Ομάδα TE.TRIS

Η ομάδα TE.TRIS της Εύας Τεμπονέρα και του Φιλήμονα Τριανταφύλλου συμμετέχει στο Green Design Festival 2010 με μια αφίσα που τιτλοφορείται «Μια ασφαλής υπαίθρια πινακίδα». Έμπνευση για αυτή την, ειρωνική κατά τη γνώμη μου, εικόνα ήταν ο θάνατος ενός νέου ανθρώπου επάνω σε μια διαφημιστική πινακίδα. Με αφορμή τον αγώνα του Θανάση Τσιώκου-Πλαπούτα, πατέρα του Δημήτρη που έχασε ;έτσι άδικα τη ζωή του, οι καλλιτέχνες επινόησαν μια «ασφαλή πινακίδα», ουσιαστικά έναν καθρέφτη που αντανακλά το γύρω περιβάλλον. Με αυτό τον τρόπο διαμαρτύρονται για τους θανάτους απ’ τις παράνομες διαφημιστικές πινακίδες και διαχέουν το μήνυμα ότι «οι παράνομες υπαίθριες πινακίδες είναι αιτία θανατηφόρων ατηχυμάτων και οπτικής ρύπανσης».

Αν ζούσαμε σε μια ευνομούμενη, ήτοι οργανωμένη, ήτοι λειτουργική κοινωνία, τα μέλη της οποίας έχουν τη διάθεση, ήτοι τις αξίες, ήτοι την εντιμότητα, να μαθαίνουν απ’ τα λάθη τους, ήτοι να κάνουν αυτοκριτική, ήτοι να είναι ειλικρινείς, ήτοι να λογοδοτούν απέναντι στους άλλους, καθώς και στον εαυτό τους, αν ζούσαμε σε μια τέτοια χώρα με αυτό που λέμε λαϊκά «τσίπα», τότε όλες οι δημοτικές αρχές της χώρας θα απολογούνταν δημοσίως για κάθε ένα θύμα της παράνομης υπαίθριας διαφήμισης, θα παραδέχονταν το λάθος τους, και θα υπόσχονταν ότι θα άρχιζαν να συμμετέχουν στη λύση του προβλήματος. Κάτι τέτοιο βέβαια θα προϋποθετε κι άλλα πράγματα, όπως π.χ. την ύπαρξη κάποιας τιμωρίας. Ως τώρα δυστυχώς οι δημοτικές αρχές επιβεβαιώνουν ότι ζούμε σε μια άλλη χώρα: επικαλούνται τα έσοδα απ’ την υπαίθρια διαφήμιση και σιωπούν ένοχα. Προφανώς για τους δημάρχους μας τα έσοδα απ’ τις διαφημίσεις είναι πιο σημαντικά απ’ την οδική ασφάλεια και τη ζωή των πολιτών.

Τρίτη 11 Σεπτεμβρίου 2001. Τεράστιο καλλιτεχνικό γεγονός. Στις 3.45 μ.μ. (ώρα Ελλάδας) αεροπλάνο συνετρίβη στον έναν πύργο του Παγκόσμιου Κέντρου Εμπορίου. Ένα τέταρτο αργότερα δεύτερη πρόσκρουση αεροπλάνου, στον άλλο πύργο. Την είδα σε ζωντανή μετάδοση και δεν πίστεψα στα μάτια μου, αλλά έπειτα άρχισα να χοροπηδάω από τη χαρά μου. Από τις γύρω πολυκατοικίες ακούστηκαν κοφτά επιφωνήματα και μερικοί πανηγυρισμοί. Εγώ κόλλησα στην οθόνη. (…)

Το παραπάνω απόσπασμα είναι αλιευμένο απ’ το βιβλίο του Μιχάλη Μιχαηλίδη «Πινακοθήκη τεράτων῾» (2009, εκδ. Πατάκη, σελ.391). Γνωρίζω βεβαίως ότι δεν πρέπει να συγχέουμε τη μυθοπλασία με την πραγματικότητα. Τα λόγια αυτά ανήκουν στον ήρωα του βιβλίου. Καθώς όμως το αφήγημα έχει πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία, υποπτεύομαι ότι το συγκεκριμένο απόσπασμα απηχεί τα συναισθήματα του συγγραφέα. Όταν το διάβασα αισθάνθηκα λύπη, απογοήτευση. Δε σοκαρίστηκα γιατί την ημέρα εκείνη έμαθα ότι ένας συνάδελφος δημοσιογράφος, αρκετά γνωστός, στην εφημερίδα που εργαζόμουν πανηγύριζε κι εκείνος. Όταν κάποιος πανηγυρίζει με την κατάρρευση ενός κτιρίου γεμάτο ανθρώπους δε μπορεί παρά να είναι αφαιμαγμένος από συναισθήματα αγάπης, αλληλεγγύης, χαράς. Εντάξει σε κάποιο βαθμό όλοι έχουμε την κτηνωδία μέσα μας, αλλά στόχος μας είναι να γίνουμε κοινωνικά ευαίσθητα όντα. Πόσο μίσος πρέπει να έχεις μέσα σου για να χαίρεσαι με το χαμό έστω κι ενός ανθρώπου;