Αμέσως μετά την ανακοίνωση των αποξηλώσεων, την απέσυρε η ίδια η εταιρεία. Διαφήμιζε τη Vodafone. Την είχαν ήδη δει χιλιάδες άνθρωποι. Σήμερα στέκεται μόνο η βάση της, άδεια, αγέρωχη, να μας θυμίζει ότι στην Ελλάδα υπάρχει αυτό που λέμε πάντα η «πισινή». Τί θα σκέφτεται άραγε ένα ξένος όταν βλέπει αυτή τη μεταλλική κατασκευή; Θα αναρωτιέται σε τί χρησιμεύει, κι είμαι βέβαιος ότι οι απαντήσεις του θα τελειώνουν με ερωτηματικό. Όπως και οι δικές μας. Με τη διαφορά ότι εμείς ξέρουμε. Ξέρουμε ότι στην Ελλάδα τίποτα δε λύνεται οριστικά. Αυτή η υπεμεργέθης βάση, θα εξακολουθήσει πιθανώς να χάσκει σαν ξένο, σκοτεινό, ανοίκειο στοιχείο στην Κηφισίας, όπως και πολλές άλλες, σε ταράτσες και ιδιωτικούς χώρους, περιμένοντας να ξαναχρησιμοποιηθεί, όταν πιαθα  έχει ατονήσει πλήρως το ενδιαφέρον όσων προσπαθούν να εφαρμόσουν το νόμο. Βρίσκεται μπροστά απ’ το Golden Hall κι είναι ένα παράδοξο μνημείο καταναλωτισμού. Το μνημείο της παράνομης διαφημιστικής πινακίδας. (περισσότερα…)

Κυκλοφορεί εδώ και καιρό ένα email που καλεί τους πολίτες να μην αγοράζουν βενζίνη απ’ τις δύο μεγάλες εταιρείες, τη Shell και τη BP, για να τις αναγκάσουν, τόσο αυτές όσο και τις άλλες, να μειώσουν δραστικά την τιμή τους. Δεν είμαι οικονομολόγος αλλά καταλαβαίνω ότι όσο υπάρχει μεγάλη ζήτηση οι εταιρείες θα συνεχίσουν να αυξάνουν τις τιμές τους. Θέλω να πω ότι το μόνο σίγουρο είναι πως αν μειωνόταν η κατανάλωση βενζίνης, η ζήτησή της δηλαδή, τότε σίγουρα θα είχαμε και πτώση της τιμής της. Ωστόσο ένα επιλεκτικό μποϋκοτάζ των δύο μεγαλύτερων εταιρειών θα μπορούσε όντως να είχε αποτέλεσμα αν οι πολίτες αποδείκνυαν ότι μπορούν να κινηθούν μαζικά και να οργανωθούν. Το αίτημα λοιπόν είναι αυτό. Η αυτοοργάνωση και η μαζική ακηδεμόνευτη συμμετοχή των πολιτών σ’ ένα καταναλωτικό κίνημα. Δυστυχώς στην Ελλάδα, για διάφορους λόγους που έχω εξηγήσει σε προηγούμενες αναρτήσεις, το καταναλωτικό κίνημα είναι ανύπαρκτο. Η τιμή της βενζίνης θα μπορούσε να είναι μια πλατφόρμα για το ξεκίνημα ώστε μετά να ακολουθήσουν άλλες, πιο δραστικές κινήσεις. Διαβάστε αυτό το πολύ κατατοπιστικό κείμενο που εξηγεί γιατί στην Ελλάδα πληρώνουμε τα πρϊόντα ακριβότερα – γιατί, λέω εγώ, οι εταιρείες μπορούν να χρεώνουν περισσότερο χωρίς να υπάρχει παραμικρή αντίδραση. Τί λέτε, άραγε μπορούμε να κάνουμε κάτι;

Άραγε πόσο ευθύνονται οι κακότεχνοι δρόμοι για την οδική μας ανασφάλεια;

Κοιτάξτε προσεκτικά αυτή τη φωτογραφία. Την τράβηξα προχθές κοντά στο τέρμα της Οδού Σόλωνος προς το Πολυτεχνείο, στην αρχή της οδού Μπόταση συγκεκριμένα. Στο οδόστρωμα υπάρχει μια λακούβα, όχι κάτι σπάνιο για Ελληνικό δρόμο. Αλλά το ωραίο είναι ότι μέσα στη λακούβα κάποιος έχει τοποθετήσει έναν ογκώδη τόμο, κατά πάσα πιθανότητα τον Χρυσό Οδηγό (ο οποίος μοιράζεται αυτό τον καιρό στα σπίτια, τι σπατάλη χαρτιού στην εποχή της ψηφιακής τεχνολογίας), προκειμένου να προφυλάξει τα αυτοκίνητα και τις αναρτήσεις τους απ’ τη «συνάντηση» με την τρύπα. Όταν το πρόσεξα, δε μπόρεσα παρά να σταματήσω και να φωτογραφήσω. Αυτή ίσως και να είναι η Ελλάδα, σκέφτηκα. Η Ελλάδα της λακούβας, της κακοτεχνίας, της αδιαφορίας. Αλλά την ίδια στιγμή ένιωσα την ανάγκη να «βγάλω το καπέλο» στην επινοητικότητα, στην έμπνευση, στο ταλέντο του Έλληνα να κλείνει πρόχειρα τις τρύπες, να βάζει τα προβλήματα κάτω απ’ το χαλί και να συνεχίζει σαν να μη συνέβη τίποτα. Σκεφτείτε τί θα μπορούσε να κάνει αν αν είχε την πολυτέλεια να διοχετεύσει αυτή τη δημιουργικότητα σε άλλους τομείς. Εδώ όμως πρέπει κάθε στιγμή να κλείνεις τρύπες, να λύνεις προβλήματα που δε λύθηκαν επί δεκαετίες, επί εκατονταετίες ίσως. Δυστυχώς αυτό το μίγμα τσαπατσουλιάς, αδιαφορίας και επινοητικότητας δεν μας αφήνει να προχωρήσουμε, να συνεργαστούμε, να φτιάξουμε κοινωνία δίκαιη, με ίσους πολίτες, ξεκάθαρους κανόνες κ.λπ. Μας επιτρέπει να επιβιώνουμε όπως όπως, με τη ελάχιστη δυνατή ποιότητα ζωής. Η Ελλάδα είναι απασχολημένη με το να μπαλώνει, η Ελλάδα λύνει τα προβλήματα όσο αντέχει κι έπειτα τα αφήνει ημιτελή, μέχρι να εμφανιστούν ξανά. Σε άλλες χώρες κοιτούν πως θα καινοτομήσουν, πως θα μειώσουν τις ανισότητες, ή έστω πως θα βγουν απ’ τη φτώχεια. Στην Ελλάδα έχουμε γίνει οπαδοί του «ράβε-ξήλωνε». Πώς να χαλαρώσεις στην Ελλάδα, όταν ξέρεις πως ανά πάσα στιγμή μπορεί να πέσεις σε κάποια λακούβα; Εδώ, κανένα πρόβλημα δε λύνεται οριστικά. Το υλικό που χρησιμοποιούμε για την άσφαλτο και τα πεζοδρόμια εδώ δεν είναι ποτέ ανθεκτικό. Η Ελλάδα μπαλώνει, εξαντλείται στην προσπάθεια να συμβιβάσει τα ασυμβίβαστα, ενδίδει στους εκβιασμούς και στο τέλος μένουν όλοι χαμένοι. Όλοι χαμένοι στην Ελλάδα, με δρόμους γεμάτους τρύπες και πεζοδρόμια της κακιάς ώρας. Όλοι εναντίον όλων στην Ελλάδα, και στο τέλος όλοι χαμένοι. Να σκοτωνόμαστε. Αφού δεν καταφέρνουμε την απόλυτη νεοελληνική ουτοπία, ας σκοτωνόμαστε. Έτσι, εκδικητικά, μνησίκακα, μηδενιστικά. Έχουμε τους περισσότερους νεκρούς από τροχαία στην Ευρώπη, πλούσιους, φτωχούς, νέους, ηλικιωμένους, αλλά δεν καταλαβαίνουμε τίποτα. Να μπαλώσουμε την τρύπα, κι έχει ο θεός…