Έλεγα χθες το μσεημέρι στην εκπομπή του Κωνσταντίνου Μπογδάνου Mea Culpa στο ραδιόφωνο Thema Radio ότι στο Facebook έχουν πιθανώς αρχίσει να εξετάζουν σοβαρά το ενδεχόμενο να εισάγουν μια επί πληρωμή εκδοχή της πλατφόρμας, θέλοντας να θεραπεύσουν τις πάγιες πια παθογένειές τους. Τον ισχυρισμό αυτό τον βάσισα σε μια αποστροφή του λόγου του Zuckerberg στην κατάθεσή του προχθές στη Γερουσία.

«There always be a version of Facebook that is free» είπε, απαντώντας στις επίμονες ερωτήσεις ενός Γερουσιαστή.

Η αλήθεια είναι ότι μια ολοκληρωτική στροφή του Facebook προς το συνδρομητικό μοντέλο θα σήμαινε αυτοκτονία. Όμως, η υιοθέτηση μιας παράλληλης σφαίρας, μιας premium πλατφόρμας όπου θα διακινούνταν το ποιοτικό, πιστοποιημένο περιεχόμενο θα μπορούσε πιθανώς να λύσει το πρόβλημα που αντιμετωπίζει σήμερα ο Zuckerberg. Γιατί το πρόβλημά του είναι δομικό, είναι το ίδιο το επιχειρηματικό του μοντέλο, που παρέχει δωρεάν στους χρήστες το εργαλείο, αλλά τους αφήνει έκθετους στους διαφημιζόμενους. Κι όταν οι διαφημιζόμενοι είναι «νέοι, ωραίοι και έξυπνοι» τα πράγματα μπορούν εύκολα να βγουν εκτός ελέγχου. Τα δεδομένα των χρηστών γίνονται χρυσάφι κι όπλο. Οι πιέσεις προς τους διαφημιστές ώστε να γίνει καταλληλότερη στόχευση, και να παραχθεί μήνυμα εξατομικευμένο, γίνεται αφόρητη. Το διαφημισιοκεντρικό μοντέλο του Facebook είναι αυτό που θα του παράγει αιώνια προβλήματα γιατί θα επιτρέπει στον καθένα να αξιοιποιεί τον πλούτο των δεδομένων όπως επιθυμεί -αυτό κανείς δε μπορεί να το αποτρέψει, ούτε οι αλγόριθμοι, ούτε  \η πιο εξελιγμένη τεχνητή νοημοσύνη.

Οπότε; Μια συνδρομητική υπηρεσία, όπως το Spotify και το Netflix, που θα συγκεντρώνει premium μέλη και premium παραγωγούς περιεχομένου, με ασυναγώνιστη εμπειρία για τον χρήστη, είναι μια πιθανή λύση. Το Facebook μπορεί να το κάνει, ακόμα και σαν ένα πείραμα που ρισκάρει να αποτύχει. Τώρα που ο Zuckerberg παραδέχτηκε δημόσια ότι είναι υπεύθυνος για το περιεχόμενο που δημοσιεύεται στην πλατφόρμα του, μπορεί να κάνει το επόμενο βήμα και να γίνει ο ίδιος παραγωγός περιεχομένου, προσλαμβάνοντας ακόμα και δημοσιογράφους. Προσωπικά δεν το θεωρώ καθόλου απίθανο. Είναι ένας απ’ τους πιο ισχυρούς ανθρώπους αυτή τη στιγμή στον κόσμο και δείχνει να καταλαβαίνει ότι τα Μέσα δεν είναι παιχνίδι. Ο κόσμος εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό απ’ τις αποφάσεις και το παράδειγμά του.

Η Cambridge Analytica είναι η εταιρεία που βοήθησε τον Τραμπ να εκλεγεί το Νοέμβριο του 2016 στην προεδρία των ΗΠΑ, κι είναι η εταιρεία που βοήθησε την καμπάνια υπέρ του Brexit την ίδια χρονιά. Ανήκει μερικώς στον πολύ εύπορο επιχειρηματία Ρόμπερτ Μέρσερ και διοικείται απ’ τον Αλεξάντερ Νιξ.

Αυτοσυστήνεται ως μια εταιρεία μάρκετινγκ με ειδίκευση στα δεδομένα, στα μεγάλα δεδομένων. Τι σημαίνει αυτό; Είναι ένας καλοκουρδισμένος μηχανισμός χειραγώγισης που συλλέγει δεδομένα πολιτών, κυρίως απ’ τα Μέσα κοινωνικής δικτύωσης και το Facebook με το πρόσχημα της έρευνας, που τα επεξεργάζεται κατάλληλα ώστε να δημιουργήσει οικονομικά, κοινωνικά και ψυχολογικά προφίλ των πολιτών κι έπειτα να παράγει εξατομικευμένα μηνύματα επηρεασμού. Η καινοτομία της εταιρείας έγκειται στον ψυχολογικό παράγοντα, στον πλούτο των δεδομένων και τη δυνατότητα εξατομίκευσης της στόχευσης.

Όπως λέει ο εκπρόσωπος της εταιρείας στο ρεπορτάζ που έκανε με κρυφή κάμερα το Channel 4, «οι εκλογές δεν κερδίζονται με επίκληση γεγονότων, εδώ όλα στρέφονται γύρω απ’ το συναίσθημα». Απ’ την εποχή του Γκυστάβ Λεμπόν ως σήμερα, αυτός είναι ο κοινός τόπος: οι εκλογές κερδίζονται με χειρισμό του συναισθήματος.«Εδώ όλα αφορούν στις ελπίδες και τους φόβους των ανθρώπων» προσθέτει ο εκπρόσωπος που φιλμάρεται εν αγνοία του, «αλλά με ελπίδες και φόβους άφατους κι ασυνείδητους, που τους συνειδητοποιείς μόνο όταν λάβεις συγκεκριμένα ερεθίσματα». Πόσο πιο εύκολα γίνονται όλα με τα νέα Μέσα. Όταν ξέρεις αναλυτικά τις προτιμήσεις, τα γούστα, τους φίλους, τις συνήθειες, τα αγαπημένα βιβλία, τα αγαπημένα εστιατόρια, την κουλτούρα του καθενός είσαι σε θέση να σερβίρεις ένα μοναδικό πιάτο για τον καθένα. Χωρίς το Facebook αυτή η δουλειά θα ήταν αδύνατη. Για την υπόθεση που ήρθε προχθές τη δημοσιότητα, 50 εκατομμύρια πολίτες -μαζί κι εμείς- έδωσαν οικειοθελώς στην επιχείρηση τα δεδομένα τους, ανοίγοντάς της την πόρτα στο ασυνείδητό τους. Το ψηφιακό πασπαρτού της Cambridge analytica είναι το λεγόμενο micro targeting, η εξατομίκευση του μηνύματος. Τώρα οι πολιτικοί σχηματισμοί δεν έχουν ανάγκη να στέλνουν μηνύματα στις μάζες δια τηλεόρασης ή ραδιοφώνου. Ένας πρώην εργαζόμενος της εταιρείας λέει  στη Guardian χαρακτηριστικά ότι τώρα είμαστε σε θέση να «ψιθυρίζουμε στο αυτί των ψηφοφόρων». Λέει κι άλλα ενδιαφέροντα, αξίζει να τον δείτε.

Όμως στο ρεπορτάζ του Channel 4 αποκαλύπτεται ότι η εταιρεία κάνει χρήση κι άλλων, πιο «παραδοσιακών» μεθόδων πολιτικής καμπάνιας, όπως το να προσφέρει υπηρεσίες παγίδευσης πολιτικών αντιπάλων με αθέμιτους τρόπους, ή να αναδεικνύει τους σκελετών που έχουν στις ντουλάπες τους. Σαν να λέμε, παντρεύουν τα τεχνολογικά όπλα με τα παλιά τσεκούρια και δημιουργούν ένα υπερόπλο που μοιάζει ανίκητο. Χωρίς υπερβολή, μοιάζει σαν να χακάρουν τη δημοκρατία ακόμα πιο αποτελεσματικά απ’ ότι το έκανε στο παρελθόν η τηλεόραση, το ραδιόφωνο κι ο Τύπος. Μπροστά σ’ αυτό το άνευ προηγουμένου πείραμα άλωσης της δημοκρατικής διαδικασίας, η πολιτική διαφήμιση στην τηλεόραση και στο ραδιόφωνο μοιάζει εντελώς αθώα. Πρώτα δημιουργούν το πλήρες ψυχολογικό σου προφίλ, μετά φτιάχνουν τα μηνύματα που θα σε διεγείρουν και τέλος τεστάρουν τι περιεχόμενα, σε τι μορφή, και σε τι συχνότητα θα σε προσεγγίσουν για να κάνεις αυτό που πρέπει. Ειδικά για εσένα. Με τη συγκατάθεση των Μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Το Facebook μια τρομερή μηχανή παρακολούθησης, δίνει τα δεδομένα στην Cambridge Analytica, μια τρομερή μηχανή χειραγώγισης κι οι πολιτικοί αξιοποιούν τα εργαλεία για να κερδίσουν εκλογές. Κι όλα αυτά στη σκιά, σε καθεστώς μυστικότητας.

Ποιος αποφάσισε ότι εφεξής αυτός θα είναι ο τρόπος διεξαγωγής της πολιτικής διαμάχης; Που είναι η υπόσχεση της διαφάνειας, της λογοδοσίας, της ανοιχτότητας που θα έφερνε το διαδίκτυο; Που είναι η απελευθερωτική δύναμη της τεχνολογίας; Πως θα προστατευθεί ο πολίτης, πως θα προστατευθεί η δημοκρατία απ’ αυτή την ακραία επίθεση; Δε θέλω να είμαι μάντης κακών, αλλά δύσκολα θα προκύψουν σοβαρές λύσεις. Είναι μια πρόκληση που πρέπει να μας απασχολήσει όλους.

Τα Μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι η βαριά βιομηχανία προσοχής της οικονομίας της προσοχής. Το νόμισμα αυτής της οικονομίας είναι η προσοχή μας, πόρος εκ των πραγμάτων περιορισμένος. Κάποια στιγμή, το απόθεμα προσοχής ενός ατόμου αλλά και μιας κοινωνίας αδειάζει, και τότε απρόβλεπτα πράγματα συμβαίνουν.

Εδώ όλοι συμμετέχουμε εθελοντικά με μόνη υποχρέωση να αποδεχτούμε ότι το ενδιαφέρον για τον άλλον και τα πράγματα είναι μετρήσιμο. Καθένας χρησιμοποιεί ό,τι μπορεί να επιδείξει προκειμένου να τραβήξει την προσοχή των άλλων και να αποσπάσει likes και retweets. Άλλος χρησιμοποιεί εργαλειακά την ευφυία, άλλος την ίδια την εργατικότητά του, άλλος τα κατοικίδια, τα παιδιά, το σώμα του. Τα πάντα μετατρέπονται σε αντικείμενα που επιζητούν άμεση επιβράβευση, καθώς εδώ κερδίζουν κυρίως οι εντυπώσεις.

Ο Τραμπ θεωρείται ήδη ο πρώτος πρόεδρος της προσοχής. Οι επιχειρήσεις και τα πολιτικά κόμματα ξέρουν ότι για να κερδίσουν την προσοχή θα πρέπει να έχουν στην ομάδα τους κάποιους που θα κάνουν θόρυβο, λέγοντας και κάνοντας ακόμα πιο εξωφρενικά πράγματα. Η ιδιωτική ζωή τώρα, ως το πλέον ενδιαφέρον κομμάτι της ζωής των άλλων, πρέπει να γίνει εντελώς διαφανής, για να ικανοποιήσει την ακόρεστη πείνα των δικτύων για προσοχή. Καθώς η προσοχή είναι περιορισμένος πόρος, ο ανταγωνισμός για την έλξη της προσοχής είναι αμείλικτος. Το νόμισμα της προσοχής πρέπει να αλλάζει διαρκώς χέρια. Και στο βωμό της απόκτησής του να θυσιαστεί ακόμα και η πιο προσωπική μας στιγμή. Η εκπόρνευση κι η σπατάλη είναι σαφής. Ξοδεύουμε αλόγιστα την προσοχή μας και πουλάμε την ιδιωτικότητά μας με την ελπίδα να αναπληρώσουμε κάτι έστω ελάχιστο: μερικά likes άμεσης επιβράβευσης που θα ανανεώσουν το ενδιαφέρον μας και θα μας δώσουν λίγη αυταξία. Το μόνο βέβαιο κέρδος που εγγράφεται στα βιβλία εσόδων εξόδων της εποχής μας είναι εκείνο της βαριάς βιομηχανίας της προσοχής.