Είδα χθες το On the road του Βάλτερ Σάλες και θυμήθηκα την εποχή που διάβασα το ομώνυμο βιβλίο του Τζακ Κέρουακ. Όπως κάθε έφηβος που σέβεται τον εαυτό του κολύμπησα κι εγώ στο επικίνδυνο σύμπαν του Ντην Μόριαρτυ (Νιλ Κάσαντυ) και του Σαλ Παραντάιζ (Τζακ Κέρουακ) κάνοντας κι εγώ τους μπίτνικς ήρωες που συμβόλιζαν τη φυγή, την ελευθερία, το ταξίδι, την ενηλικίωση, τον πειραματισμό. Μετά διάβασα Ουίλιαμ Μπάροουζ κι Άλεν Γκίνσμπεργκ κι ήρθα ακόμα περισσότερο στα ίσα μου. Αυτά τα κείμενα δεν είναι απλές αφηγήσεις που αντικατοπτρίζουν μια συγκεκριμένη ιστορική φάση, είναι παρανοϊκές γροθιές που σκάνε στο σαγόνι ενός παρανοϊκού μοντέλου ύπαρξης. Τότε, δεν καταλάβαινα και πολλά. Περισσότερο με ενθουσίαζε ο τρόπος ζωής των συγγραφέων, παρά τα ίδια τα έργα τους, παρότι ψυχανεμιζόμουν ότι είχαν κάνει φοβερή δουλειά. Σήμερα όμως νιώθω ότι μπορώ να αποκωδικοποιήσω καλύτερα τον κόσμο τους. Οι ήρωες του Κέρουακ πάσχιζαν να δώσουν νόημα στις ζωές τους, ενώ γύρω τους ο κοσμος όδευε προς το μη νόημα, προς το κενό. Το φορτίο αυτό όμως ήταν αβάσταχτο. Για να το σηκώσουν έπρεπε να περιπλανηθούν στην άγρια μεριά του δρόμου, να ρισκάρουν και τελικά να νικηθούν.

Η ταινία του Σάλες είναι πολύ καλή. Αποδίδει με ευκρίνεια την ατμόσφαιρα, το κλίμα, την αύρα του βιβλίου που διάβασα στην εφηβεία μου. Οι εικόνες μιας Αμερικής αντιφατικής, μιας Αμερικής όμορφης κι αποτρόπαιης μαζί, μιας Αμερικής που είναι έτοιμη να ξεσπάσει, στοιχειώνουν ακόμα και τώρα το βλέμμα μου, και σωματοποιούν τους άυλους πρωταγωνιστές του βιβλίου. Ο Μόριαρτυ κι ο Πάρανταιζ περιδινίζονται σ’ ένα τοπίο ονείρου, με ναρκωτικά, σεξ και τζαζ. Η πουριτανική κοινωνία δεν τους ενδιαφέρει, γιατί εκείνοι καίγονται να ζήσουν με τους δικούς τους όρους. Είναι εκείνοι που καίγονται σαν τα κίτρινα Ρωμαϊκά κεριά. Οι τρελοί που ποτέ δε χασμουριούνται, που ποτέ δε λένε κοινότοπα πράγματα. Οι τύποι των οποίων ήρωας ήταν ένας καταραμένος, ο Αρθούρος Ρεμπώ. (περισσότερα…)


