει πολύ δύσκολες αποφάσεις. Έγινε θιασώτης των νέων τεχνολογιών κι ενίσχυσε τον πειραματισμό μ’ αυτές όσο κανείς άλλος. Στο βιβλίο εκθέτει όχι μόνο τις δημοσιογραφικές επιτυχίες και προκλήσεις, αλλά κυρίως την περιπέτεια της μετάβασης απ’ την εποχή του εντύπου στην εποχή των ψηφίων.

Δημοσιογράφος πρώτης γραμμής εξομολογείται

Το κυρίως θέμα του Rusbridger, κι η μεγάλη αγωνία του όπως φαίνεται, είναι η επανεφεύρεση της δημοσιογραφίας, με σκοπό την επιβίωσή της, την εποχή των τεχνολογικών γιγάντων.

Διαβάζοντας το βιβλίο μ’ έπιασε μεγάλη στενοχώρια. Σκέφτηκα την ποιότητα της δημοσιογραφίας στη χώρα μας και τη σχέση της με τα ψηφιακά μέσα. Δεν είναι όλα καλά στη Μεγάλη Βρετανία, αλλά τουλάχιστον υπάρχουν ακόμα επαγγελματίες που συνεχίζουν να επενδύουν στους δημοσιογράφους και τη δημοσιογραφία γιατί τη θεωρούν ένα πολύτιμο δημόσιο αγαθό.

Όποιος ασχολείται σοβαρά με τη δημοσιογραφία πρέπει να διαβάσει αυτό το βιβλίο για να θυμηθεί τι σημαίνει αληθινός δημοσιογράφος και γιατί η δουλειά του είναι απαραίτητη σήμερα όσο ποτέ άλλοτε. Μακάρι να εκδοθεί και στα Ελληνικά.