Με τρομάζεις όταν γίνεσαι βίαιος –μού είπε

Και δε σε θέλω

Μου θυμίζεις το βίαιο πατέρα μου –μού είπε

Και δε σε θέλω

 

Δε θα με κερδίσεις ποτέ με τη βία –μου είπε

Θα σου αντιστέκομαι μέχρι να σταματήσεις

Αυτό θες; -με ρώτησε

Με τη βία θα με απομακρύνεις από κοντά σου –μου είπε

Αυτό θες; – με ρώτησε

Λυπάμαι που την έχεις υποστεί εσύ –μου είπε

Αλλά δε θέλω να την υποστώ κι εγώ

Αυτό θες; -με ρώτησε

Θέλω να με αγαπήσεις –μου είπε

Θέλω να ξεσκιστούμε –μου είπε

Αλλά μόνο μεταφορικά –μου είπε

Θέλω να ονειρευτούμε –μου είπε

Θέλω να ερωτευτούμε -μου είπε

Αυτό δε θες; -με ρώτησε

Με τη βία θα με χάσεις –μου είπε

Αυτό θες; -με ρώτησε

Αν θες να κερδίσεις κάτι θα ‘μαι μαζί σου –μου είπε

Αλλά χωρίς βία

Με τρομοκρατεί η ιδέα ότι μπορεί τη βία σου μπορεί να τη στρέψεις σε ‘μένα

Ή αύριο στο παιδί σου –μου είπε

Αυτό θες; -με ρώτησε

Να μας τρομοκρατείς;

 

Ούτε ένα χαστούκι; -τη ρώτησα

Ούτε –μου είπε

Ούτε μια βρισιά; -τη ρώτησα

Ούτε –μου είπε

 

Και πού θα εκτονώνω την απόγνωσή μου;

Θα σου βρω ένα χόμπι –μου είπε

Πού θα κάνω προπόνηση για τους αγώνες μου;

Θα σου πάρω ένα σάκο του μποξ –μου είπε

Και πώς θα ανατρέψω το σύστημα;

Με τη δύναμη του μυαλού σου –μου είπε

Και πώς θα εκδικηθώ τον άδικο και βίαιο πατέρα;

Θα σου βρω καλό ψυχοθεραπευτή –μου είπε

 

Κι αν κάποια στιγμή γίνεις εσύ βίαιη; -τη ρώτησα

 

Τότε θα κάτσεις να τις φας –μου είπε

 

Και μετά; -τη ρώτησα

 

Μετά θα με παντρευτείς –μου είπε

Αχ βρε φίλε/φίλη που έγραψες αυτή την απειλητική λέξη στον τοίχο των Εξαρχείων, βάζοντας το σύμβολο της πίστης σου σε κύκλο. Αχ βρε φίλε/φίλη, που στη θέση του Χριστού έβαλες το Φόβο, τί με έρεθισες να σκεφτώ. Αχ βρε φίλε/φίλη πέρασα μια μέρα κι είδα τί είχες γράψει και τράβηξα φωτογραφία. Αχ βρε φίλε/φίλη ήθελες να μας τρομάξεις κι ίσως τα κατάφερες. Αχ βρε φίλε/η ήθελε να μας κάνεις «μπου!». Αχ βρε φίλε/φίλη πόσο μίσος έχεις στην καρδιά σου, θες να σε κεράσω μελομακάρονο; Αχ βρε φίλε/φίλη ξέρεις δεν πιστεύω ακόμα στον Αη Βασίλη, μη σου πω και στο Χριστό. Αχ βρε φίλε/φίλη όμως θα ήθελα να μη γίνουν ποτέ ξανά φοβούγεννα τα χριστούγεννα. Αχ βρε φίλε/φίλη εμένα μια φορά όταν ήμουν παιδί, μου έγιναν φοβούγεννα τα χριστούγεννα, όταν κάναμε πρώτη φορά χριστούγεννα χωρίς τον πατέρα μας. Αχ βρε φίλε/φίλη δε θέλω ξανά φοβούγεννα, θέλω πάντα χριστούγεννα για όλους -και για ‘σένα. Κι ας μη μ’ αρέσουν τα ψώνια, κι ας μελαγχολώ με την απώλεια και την αδικία, κι ας πονάω όταν σκέφτομαι ότι κάποτε έζησα κι εγώ φοβούγεννα, κι ας ριγώ και ανατριχιάζω με τα φοβούγεννα των άλλων ανθρώπων, που χάσανε άδικα και πρώορα τα παιδιά τους, τους φίλους τους, τα αδέλφια τους. Όχι φίλε/φίλη, αν θες φοβούγεννα φύλαξέ τα για τον εαυτό σου, εμείς δε σου φταίμε τίποτα. Αν έχεις λίγο αυτοσεβασμό και σκέφτεσαι πράγματι τους συνανθρώπους σου πήγαινε καλύτερα να το σβήσεις απ’ την πιλοτή. Αχ βρε φίλε/φίλη σκέψου ότι ένα παιδί που ίσως μόλις άρχισε να διαβάζει έπεσε πάνω στην έμπνευσή σου. Ή και μια τάξη του δημοτικού που πηγαίνει χέρι-χέρι στο πάρκο εκδρομή. Αχ βρε φίλε/φίλη γιατί απ’ τη σοφία και την ομορφιά του κόσμου να πέσουν επάνω στο αποτύπωμα του δικού σου σπρέι και της δικής σου απειλητικής πολιτικής θέσης;