Τώρα έχουν αρχίσει και οι ίδιοι οι ηγέτες των τεχνολογικών κολοσσών να αμύνονται υποστηρίζοντας ότι δεν μπορούσε κανείς τους να φανταστεί πόσο κακό μπορούσαν να προξενήσουν τα τεχνολογικά προϊόντα. Προσφέρουν κι αυτοί ένα ακόμα επιχείρημα ενάντια στην ουδετερότητα της τεχνολογίας, το οποίο όμως εστιάζει περισσότερο στους δημιουργούς παρά στους χρήστες όπως συνηθίζεται, αποδίδοντας στους πρώτους απερισκεψία.

«Η τεχνολογία είναι καλή ή κακή ανάλογα με το δημιουργό της» λέει ο CEO της Apple, Tim Cook, «και πολλές φορές δεν είναι ότι ο δημιουργός σκόπευε να κάνει το κακό, αλλά ότι δεν είχε προβλέψει τις άσχημες χρήσεις που θα μπορούσε να έχει αυτή η ίδια τεχνολογία».

Και τι θα κάνουμε μ’ αυτό τον κακό χαμό που προξενήσατε; Θα πληρώσει κάποιος για το μαζικό εθισμό των ανθρώπων; Για την καταλυτική επίδραση των νέων τεχνολογικών στην υπονόμευση της δημοκρατίας και την εκλογή αυταρχικών και λαϊκιστών ηγετών; Θα τιμωρηθεί κάποιος για τη γενικευμένη αποχαύνωση; «Γενικά μιλώντας, δεν είμαι μεγάλος φαν των ρυθμίσεων» απαντά σε σχετικό ερώτημα ο Cook, «πιστεύω βαθιά στην ελεύθερη αγορά. Αλλά πρέπει να το παραδεχόμαστε όταν η ελεύθερη αγορά δεν δουλεύει. Κι εδώ δε δούλεψε. Θεωρώ αναπόφευκτο κάποιο είδος ρύθμισης. Πιστεύω ότι το Κονγκρέσο κι η κυβέρνηση θα περάσουν κάτι κάποια στιγμή».

Τί παραδέχεται έμμεσα ο Cook; Ότι θα έπρεπε όλοι τους, του εαυτού του συμπεριλαμβανομένου, να αγνοήσουν τις προοπτικές των τεράστιων κερδών και να δουν πως θα κάνουν τις τεχνολογικές τους εφαρμογές και συσκευές λιγότερο ευεπίφορες στις αρνητικές χρήσεις. Αλλά δεν το έκαναν, γιατί ήταν εστιασμένοι στην εκθετική τους ανάπτυξη, στο network effect και στην αύξηση της τιμής της μετοχής τους. Και τώρα μιλούν για «αναπόφευκτες» ρυθμίσεις. Το εντελώς ανήθικο κι απάνθρωπο δόγμα «εμείς τα σπάμε, εσείς καθαρίζετε μετά» σε πλήρη ανάπτυξη. Η λογική του trial and error σε όλο της το μεγαλείο, με εργαστήριο τον κόσμο όλο και πειραματόζωα τους ανυποψίαστους πολίτες.

Στην ίδια συνέντευξη ο Tim Cook παραδέχεται ότι για πολύ καιρό χρησιμοποιούσε το iPhone του υπερβολικά, αλλά αργότερα αποφάσισε να περιορίσει τις ενοχλητικές ειδοποιήσεις. «Οι φορές που σηκώνω μια συσκευή έχουν ελαττωθεί» δήλωσε στο κανάλι HBO. Όταν οι ίδιοι οι τεχνοουτοπιστές, που γνωρίζουν καλά τα κουμπιά μας, παραδέχονται ότι κάτι έχει πάει στραβά κι ότι οι ρυθμίσεις είναι επιθυμητές, έχουμε φτάσει σ’ ένα κρίσιμο σημείο. Θεωρώ απίθανο να συμμορφωθούν μόνοι τους. Δεν έχουν ούτε το κίνητρο, ούτε την απαραίτητη θεώρηση των πραγμάτων. Ο στόχος τους είναι να διοχετεύουν εθιστικά προϊόντα κι υπηρεσίες στην ανθρωπότητα. Μόνο οι πολίτες, η πολιτική και οι πολιτικοί μπορούν να δώσουν λύσεις. Όλα τα άλλα είναι θέαμα.

Έλεγα χθες το μσεημέρι στην εκπομπή του Κωνσταντίνου Μπογδάνου Mea Culpa στο ραδιόφωνο Thema Radio ότι στο Facebook έχουν πιθανώς αρχίσει να εξετάζουν σοβαρά το ενδεχόμενο να εισάγουν μια επί πληρωμή εκδοχή της πλατφόρμας, θέλοντας να θεραπεύσουν τις πάγιες πια παθογένειές τους. Τον ισχυρισμό αυτό τον βάσισα σε μια αποστροφή του λόγου του Zuckerberg στην κατάθεσή του προχθές στη Γερουσία.

«There always be a version of Facebook that is free» είπε, απαντώντας στις επίμονες ερωτήσεις ενός Γερουσιαστή.

Η αλήθεια είναι ότι μια ολοκληρωτική στροφή του Facebook προς το συνδρομητικό μοντέλο θα σήμαινε αυτοκτονία. Όμως, η υιοθέτηση μιας παράλληλης σφαίρας, μιας premium πλατφόρμας όπου θα διακινούνταν το ποιοτικό, πιστοποιημένο περιεχόμενο θα μπορούσε πιθανώς να λύσει το πρόβλημα που αντιμετωπίζει σήμερα ο Zuckerberg. Γιατί το πρόβλημά του είναι δομικό, είναι το ίδιο το επιχειρηματικό του μοντέλο, που παρέχει δωρεάν στους χρήστες το εργαλείο, αλλά τους αφήνει έκθετους στους διαφημιζόμενους. Κι όταν οι διαφημιζόμενοι είναι «νέοι, ωραίοι και έξυπνοι» τα πράγματα μπορούν εύκολα να βγουν εκτός ελέγχου. Τα δεδομένα των χρηστών γίνονται χρυσάφι κι όπλο. Οι πιέσεις προς τους διαφημιστές ώστε να γίνει καταλληλότερη στόχευση, και να παραχθεί μήνυμα εξατομικευμένο, γίνεται αφόρητη. Το διαφημισιοκεντρικό μοντέλο του Facebook είναι αυτό που θα του παράγει αιώνια προβλήματα γιατί θα επιτρέπει στον καθένα να αξιοιποιεί τον πλούτο των δεδομένων όπως επιθυμεί -αυτό κανείς δε μπορεί να το αποτρέψει, ούτε οι αλγόριθμοι, ούτε  \η πιο εξελιγμένη τεχνητή νοημοσύνη.

Οπότε; Μια συνδρομητική υπηρεσία, όπως το Spotify και το Netflix, που θα συγκεντρώνει premium μέλη και premium παραγωγούς περιεχομένου, με ασυναγώνιστη εμπειρία για τον χρήστη, είναι μια πιθανή λύση. Το Facebook μπορεί να το κάνει, ακόμα και σαν ένα πείραμα που ρισκάρει να αποτύχει. Τώρα που ο Zuckerberg παραδέχτηκε δημόσια ότι είναι υπεύθυνος για το περιεχόμενο που δημοσιεύεται στην πλατφόρμα του, μπορεί να κάνει το επόμενο βήμα και να γίνει ο ίδιος παραγωγός περιεχομένου, προσλαμβάνοντας ακόμα και δημοσιογράφους. Προσωπικά δεν το θεωρώ καθόλου απίθανο. Είναι ένας απ’ τους πιο ισχυρούς ανθρώπους αυτή τη στιγμή στον κόσμο και δείχνει να καταλαβαίνει ότι τα Μέσα δεν είναι παιχνίδι. Ο κόσμος εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό απ’ τις αποφάσεις και το παράδειγμά του.

Η Cambridge Analytica είναι η εταιρεία που βοήθησε τον Τραμπ να εκλεγεί το Νοέμβριο του 2016 στην προεδρία των ΗΠΑ, κι είναι η εταιρεία που βοήθησε την καμπάνια υπέρ του Brexit την ίδια χρονιά. Ανήκει μερικώς στον πολύ εύπορο επιχειρηματία Ρόμπερτ Μέρσερ και διοικείται απ’ τον Αλεξάντερ Νιξ.

Αυτοσυστήνεται ως μια εταιρεία μάρκετινγκ με ειδίκευση στα δεδομένα, στα μεγάλα δεδομένων. Τι σημαίνει αυτό; Είναι ένας καλοκουρδισμένος μηχανισμός χειραγώγισης που συλλέγει δεδομένα πολιτών, κυρίως απ’ τα Μέσα κοινωνικής δικτύωσης και το Facebook με το πρόσχημα της έρευνας, που τα επεξεργάζεται κατάλληλα ώστε να δημιουργήσει οικονομικά, κοινωνικά και ψυχολογικά προφίλ των πολιτών κι έπειτα να παράγει εξατομικευμένα μηνύματα επηρεασμού. Η καινοτομία της εταιρείας έγκειται στον ψυχολογικό παράγοντα, στον πλούτο των δεδομένων και τη δυνατότητα εξατομίκευσης της στόχευσης.

Όπως λέει ο εκπρόσωπος της εταιρείας στο ρεπορτάζ που έκανε με κρυφή κάμερα το Channel 4, «οι εκλογές δεν κερδίζονται με επίκληση γεγονότων, εδώ όλα στρέφονται γύρω απ’ το συναίσθημα». Απ’ την εποχή του Γκυστάβ Λεμπόν ως σήμερα, αυτός είναι ο κοινός τόπος: οι εκλογές κερδίζονται με χειρισμό του συναισθήματος.«Εδώ όλα αφορούν στις ελπίδες και τους φόβους των ανθρώπων» προσθέτει ο εκπρόσωπος που φιλμάρεται εν αγνοία του, «αλλά με ελπίδες και φόβους άφατους κι ασυνείδητους, που τους συνειδητοποιείς μόνο όταν λάβεις συγκεκριμένα ερεθίσματα». Πόσο πιο εύκολα γίνονται όλα με τα νέα Μέσα. Όταν ξέρεις αναλυτικά τις προτιμήσεις, τα γούστα, τους φίλους, τις συνήθειες, τα αγαπημένα βιβλία, τα αγαπημένα εστιατόρια, την κουλτούρα του καθενός είσαι σε θέση να σερβίρεις ένα μοναδικό πιάτο για τον καθένα. Χωρίς το Facebook αυτή η δουλειά θα ήταν αδύνατη. Για την υπόθεση που ήρθε προχθές τη δημοσιότητα, 50 εκατομμύρια πολίτες -μαζί κι εμείς- έδωσαν οικειοθελώς στην επιχείρηση τα δεδομένα τους, ανοίγοντάς της την πόρτα στο ασυνείδητό τους. Το ψηφιακό πασπαρτού της Cambridge analytica είναι το λεγόμενο micro targeting, η εξατομίκευση του μηνύματος. Τώρα οι πολιτικοί σχηματισμοί δεν έχουν ανάγκη να στέλνουν μηνύματα στις μάζες δια τηλεόρασης ή ραδιοφώνου. Ένας πρώην εργαζόμενος της εταιρείας λέει  στη Guardian χαρακτηριστικά ότι τώρα είμαστε σε θέση να «ψιθυρίζουμε στο αυτί των ψηφοφόρων». Λέει κι άλλα ενδιαφέροντα, αξίζει να τον δείτε.

Όμως στο ρεπορτάζ του Channel 4 αποκαλύπτεται ότι η εταιρεία κάνει χρήση κι άλλων, πιο «παραδοσιακών» μεθόδων πολιτικής καμπάνιας, όπως το να προσφέρει υπηρεσίες παγίδευσης πολιτικών αντιπάλων με αθέμιτους τρόπους, ή να αναδεικνύει τους σκελετών που έχουν στις ντουλάπες τους. Σαν να λέμε, παντρεύουν τα τεχνολογικά όπλα με τα παλιά τσεκούρια και δημιουργούν ένα υπερόπλο που μοιάζει ανίκητο. Χωρίς υπερβολή, μοιάζει σαν να χακάρουν τη δημοκρατία ακόμα πιο αποτελεσματικά απ’ ότι το έκανε στο παρελθόν η τηλεόραση, το ραδιόφωνο κι ο Τύπος. Μπροστά σ’ αυτό το άνευ προηγουμένου πείραμα άλωσης της δημοκρατικής διαδικασίας, η πολιτική διαφήμιση στην τηλεόραση και στο ραδιόφωνο μοιάζει εντελώς αθώα. Πρώτα δημιουργούν το πλήρες ψυχολογικό σου προφίλ, μετά φτιάχνουν τα μηνύματα που θα σε διεγείρουν και τέλος τεστάρουν τι περιεχόμενα, σε τι μορφή, και σε τι συχνότητα θα σε προσεγγίσουν για να κάνεις αυτό που πρέπει. Ειδικά για εσένα. Με τη συγκατάθεση των Μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Το Facebook μια τρομερή μηχανή παρακολούθησης, δίνει τα δεδομένα στην Cambridge Analytica, μια τρομερή μηχανή χειραγώγισης κι οι πολιτικοί αξιοποιούν τα εργαλεία για να κερδίσουν εκλογές. Κι όλα αυτά στη σκιά, σε καθεστώς μυστικότητας.

Ποιος αποφάσισε ότι εφεξής αυτός θα είναι ο τρόπος διεξαγωγής της πολιτικής διαμάχης; Που είναι η υπόσχεση της διαφάνειας, της λογοδοσίας, της ανοιχτότητας που θα έφερνε το διαδίκτυο; Που είναι η απελευθερωτική δύναμη της τεχνολογίας; Πως θα προστατευθεί ο πολίτης, πως θα προστατευθεί η δημοκρατία απ’ αυτή την ακραία επίθεση; Δε θέλω να είμαι μάντης κακών, αλλά δύσκολα θα προκύψουν σοβαρές λύσεις. Είναι μια πρόκληση που πρέπει να μας απασχολήσει όλους.