
Τί θα έλεγε ο Διογένης ο Κυνικός για τις παράνομες διαφημιστικές πινακίδες αν ζούσε σήμερα;
Παράνομη πινακίδα φύγε από μπροστά, μου κρύβεις τον ουρανό και τα σύννεφα….

Τί θα έλεγε ο Διογένης ο Κυνικός για τις παράνομες διαφημιστικές πινακίδες αν ζούσε σήμερα;
Παράνομη πινακίδα φύγε από μπροστά, μου κρύβεις τον ουρανό και τα σύννεφα….
Μια παράνομη διαφημιστική πινακίδα μπαίνει ξαφνικά στο δρόμο μου. Είναι μια στάση λεωφορείου. Το κάθετο προς το δρόμο τμήμα της φέρει διαφημιστικό πλαίσιο, παράνομο σύμφωνα με τον Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας. Αλλά ποιός νοιάζεται γι’ αυτό; Πριν μερικές ημέρες, στην ίδια πινακίδα διαφημιζόταν ο δημοτικός συνδυασμός του ΚΚΕ… Είμαι πεζός σ’ ένα ταλαιπωρημένο πεζοδρόμιο των βορείων προαστείων. Σταματάω μπροστά στην στάση, μπροστά στην πινακίδα γιατί κάτι ασυνήθιστο συμβαίνει. Κάποιος έχει επέμβει στην εικόνα της διαφήμισης, και δε μου είναι καθόλου οικείος. Δεν είναι ενοικιαστήριο, δεν είναι έκκληση για δουλειά, ούτε διαφήμιση φτωχού διαφημιζόμενου που κόλλησε το δικό του μήνυμα επάνω στη διαφήμιση του πλούσιου διαφημιζόμενου. Πλησιάζω στις Α4 σελίδες και καταλαβαίνω ότι πρόκειται περί μαγειρικής συνταγής! Αυτό μάλιστα! Ο κόσμος έχει ανάγκη να εκφραστεί και να μοιραστεί τις γνώσεις του με όλους. Δεν έχει που και πώς να το κάνει και επιλέγει μια παράνομη πινακίδα… Τα τηλεπαιχνίδια και οι εκπομπές μαγειρικής, μαζί με τα δεκάδες βιβλία, έχουν καλλιεργήσει ένα κλίμα ευφορικό. Έτσι είναι; (περισσότερα…)
Κατηφορίζω την Ιπποκράτους. Δε βιάζομαι. Ο καιρός είναι πολύ ζεστός για την εποχή, και η κίνηση γύρω μου μικρή. Το αργό αλλά σταθερό μου βήμα διακόπτει μια κολώνα. Τα ψιλικατζίδικα της περιοχής αναρτούν τις εφημερίδες στις κολώνες μπροστά απ’ τα μαγαζιά τους. Στην Κίνα ονομάζονταν εφημερίδες τοίχου, νταζιμπάο, εδώ είναι εφημερίδες κολώνων. Το μάτι μου πέφτει αμέσως στον τεράστιο τίτλο Αντισταθείτε στην κάρτα του Κτήνους. Πιο πάνω διαβάζω Μας ψεκάζουν, κι εμείς αδιαφορούμε. Ζαλίζομαι. Το βλέμμα μου προσεγγίζει την αμέσως επόμενη εφημερίδα Διώξτε τώρα τους μαφιόζους τοκογλύφους. Ζαλίζομαι. Ημέρες Πομπηίας περνάει ο τόπος. Ζαλίζομαι. Με κάθε δόση που παίρνουμε απ’ το Μνημόνιο
οδηγούμε τον κόσμο στην εξαθλίωση. Ζαλίζομαι. Βρίσκω τη δύναμη και πηγαίνω στην άλλη πλευρά της κολώνας. Σοβαρός κίνδυνως πτωχεύσεως. Πηγαίνω στην άλλη πλευρά. Ίλιγγος. Ζάλη. Σταθείτε. Σταθείτε. Αυτό δεν είναι ενημέρωση. Αυτό δεν είναι πληροφόρηση, ούτε δημόσιος διάλογος, ούτε καν γνώμη. Αυτό είναι δημόσιο παραλήρημα. Μόνο σαν εγκατάσταση εικαστικού θα έστεκε σε μια ορθολογική κοινωνία. Κι όμως είναι η καθημερινή μας προσευχή. Η κολώνα ξαφνικά γίνεται ένα μνημείο, μέσα στο κέντρο της πόλης, ένα μνημείο φόβου, ένα μνημείο που συμβολίζει το αδιέξοδο τόσο του Τύπου όσο και της κοινωνίας μας. Κάτι έχει πάει πολύ στραβά εδώ. Μόνο με το χιούμορ μπορείς πιθανώς να το αντιμετωπίσεις. Μόνο με το χιούμορ, και την αδιαφορία πιθανώς.
Σε μια άλλη πλευρά της κολώνας, υπάρχει και το μίσος. Αδυνατώ να εστιάσω στις κραυγές πολέμου, εναντίον των μεταναστών, των φασιστών, των προδοτών, των άλλων. Άλλα είναι κι όλα αυτά εκεί. Μαζί με τον λεγόμενο αστικό Τύπο, που μιλάει δήθεν ψύχραιμα, δήθεν έγκυρα, δήθεν λογικά, αποκρύπτοντας τη μισή αλήθεια…Το καθημερινό μας πολιτισμικό σοκ. Το νεοελληνικό αδιέξοδο στις τέσσερις πλευρές μιας κολώνας.