Κανονικά δε θα έπρεπε να ενδιαφέρει κανέναν. Και η αλήθεια είναι ότι πράγματι δεν ενδιαφέρει κανέναν. Με το που αποφασίσεις να φύγεις από ένα μέσο κοινωνικής δικτύωσης, έχεις πάψει να υπάρχεις. Μήπως όμως αυτό τελικά είναι ωφέλιμο;

Οι αιτίες της αποχώρησής μου απ’ το Instagram περιγράφονται σ’ αυτό το κείμενο που είχα γράψει για το περιοδικό Κ της Καθημερινής, ακριβώς πριν από τρία χρόνια. Γιατί μου πήρε τρία χρόνια να κάνω την αποφασιστική κίνηση και να σβήσω το προφίλ μου στη δημοφιλή πλατφόρμα; Η εξήγηση είναι απλή κι ανθρώπινη. Το να σβήσεις το λογαριασμό σου από ένα μέσο κοινωνικής δικτύωσης σήμερα μοιάζει με κοινωνική αυτοχειρία. Η αίσθηση της κίνησης είναι στενόχωρη, τρομακτική. Έχει κάτι το βίαιο και σκληρό η αμετάκλητη απόφαση της διαγραφής σου απ’ τον εικονικό κύκλο των επαφών σου. Νομίζεις ότι μαζί με το εικονικό σου προφίλ, θα εξαφανιστεί κι ο φυσικός σου εαυτός. Φοβάσαι ότι απ’ τη στιγμή που θα χαθείς απ’ τα δίκτυα, θα σε ξεχάσουν και θα περάσεις μεμιάς στη σφαίρα των λησμονημένων. Φοβάσαι ότι θα χάσεις κάτι τρομερά σημαντικό, ότι θα χάσεις την επαφή σου με τον πραγματικό κόσμο. Για το λόγο αυτό, προτιμάς να διατηρείς όπως όπως το προφίλ σου, να το ανανεώνεις πολύ περιοδικά, και να καταφεύγεις συχνότερα στο σκρόλινγκ, στην παρακολούθηση της ζωής των άλλων, βάζοντας καρδούλες και κάποιο περιστασιακό ίσως σχόλιο. 

Χρειάστηκε να περάσουν τρία χρόνια για να συνειδητοποιήσω ότι το Ιnstagram δεν είχε να μου προσφέρει το παραμικρό. Θεωρώ ότι το Instagram είναι ένα πανηγύρι ναρκισσισμού και ματαιοδοξίας. Θα έβλεπα ίσως κάποια αξία σ’ ένα κλειστό γκρουπ όπου θα μοιραζόμουν νέα με αληθινούς φίλους μου, αλλά σ’ ένα δίκτυο αγνώστων που μοιράζονται φωτογραφίες αφειδώς δε βλέπω κανένα όφελος. Αντίθετα, στη συστηματική χρήση του Instagram διακρίνω σημάδια παθολογίας που οδηγούν με βεβαιότητα στην κατάθλιψη. Η σμίκρυνση του κόσμου σε μια οθόνη που περιέχει αποκλειστικά και μόνο ωραιοποιημένες εικόνες, οδηγεί αναπόφευκτα σε συγκρίσεις. Οι συγκρίσεις παράγουν άγχος και μοιραία, κατάθλιψη. Η σύνδεση των social media με την κατάθλιψη δεν είναι μόνο εμπειρική, έχει καταγραφεί και στην έρευνα.  Μια άλλη έρευνα (την αναφέρω και στον Αλγόριθμο της Σοφίας) που έγινε στη Μεγάλη Βρετανία το 2017, βρήκε ότι το Instagram είναι μακράν το πιο τοξικό μέσο κοινωνικής δικτύωσης για τους νέους (κι όχι μόνο, προσθέτω). Επηρεάζει αρνητικά την φυσική και συναισθηματική υγεία των χρηστών, και πιο συγκεκριμένα επιδρά αρνητικά στην εικόνα που έχει καθένας για το σώμα του, δυσκολεύει τον ύπνο, αυξάνει την αίσθηση της μοναξιάς, συμβάλλει σημαντικά στην θλίψη και το άγχος που νιώθουν οι χρήστες κι, ενισχύει την αίσθηση ότι κάτι χάνεις όταν απουσιάζεις. Τέλος είναι ένα μέσο πολύ πρόσφορο στον κυβερνοεκφοβισμό.  Υπάρχουν βέβαια και θετικές όψεις, όπως η συμβολή στην αυτοέκφραση, η οικοδόμηση ταυτότητας και κοινότητας, αλλά και η παροχή συναισθηματικής υποστήριξης, που θα ευχόταν κανείς να αντισταθμίσουν τις αρνητικές.

Τώρα που δεν έχω προφίλ στο Instagram νιώθω απελευθερωμένος γιατί δεν ξελιγώνομαι μπροστά στο θέαμα της ψεύτικης ζωής των άλλων. Εκλαμβάνω την απεξάρτηση απ’ το Instagram ως μια απόφαση υγείας, εφάμιλλη της διακοπής του τσιγάρου. Γιατί αν θέλω να επικοινωνήσω με κάποιον, σηκώνω το τηλέφωνο και τον αναζητώ. Κανονίζω να τον συναντήσω. Απ’ την άλλη, όποιος θέλει να έρθει σ’ επαφή μαζί μου διαδικτυακά, μπορεί εύκολα να το κάνει. Θα αναρωτηθεί τώρα κάποιος: «γιατί πρέπει τώρα να το μοιραστείς αυτό; Γιατί να έχεις την ανάγκη να περιγράψεις δημόσια την εμπειρία της αποχώρησής σου απ’ την πλατφόρμα;». Γιατί έχω ακόμα το Facebook. Αλλά γι’ αυτό το θέμα θα χρειαστώ λίγο χρόνο ακόμα. Εκεί προφανώς θα δοθεί η μάχη των μαχών.

Θα δίνατε ένα αυτοκίνητο σ’ έναν ενδεκάχρονο ή δεκατριάχρονο παιδί να το οδηγήσει στο οδικό δίκτυο; Θα δίνατε ένα όπλο σ’ ένα οκτάχρονο; Θα αφήνατε ένα τετράχρονο παιδί να χειριστεί ένα αλυσοπρίονο; Όλες αυτές οι τεχνολογίες, χρήσιμες, άχρηστες ή καταστροφικές, απαιτούν όρια, γνώσεις, ωριμότητα, δεξιότητες, γνωστική επάρκεια που συνήθως την αναγνωρίζουμε σε ενήλικους κι όχι σε ανήλικα παιδιά, για λόγους που δεν χρειάζονται πια επεξήγηση. Δυστυχώς, όταν μιλάμε για τις νέες τεχνολογίες πρέπει να συζητάμε ξανά για τα αυτονόητα και να επαναλαμβάνουμε για παράδειγμα ότι η τεχνολογία δεν είναι ουδέτερη, κι ότι υπό συνθήκες μπορεί να γίνει μόνο καταστροφική. Το παράδειγμα του Μορόζοφ είναι εύγλωττο: σε μια κατηφόρα με παγετό, όσο φρένο κι αν πατήσεις στο αυτοκίνητο, δε θα σταματήσει ποτέ. Δυστυχώς, όποιος διατυπώνει κριτική γνώμη ή έρευνα για τις νέες τεχνολογίες, χαρακτηρίζεται απ’ τους «τεχνόφιλους» αμέσως «τεχνοφοβικός» που δαιμονοποιεί την πρόοδο και την τεχνολογία. Όσο όμως είναι προβληματική η άκριτη απόρριψη όλων των νέων τεχνολογιών, τόσο προβληματική είναι και η άκριτη υιοθέτησή τους.  

Αυτή την εβδομάδα ο συγγραφέας Νίκος Δήμου ασχολείται στο κυριακάτικο «Βήμα» (αναδημοσιεύεται στο μπλογκ του εδώ) με το κείμενο που έγραψα στην «Καθημερινή» την προηγούμενη Κυριακή, κι αφορούσε δύο εξαιρετικά βιβλία. Το κείμενο είχε τίτλο «Έφηβοι δεσμώτες των smartphones» και υπότιτλο «πώς η ευρεία χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης οδηγεί τους νέους και ειδικότερα τα κορίτσια στην κατάθλιψη». Ο κύριος Δήμου κάνει μια πολύ επιδερμική και βιαστική ανάγνωση του κειμένου. Η διάγνωσή του για το περιεχόμενο είναι σαφής: «τεχνοφοβικός λαϊκισμός», «δαιμονοποίηση της τεχνολογίας». Η επιχειρηματολογία του χοντροκομμένη. Η τεχνολογία είναι καλή, οι επικριτές της κακοί. Προσεγγίσεις ανάλογες του άρθρου μου του θυμίζουν τις ανησυχίες για τα φλίπερ και την τηλεόραση. Καμμία απόχρωση, καμμία διάθεση για εμβάθυνση, για διακρίσεις ποιοτήτων ή έστω, ποσοτήτων.

Στο τέλος μάλιστα ο σεβαστός συγγραφέας προσθέτει και μια πονηρούτσικη πινελιά. Αυτές τις τεχνοφοβικές απόψεις (για τις έρευνες έχει να πει ότι είναι μεροληπτικές χωρίς καν να τις σχολιάζει ή να δείχνει ότι τις καταλαβαίνει) τις διακινούν ψυχολόγοι και ψυχίατροι για να «αποκτήσουν νέους πελάτες». Έχει πλάκα, ότι στο άρθρο του δεν κατονομάζει ούτε εμένα, ούτε τις ερευνήτριες στις οποίες αναφέρεται το κείμενό μου (θα μαλλιάσει η γλώσσα μου να λέει διαβάστε προσεκτικά τις έρευνες και τα βιβλία, αλλά κοιτάξτε και γύρω σας τι συμβαίνει), αλλά ούτε και την Καθημερινή -ίσως φοβάται ότι η μνεία θα μας φέρει πελάτες. Ακόμα πιο ειρωνικό είναι το γεγονός ότι στο «Βήμα» που φιλοξενεί το άρθρο του υπάρχει τρισέλιδο ανησυχητικότατο άρθρο ψυχολόγου με τον πηχυαίο τίτλο «Διαδικτυακή εξάρτηση»!

Επιμένω λοιπόν. Μη μείνετε στην παρουσίασή μου, ούτε στα αρθράκια που θα διαβάσετε εδώ κι εκεί. Διαβάστε τις ολοκληρωμένες παρουσιάσεις, τις έρευνες και τα βιβλία, γίνετε ειδήμονες κι εσείς. Έχουμε υπερπληθρωρισμό βιαστικών κι επιδερμικών αναγνώσεων και τεράστιο έλλειμμα συνεπών και κοπιαστικών αναγνώσεων. Οι νέες τεχνολογίες, εκτός των άλλων, μας έχουν κάνει και πιο οκνηρούς αναγνώστες. Μας έχουν δημιουργήσει την ψευδαίσθηση της γνώσης, ενώ στην ουσία μας τροφοδοτούν με άπειρες θραυσματικές πληροφορίες που ενισχύουν τις προκαταλήψεις μας.

Για τις ανάγκες της έρευνας του νέου δοκιμίου μου, διάβασα το ολόφρεσκο βιβλίο Breaking News, The remaking of journalism and why it matters now (Canongate, 2018), που υπογράφει ο επί 20 χρόνια διευθυντής της Guardian, ο Alan Rusbridger. Ο σημαντικός δημοσιογράφος είχε την τύχη να βρεθεί πάνω στο κύμα των αλλαγών, και να μην τις φοβηθεί, να πάρει πολύ δύσκολες αποφάσεις. Έγινε θιασώτης των νέων τεχνολογιών κι ενίσχυσε τον πειραματισμό μ’ αυτές όσο κανείς άλλος. Στο βιβλίο εκθέτει όχι μόνο τις δημοσιογραφικές επιτυχίες και προκλήσεις, αλλά κυρίως την περιπέτεια της μετάβασης απ’ την εποχή του εντύπου στην εποχή των ψηφίων.

Δημοσιογράφος πρώτης γραμμής εξομολογείται

Το κυρίως θέμα του Rusbridger, κι η μεγάλη αγωνία του όπως φαίνεται, είναι η επανεφεύρεση της δημοσιογραφίας, με σκοπό την επιβίωσή της, την εποχή των τεχνολογικών γιγάντων.

Διαβάζοντας το βιβλίο μ’ έπιασε μεγάλη στενοχώρια. Σκέφτηκα την ποιότητα της δημοσιογραφίας στη χώρα μας και τη σχέση της με τα ψηφιακά μέσα. Δεν είναι όλα καλά στη Μεγάλη Βρετανία, αλλά τουλάχιστον υπάρχουν ακόμα επαγγελματίες που συνεχίζουν να επενδύουν στους δημοσιογράφους και τη δημοσιογραφία γιατί τη θεωρούν ένα πολύτιμο δημόσιο αγαθό.

Όποιος ασχολείται σοβαρά με τη δημοσιογραφία πρέπει να διαβάσει αυτό το βιβλίο για να θυμηθεί τι σημαίνει αληθινός δημοσιογράφος και γιατί η δουλειά του είναι απαραίτητη σήμερα όσο ποτέ άλλοτε. Μακάρι να εκδοθεί και στα Ελληνικά.

Έλεγα χθες το μσεημέρι στην εκπομπή του Κωνσταντίνου Μπογδάνου Mea Culpa στο ραδιόφωνο Thema Radio ότι στο Facebook έχουν πιθανώς αρχίσει να εξετάζουν σοβαρά το ενδεχόμενο να εισάγουν μια επί πληρωμή εκδοχή της πλατφόρμας, θέλοντας να θεραπεύσουν τις πάγιες πια παθογένειές τους. Τον ισχυρισμό αυτό τον βάσισα σε μια αποστροφή του λόγου του Zuckerberg στην κατάθεσή του προχθές στη Γερουσία.

«There always be a version of Facebook that is free» είπε, απαντώντας στις επίμονες ερωτήσεις ενός Γερουσιαστή.

Η αλήθεια είναι ότι μια ολοκληρωτική στροφή του Facebook προς το συνδρομητικό μοντέλο θα σήμαινε αυτοκτονία. Όμως, η υιοθέτηση μιας παράλληλης σφαίρας, μιας premium πλατφόρμας όπου θα διακινούνταν το ποιοτικό, πιστοποιημένο περιεχόμενο θα μπορούσε πιθανώς να λύσει το πρόβλημα που αντιμετωπίζει σήμερα ο Zuckerberg. Γιατί το πρόβλημά του είναι δομικό, είναι το ίδιο το επιχειρηματικό του μοντέλο, που παρέχει δωρεάν στους χρήστες το εργαλείο, αλλά τους αφήνει έκθετους στους διαφημιζόμενους. Κι όταν οι διαφημιζόμενοι είναι «νέοι, ωραίοι και έξυπνοι» τα πράγματα μπορούν εύκολα να βγουν εκτός ελέγχου. Τα δεδομένα των χρηστών γίνονται χρυσάφι κι όπλο. Οι πιέσεις προς τους διαφημιστές ώστε να γίνει καταλληλότερη στόχευση, και να παραχθεί μήνυμα εξατομικευμένο, γίνεται αφόρητη. Το διαφημισιοκεντρικό μοντέλο του Facebook είναι αυτό που θα του παράγει αιώνια προβλήματα γιατί θα επιτρέπει στον καθένα να αξιοιποιεί τον πλούτο των δεδομένων όπως επιθυμεί -αυτό κανείς δε μπορεί να το αποτρέψει, ούτε οι αλγόριθμοι, ούτε  \η πιο εξελιγμένη τεχνητή νοημοσύνη.

Οπότε; Μια συνδρομητική υπηρεσία, όπως το Spotify και το Netflix, που θα συγκεντρώνει premium μέλη και premium παραγωγούς περιεχομένου, με ασυναγώνιστη εμπειρία για τον χρήστη, είναι μια πιθανή λύση. Το Facebook μπορεί να το κάνει, ακόμα και σαν ένα πείραμα που ρισκάρει να αποτύχει. Τώρα που ο Zuckerberg παραδέχτηκε δημόσια ότι είναι υπεύθυνος για το περιεχόμενο που δημοσιεύεται στην πλατφόρμα του, μπορεί να κάνει το επόμενο βήμα και να γίνει ο ίδιος παραγωγός περιεχομένου, προσλαμβάνοντας ακόμα και δημοσιογράφους. Προσωπικά δεν το θεωρώ καθόλου απίθανο. Είναι ένας απ’ τους πιο ισχυρούς ανθρώπους αυτή τη στιγμή στον κόσμο και δείχνει να καταλαβαίνει ότι τα Μέσα δεν είναι παιχνίδι. Ο κόσμος εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό απ’ τις αποφάσεις και το παράδειγμά του.

Η Cambridge Analytica είναι η εταιρεία που βοήθησε τον Τραμπ να εκλεγεί το Νοέμβριο του 2016 στην προεδρία των ΗΠΑ, κι είναι η εταιρεία που βοήθησε την καμπάνια υπέρ του Brexit την ίδια χρονιά. Ανήκει μερικώς στον πολύ εύπορο επιχειρηματία Ρόμπερτ Μέρσερ και διοικείται απ’ τον Αλεξάντερ Νιξ.

Αυτοσυστήνεται ως μια εταιρεία μάρκετινγκ με ειδίκευση στα δεδομένα, στα μεγάλα δεδομένων. Τι σημαίνει αυτό; Είναι ένας καλοκουρδισμένος μηχανισμός χειραγώγισης που συλλέγει δεδομένα πολιτών, κυρίως απ’ τα Μέσα κοινωνικής δικτύωσης και το Facebook με το πρόσχημα της έρευνας, που τα επεξεργάζεται κατάλληλα ώστε να δημιουργήσει οικονομικά, κοινωνικά και ψυχολογικά προφίλ των πολιτών κι έπειτα να παράγει εξατομικευμένα μηνύματα επηρεασμού. Η καινοτομία της εταιρείας έγκειται στον ψυχολογικό παράγοντα, στον πλούτο των δεδομένων και τη δυνατότητα εξατομίκευσης της στόχευσης.

Όπως λέει ο εκπρόσωπος της εταιρείας στο ρεπορτάζ που έκανε με κρυφή κάμερα το Channel 4, «οι εκλογές δεν κερδίζονται με επίκληση γεγονότων, εδώ όλα στρέφονται γύρω απ’ το συναίσθημα». Απ’ την εποχή του Γκυστάβ Λεμπόν ως σήμερα, αυτός είναι ο κοινός τόπος: οι εκλογές κερδίζονται με χειρισμό του συναισθήματος.«Εδώ όλα αφορούν στις ελπίδες και τους φόβους των ανθρώπων» προσθέτει ο εκπρόσωπος που φιλμάρεται εν αγνοία του, «αλλά με ελπίδες και φόβους άφατους κι ασυνείδητους, που τους συνειδητοποιείς μόνο όταν λάβεις συγκεκριμένα ερεθίσματα». Πόσο πιο εύκολα γίνονται όλα με τα νέα Μέσα. Όταν ξέρεις αναλυτικά τις προτιμήσεις, τα γούστα, τους φίλους, τις συνήθειες, τα αγαπημένα βιβλία, τα αγαπημένα εστιατόρια, την κουλτούρα του καθενός είσαι σε θέση να σερβίρεις ένα μοναδικό πιάτο για τον καθένα. Χωρίς το Facebook αυτή η δουλειά θα ήταν αδύνατη. Για την υπόθεση που ήρθε προχθές τη δημοσιότητα, 50 εκατομμύρια πολίτες -μαζί κι εμείς- έδωσαν οικειοθελώς στην επιχείρηση τα δεδομένα τους, ανοίγοντάς της την πόρτα στο ασυνείδητό τους. Το ψηφιακό πασπαρτού της Cambridge analytica είναι το λεγόμενο micro targeting, η εξατομίκευση του μηνύματος. Τώρα οι πολιτικοί σχηματισμοί δεν έχουν ανάγκη να στέλνουν μηνύματα στις μάζες δια τηλεόρασης ή ραδιοφώνου. Ένας πρώην εργαζόμενος της εταιρείας λέει  στη Guardian χαρακτηριστικά ότι τώρα είμαστε σε θέση να «ψιθυρίζουμε στο αυτί των ψηφοφόρων». Λέει κι άλλα ενδιαφέροντα, αξίζει να τον δείτε.

Όμως στο ρεπορτάζ του Channel 4 αποκαλύπτεται ότι η εταιρεία κάνει χρήση κι άλλων, πιο «παραδοσιακών» μεθόδων πολιτικής καμπάνιας, όπως το να προσφέρει υπηρεσίες παγίδευσης πολιτικών αντιπάλων με αθέμιτους τρόπους, ή να αναδεικνύει τους σκελετών που έχουν στις ντουλάπες τους. Σαν να λέμε, παντρεύουν τα τεχνολογικά όπλα με τα παλιά τσεκούρια και δημιουργούν ένα υπερόπλο που μοιάζει ανίκητο. Χωρίς υπερβολή, μοιάζει σαν να χακάρουν τη δημοκρατία ακόμα πιο αποτελεσματικά απ’ ότι το έκανε στο παρελθόν η τηλεόραση, το ραδιόφωνο κι ο Τύπος. Μπροστά σ’ αυτό το άνευ προηγουμένου πείραμα άλωσης της δημοκρατικής διαδικασίας, η πολιτική διαφήμιση στην τηλεόραση και στο ραδιόφωνο μοιάζει εντελώς αθώα. Πρώτα δημιουργούν το πλήρες ψυχολογικό σου προφίλ, μετά φτιάχνουν τα μηνύματα που θα σε διεγείρουν και τέλος τεστάρουν τι περιεχόμενα, σε τι μορφή, και σε τι συχνότητα θα σε προσεγγίσουν για να κάνεις αυτό που πρέπει. Ειδικά για εσένα. Με τη συγκατάθεση των Μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Το Facebook μια τρομερή μηχανή παρακολούθησης, δίνει τα δεδομένα στην Cambridge Analytica, μια τρομερή μηχανή χειραγώγισης κι οι πολιτικοί αξιοποιούν τα εργαλεία για να κερδίσουν εκλογές. Κι όλα αυτά στη σκιά, σε καθεστώς μυστικότητας.

Ποιος αποφάσισε ότι εφεξής αυτός θα είναι ο τρόπος διεξαγωγής της πολιτικής διαμάχης; Που είναι η υπόσχεση της διαφάνειας, της λογοδοσίας, της ανοιχτότητας που θα έφερνε το διαδίκτυο; Που είναι η απελευθερωτική δύναμη της τεχνολογίας; Πως θα προστατευθεί ο πολίτης, πως θα προστατευθεί η δημοκρατία απ’ αυτή την ακραία επίθεση; Δε θέλω να είμαι μάντης κακών, αλλά δύσκολα θα προκύψουν σοβαρές λύσεις. Είναι μια πρόκληση που πρέπει να μας απασχολήσει όλους.

Τα Μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι η βαριά βιομηχανία προσοχής της οικονομίας της προσοχής. Το νόμισμα αυτής της οικονομίας είναι η προσοχή μας, πόρος εκ των πραγμάτων περιορισμένος. Κάποια στιγμή, το απόθεμα προσοχής ενός ατόμου αλλά και μιας κοινωνίας αδειάζει, και τότε απρόβλεπτα πράγματα συμβαίνουν.

Εδώ όλοι συμμετέχουμε εθελοντικά με μόνη υποχρέωση να αποδεχτούμε ότι το ενδιαφέρον για τον άλλον και τα πράγματα είναι μετρήσιμο. Καθένας χρησιμοποιεί ό,τι μπορεί να επιδείξει προκειμένου να τραβήξει την προσοχή των άλλων και να αποσπάσει likes και retweets. Άλλος χρησιμοποιεί εργαλειακά την ευφυία, άλλος την ίδια την εργατικότητά του, άλλος τα κατοικίδια, τα παιδιά, το σώμα του. Τα πάντα μετατρέπονται σε αντικείμενα που επιζητούν άμεση επιβράβευση, καθώς εδώ κερδίζουν κυρίως οι εντυπώσεις.

Ο Τραμπ θεωρείται ήδη ο πρώτος πρόεδρος της προσοχής. Οι επιχειρήσεις και τα πολιτικά κόμματα ξέρουν ότι για να κερδίσουν την προσοχή θα πρέπει να έχουν στην ομάδα τους κάποιους που θα κάνουν θόρυβο, λέγοντας και κάνοντας ακόμα πιο εξωφρενικά πράγματα. Η ιδιωτική ζωή τώρα, ως το πλέον ενδιαφέρον κομμάτι της ζωής των άλλων, πρέπει να γίνει εντελώς διαφανής, για να ικανοποιήσει την ακόρεστη πείνα των δικτύων για προσοχή. Καθώς η προσοχή είναι περιορισμένος πόρος, ο ανταγωνισμός για την έλξη της προσοχής είναι αμείλικτος. Το νόμισμα της προσοχής πρέπει να αλλάζει διαρκώς χέρια. Και στο βωμό της απόκτησής του να θυσιαστεί ακόμα και η πιο προσωπική μας στιγμή. Η εκπόρνευση κι η σπατάλη είναι σαφής. Ξοδεύουμε αλόγιστα την προσοχή μας και πουλάμε την ιδιωτικότητά μας με την ελπίδα να αναπληρώσουμε κάτι έστω ελάχιστο: μερικά likes άμεσης επιβράβευσης που θα ανανεώσουν το ενδιαφέρον μας και θα μας δώσουν λίγη αυταξία. Το μόνο βέβαιο κέρδος που εγγράφεται στα βιβλία εσόδων εξόδων της εποχής μας είναι εκείνο της βαριάς βιομηχανίας της προσοχής.