Μερικές σκέψεις για το πολιτικό μάρκετινγκ

Μερικά απ’ τα πιο αναγνωρίσιμα σύμβολα και τις εικόνες της καμπάνιας του υποψηφίου για την προεδρία των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα έλκουν την καταγωγή τους απ’ την τέχνη του δρόμου. Ο καλλιτέχνης του δρόμου Σέπαρντ Φέιρι είναι εκείνος που έφτιαξε το πιο διάσημο, επίσημο πλέον, πόστερ του Ομπάμα. Με αφορμή αυτό το ποστ της Βίβιαν Ευθυμιοπούλου, σκέφτηκα ότι η αισθητική παίζει πάρα πολύ μεγάλο ρόλο στην πολιτική, αλλά ότι πρέπει να είμαστε πάρα πολύ προσεκτικοί και καχύποπτοι απέναντί της. Οι πολιτικοί στην καλύτεροι περίπτωση μεταδίδουν την αισθητική που έχουν. Στη χειρότερη ωστόσο φορούν ένα ξένο ρούχο που τους έχει φορεθεί. Όταν κάποιος πολιτικός βέβαια είναι αρκετά ευέλικτος, όλα είναι δυνατά. Τόσο για το καλύτερο, όσο και για το χειρότερο.

Ο προοδευτικός Ομπάμα εκμεταλλεύεται τη δύναμη του grassroots κινήματος και δε διστάζει να χρησιμοποιήσει καθετί που σχετίζεται με τον κόσμο εκεί έξω – μέχρι και τους ως χθες παράνομους αλήτες των δρόμων-  προκειμένου να διαδώσει το μήνυμά του. Οι παράνομοι τώρα βλέπουν στο πρόσωπο του Ομπάμα έναν ηγέτη που τους αποποινικοποιεί, και τους φέρνει στο προσκήνιο. Η κίνηση του Ομπάμα περιέχει έναν συμβολισμό ανοχής, νεανικότητας, δράσης, προοδευτισμού. Στα σημεία η υπόσχεση είναι σαφής. Ωστόσο στην ουσία ποτέ ο Ομπάμα δεν παίρνει επίσημα θέση υπέρ της μιας ή της άλλης άποψης (σχετικά με το γκραφίτι π.χ.). Σε αυτή την περίπτωση χρησιμοποιεί την αισθητική για να γίνει αρεστός, να έλξει τους νέους ψηφοφόρους, αλλά δεν τον ενδιαφέρει να εμβαθύνει. Αυτή είνα η λειτουργία της αισθητικής: ένα πρώτο επίπεδο που σε καλεί να πάρεις θέση μ’ ένα «μ’ αρέσει/δε μ’ αρέσει». Καθώς οι πολλοί φαίνεται ότι θα μείνουν σ’ αυτό το επίπεδο, η αξία της αισθητικής στις κοινωνίες είναι μεγάλη. Η ψηφοφορία στις εκλογές αρχίζει ολοένα και περισσότερο να μοιάζει με το δημοφιλές τηλεοπτικό φορμάτ του talent show. Ανάμεσα σε δύο εξαιρετικές φωνές, στο τελικό στάδιο, αρχίζουν να παίζουν ρόλο εντελώς υποκειμενικά σημεία, αν ο διαγωνιζόμενος είναι άνδρας ή γυναίκα, αν τραγουδά το ένα ή το άλλο είδος μουσικής, αν ντύνεται ωραία, αν μοιάζει με κάποιον ή κάποια άλλη μεγάλη τραγουδίστρια η τραγουδιστή, αν έχει ωραία μαλλιά, αν η προφορά του θυμίζει κάτι, αν είναι ψηλός, ξανθός κ.λπ. Τα κριτήρια δηλαδή γίνονται μόνο αισθητικά. Όχι ότι δε λένε κάτι όλα αυτά για τον υποψήφιο ή την υποψήφια, αλλά η εκλογή ξεφεύγει απ’ το αν τραγουδά καλά ή όχι. Οι περισσότεροι θεωρούν ότι αμφότεροι οι διαγωνιζόμενοι, αναφορικά με το τραγούδι, είναι εξίσου καλοί…

Και μ’ αυτή την έννοια, έχει μεγάλη σημασία τόσο η διαφοροποίηση όσο και η πόλωση. Όσο πιο αναγνωρίσιμα, απλά, και καθαρά είναι τα σύμβολα, οι εικόνες, η γλώσσα, ο ενδυματολογικός κώδικας, οι τρόποι συμπεριφοράς μιας πολιτικής κίνησης, ενός κόμματος, ή ενός πολιτικού, τόσο πιο καλά, βλέπε Ναζισμός. Νομίζω ότι το δείγμα της επιτυχίας ενός πολιτικού δεν είναι οι οπαδοί του αλλά αυτοί που τον μισούν και μόνο που τον βλέπουν. Σημαίνει ότι δεν απεχθάνονται μόνο όσα λέει, αλλά και όσα εκπέμπει μέσω της αισθητικής του. Τότε ο πολιτικός έχει γίνει ο ίδιος ένα σύμβολο, κάτι που τον κάνει εύκολα «εμπορεύσιμο», κι άρα επιτυχημένο.

Το ερώτημα είναι ότι όσο πιο διαλεκτικός, όσο πιο περιεκτικός είναι ένας πολιτικός, τόσο θα τείνει προς πιο ρευστές εικόνες και σύμβολα; Αυτό είναι συζητήσιμο.

Στην Ελλάδα πάντως μια προσέγγιση τύπου Ομπάμα έχει γίνει μόνο στο επίπεδο του Διαδικτύου και του netroots καθώς το ΠαΣοΚ κι ο πρόεδρός του έχουν προσεγγίσει με αυτό τον τρόπο το Διαδίκτυο. Σε καμία περίπτωση τους καλλιτέχνες του δρόμου ή γενικώς τους καλλιτέχνες. Στην Ελλάδα η τέχνη είναι προνόμιο μόνο της αριστεράς. Τα σύμβολα, και οι εικόνες των καλλιτεχνών γίνονται αντικείμενο εκμετάλλευσης μόνο απ’ την αριστερά, χωρίς όμως σοβαρά αποτελέσματα και μάλλον απρόθυμα…

Άραγε πόσο ευθύνονται οι κακότεχνοι δρόμοι για την οδική μας ανασφάλεια;

Κοιτάξτε προσεκτικά αυτή τη φωτογραφία. Την τράβηξα προχθές κοντά στο τέρμα της Οδού Σόλωνος προς το Πολυτεχνείο, στην αρχή της οδού Μπόταση συγκεκριμένα. Στο οδόστρωμα υπάρχει μια λακούβα, όχι κάτι σπάνιο για Ελληνικό δρόμο. Αλλά το ωραίο είναι ότι μέσα στη λακούβα κάποιος έχει τοποθετήσει έναν ογκώδη τόμο, κατά πάσα πιθανότητα τον Χρυσό Οδηγό (ο οποίος μοιράζεται αυτό τον καιρό στα σπίτια, τι σπατάλη χαρτιού στην εποχή της ψηφιακής τεχνολογίας), προκειμένου να προφυλάξει τα αυτοκίνητα και τις αναρτήσεις τους απ’ τη «συνάντηση» με την τρύπα. Όταν το πρόσεξα, δε μπόρεσα παρά να σταματήσω και να φωτογραφήσω. Αυτή ίσως και να είναι η Ελλάδα, σκέφτηκα. Η Ελλάδα της λακούβας, της κακοτεχνίας, της αδιαφορίας. Αλλά την ίδια στιγμή ένιωσα την ανάγκη να «βγάλω το καπέλο» στην επινοητικότητα, στην έμπνευση, στο ταλέντο του Έλληνα να κλείνει πρόχειρα τις τρύπες, να βάζει τα προβλήματα κάτω απ’ το χαλί και να συνεχίζει σαν να μη συνέβη τίποτα. Σκεφτείτε τί θα μπορούσε να κάνει αν αν είχε την πολυτέλεια να διοχετεύσει αυτή τη δημιουργικότητα σε άλλους τομείς. Εδώ όμως πρέπει κάθε στιγμή να κλείνεις τρύπες, να λύνεις προβλήματα που δε λύθηκαν επί δεκαετίες, επί εκατονταετίες ίσως. Δυστυχώς αυτό το μίγμα τσαπατσουλιάς, αδιαφορίας και επινοητικότητας δεν μας αφήνει να προχωρήσουμε, να συνεργαστούμε, να φτιάξουμε κοινωνία δίκαιη, με ίσους πολίτες, ξεκάθαρους κανόνες κ.λπ. Μας επιτρέπει να επιβιώνουμε όπως όπως, με τη ελάχιστη δυνατή ποιότητα ζωής. Η Ελλάδα είναι απασχολημένη με το να μπαλώνει, η Ελλάδα λύνει τα προβλήματα όσο αντέχει κι έπειτα τα αφήνει ημιτελή, μέχρι να εμφανιστούν ξανά. Σε άλλες χώρες κοιτούν πως θα καινοτομήσουν, πως θα μειώσουν τις ανισότητες, ή έστω πως θα βγουν απ’ τη φτώχεια. Στην Ελλάδα έχουμε γίνει οπαδοί του «ράβε-ξήλωνε». Πώς να χαλαρώσεις στην Ελλάδα, όταν ξέρεις πως ανά πάσα στιγμή μπορεί να πέσεις σε κάποια λακούβα; Εδώ, κανένα πρόβλημα δε λύνεται οριστικά. Το υλικό που χρησιμοποιούμε για την άσφαλτο και τα πεζοδρόμια εδώ δεν είναι ποτέ ανθεκτικό. Η Ελλάδα μπαλώνει, εξαντλείται στην προσπάθεια να συμβιβάσει τα ασυμβίβαστα, ενδίδει στους εκβιασμούς και στο τέλος μένουν όλοι χαμένοι. Όλοι χαμένοι στην Ελλάδα, με δρόμους γεμάτους τρύπες και πεζοδρόμια της κακιάς ώρας. Όλοι εναντίον όλων στην Ελλάδα, και στο τέλος όλοι χαμένοι. Να σκοτωνόμαστε. Αφού δεν καταφέρνουμε την απόλυτη νεοελληνική ουτοπία, ας σκοτωνόμαστε. Έτσι, εκδικητικά, μνησίκακα, μηδενιστικά. Έχουμε τους περισσότερους νεκρούς από τροχαία στην Ευρώπη, πλούσιους, φτωχούς, νέους, ηλικιωμένους, αλλά δεν καταλαβαίνουμε τίποτα. Να μπαλώσουμε την τρύπα, κι έχει ο θεός…