Το άπλωμα των ποδιών στο πάπλωμα

Greek flag

Βγαίνοντας απ’ το μετρό στο Μοναστηράκι, από δική μου απροσεξία κι απ’ τη βιασύνη μου κυρίως, γλύστρισα πάνω σε μια σακούλα που περιείχε κάτι απροσδιόριστο αλλά υδαρές, κι έπεσα στο έδαφος ένα βήμα πριν απ’ τα σκαλιά. Θα μπορούσα να είχα χτυπήσει πολύ, αλλά ήμουν τυχερός. Καθώς με πονούσε ο αστράγαλός μου, είπα να κάτσω στο πρώτο σκαλί για να ξεκουραστώ. Δίπλα μου περνούσαν βιαστικοί δεκάδες άνθρωποι. Ένας άνδρας γύρω στα 60, ήρθε αμέσως μετά το πέσιμο και με ρώτησε ανήσυχος αν είμαι καλά. Τον καθησύχασα, αλλά αντί να συνεχίσει την πορεία του κοντοστάθηκε μπροστά μου και βάλθηκε να κοιτάζει ακριβώς πίσω μου.

Απ’ τη βιασύνη μου δεν είχα το είχα προσέξει. Στη στοά του σταθμού δεξιά κι αριστερά ήταν τοποθετημένα πρόχειρα οχτώ κρεβάτια αστέγων. Δηλαδή κουβέρτες, παλιά παπλώματα και χαρτόνια που έδιναν την εντύπωση κρεβατιών, για την ακρίβεια. Όλοι οι τοίχοι γύρω μας ήταν γεμάτοι από βιαστικές υπογραφές, ταγκ με μαρκαδόρο. Αλλά επάνω από ένα κρεβάτι ήταν κρεμασμένη μια Ελληνική σημαία που δέσποζε στο όλο σκηνικό.

Γύρισα το κεφάλι μου προς το μέρος που κοίταζε κι ο άνδρας.

“Ανμπιλίβαμπλ ε;” μου είπε.

“Είχα χρόνια να επισκεφτώ την Αθήνα. Δουλειές, οικογένεια, ο χρόνος περνάει γρήγορα απ’ τα 30 και μετά. Είμαι και πολύ μακριά πια. Αυστραλία. Ήρθα φέτος μετά από 30 ολόκληρα χρόνια. Είχα κάτι εκκρεμότητες με κληρονονικά θέματα κι είπα να πάρω την οικογένεια και να έρθουμε για διακοπές. Έχω τρελαθεί μ’ αυτά που βλέπω εδώ. Είμαι 10 μέρες, κι απ’ την πρώτη μέρα δε σταματάω να εκπλήσσομαι. Μέχρι πριν μερικά χρόνια έλεγα ότι εμείς οι Έλληνες εκεί στην Αυστραλία έχουμε κολλήσει στο 1950, ότι είμαστε πολύ συντηρητικοί, ότι είμαστε Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια, που λένε. Μάθαινα τα νέα της Ελλάδας κι έβλεπα το πρόγκρες, την πρόοδο ξέρεις. Ξέρεις εμείς εκεί ρίχνουμε πολλή δουλειά. Δόξα τω Θεό, ζούμε καλά, δε λέων, αλλά δουλεύουμε πάρα πολύ. Και οι διακοπές μας είναι μετρημένες. Το 2004 με την Ολυμπιάδα είδαμε τις τελετές και νιώσαμε πολύ υπερήφανοι για τη χώρα μας. Δάκρυα μας ήρθαν απ’ τη συγκίνηση. Ο αδελφός μου κι η γυναίκα του συζητούσαν μήπως να γυρνούσαν στην πατρίδα. Είχαν έρθει κι ένα καλοκαίρι, είχαν περάσει καλά και είπαν ότι τα πράγματα στη χώρα είχαν κάνει μεγάλη πρόγκρες. Όμως δεν το πήραν απόφαση, γιατί είχαν μια πολύ κακιά εμπειρία στο δρόμο μ’ ένα ταξιτζή που τους έκλεψε και τους έβρισε μάλιστα χυδαία μπροστά στα παιδιά τους. Εμείς εκεί κάτω ζούμε αλλιώς, εκτιμάμε την ησυχία και το σεκιούριτι. Όταν γίνεται κάτι ξυπνάνε όλοι να δουν γιατί έγινε και πως θα διορθωθεί. Εδώ στις 10 μέρες έχω μετρήσει εκατοντάδες προβλήματα, αλλά κανείς δεν αναρωτιέται γιατί γεννήθηκαν και γιατί δε λύνονται. Έχω φοβηθεί μ’ αυτά που βλέπω. Χθες είδα κάτι νεαρούς να χτυπούν έναν άλλον με κλωτσιές 100 μέτρα απ’ την Ομόνοια. Προχθές κάτω απ’ το χοτέλ που μένω τα κάψανε όλα. Δεν έχω λόγια μ’ αυτά που βλέπω. Στην τιβί άκουσα έναν απ’ ότι μου είπαν διάσημο δημοσιογράφο να λέει ότι οι Έλληνες άπλωσαν τα πόδια τους πιο πολύ απ’ το πάπλωμά τους. Αυτό το είχε πει κι ένα κεφάλι αν κατάλαβα καλά της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στις 10 μέρες που είμαι εδώ έχω ακούσει κι έχω δει ανμπιλίβαμπλ πράγματα. Εμείς, η οικογένειά μου όταν φύγαμε πριν από 50 χρόνια είμασταν πάμφτωχοι. Πήγαμε στην Αυστραλία με τα ρούχα που φορούσαμε, αλλά προκόψαμε κύριε” είπε κοιτάζοντάς με και συνέχισε στρέφοντας το βλέμμα του ξανά στην Ελληνική σημαία.

“Με σκληρή δουλειά προκόψαμε. Εδώ αναρωτιέμαι, είναι κανείς διατεθειμένος να δουλέψει. Βλέπω στο δρόμο τον κόσμο να μην έχει όρεξη να κάνει κάτι. Σα κοιμισμένοι όλοι πηγαίνουν από εδώ κι από εκεί με σακούλες στα χέρια. Μοιάζει να μην ξέρουν να κάνουν κάτι άλλο απ’ το να ψωνίζουν. Μήπως είχε δίκιο ο διάσημος δημοσιογράφος και το κεφάλι; Όταν το είπα σ’ ένα καφενείο που πήγα, για να μου είπαν να μην πιστεύω τίποτα απ’ ότι ακούω, όλα είναι λέει προπαγάνδα. Κι όταν ρώτησα τι να πιστέψω μου είπαν τίποτα, αν είναι να γίνει κάτι θα γίνει με τα όπλα. Σου λέω ότι φοβήθηκα κι ότι θέλω να πάρω την οικογένεια και να φύγουμε αμέσως. Σκόπευα να μείνουμε 2 εβδομάδες ακόμα, το είχα προγραμματίσει πολύ καλά με τη δουλειά στη Μελβούρνη, αλλά θα το αλλάξω το τίκετ και θα φύγω. Με πληγώνει πολύ αυτό που βλέπω. Σαν να έχουν παραιτηθεί όλοι και το μόνο που θέλουν να κάνουν είναι να βρίζουν. Τους πολιτικούς κατά βάση, και μετά όλους. Τους ταξιτζήδες, τους δημόσιους υπαλλήλους, τους ιδιωτικούς υπαλλήλους, τις τράπεζες, τους μπίζνεσμεν, τους αργόσχολους, τους μετανάστες, όλους. Κι εγώ μετανάστης είμαι, είπα σ’ έναν, και μου είπε, ότι φταίω κι εγώ που έφυγα απ’ τη χώρα όταν με χρειαζόταν. Δε νιώθω καθόλου σεκιούρ εδώ πέρα. Δεν είναι η Ελλάδα αυτή που αφήσαμε. Σου λέω ότι φτάσαμε στην Αυστραλία, όλη η οικογένεια με μερικά ντόλαρς στην τσέπη και τίποτα άλλο. Και με τη δουλειά καταφέραμε να κάνουμε πολλά, δόξα τω Θεό. Εδώ πέρα νιώθω ότι όσο κι αν προσπαθώ να συνεννοηθώ με όσους συναντάω πέφτω πάνω σ’ ένα τοίχο. Ο κόσμος είναι πολύ μπερδεμένος”.

Ο αστράγαλός μου κρύωνε κι άρχισε να πονάει λίγο περισσότερο. Προσπάθησα να σηκωθώ αλλά πονούσα αρκετά. Με ρώτησε αν θέλω να μου φέρει λίγο άις. Του είπα ότι ήταν πολύ ευγενικό από μέρους του κι εκείνος έτρεξε απέναντι σ’ ένα καφέ και μου έφερε λίγο πάγο μέσα σε μια πολιμπάγκ. Έκανε ένα νεύμα κι έδειξε προς τη σημαία πάνω απ’ το κρεβάτι του άστεγου.

“Δεν την καταλαβαίνω αυτή την υπερηφάνια” είπε. “Εγώ αν ζούσα εδώ θα το έπαιρνα προσωπικά αυτό που βλέπω εδώ. Στη Μελβούρνη κανένας Έλληνας δεν πεινάει, έχουμε αυτό που λένε σολιντάριτι μεταξύ μας. Και τα πόδια μας τα απλώνουμε μέχρι το πάπλωμα, ποτέ παραπάνω. Είμαστε πολύ προσεκτικοί. Δεν κάνουμε σπατάλη. Αυτή εδώ τη σημαία εγώ την καταλαβαίνω σαν προσβολή. Σαν άιρονι, πώς το λένε. Ο άστεγος κοτσάρει τη σημαία εδώ που περνάνε χιλιάδες άνθρωποι και τουρίστες για να πει τί; Να πει ότι αυτή είναι η Ελλάδα; Δεν ξέρω…”

Τη στιγμή εκείνη, πέρασαν δίπλα μας δύο νεαροί, κοντοστάθηκαν μπροστά απ’ τη σημαία, έφτυσαν πάνω στα σκεπάσματα του αστέγου σχεδόν συγχρονισμένα, είπαν κάτι ακατάληπτες βρισιές γελώντας κι έφυγαν φουριόζοι κι ικανοποιημένοι.

Ο άντρας κι εγώ παρακολουθήσαμε τη σκηνή αποσβολωμένοι.

“Τώρα το πάπλωμα, εκτός από λίγο, είναι και ντέρτι”, του είπα προσθέτοντας: “μήπως ξέρετε πώς θα μπορούσαμε να έρθουμε κι εμείς στην Αυστραλία;”

1 Comment

Σχολιο

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s