Πορνοστάρ διαφημίζει τζόγο σε παράνομες διαφημιστικές πινακίδες

Καθώς το Υπουργείο Υποδομών έχει σε εξέλιξη μια μεγάλη επιχείρηση αποξήλωσης των παράνομων διαφημιστικών πινακίδων, κάποιες επιχειρήσεις αδράχνουν την ευκαιρία να διαφημιστούν στο παράνομο και απαξιωμένο μέσο της υπαίθριας διαφήμισης. Τα διαδικτυακά καζίνο έχουν επωφεληθεί απ’ αυτή την εξέλιξη κι έχουν κατακλύσει τις παράνομες πινακίδες. Οι δημόσιοι χώροι μας έχουν γεμίσει από διαφημίσεις τζόγου… Το σλόγκαν ενός συγκεκριμένου καζίνο (η νομιμότητα των οποίου συζητείται) είναι «Παίξε όπως είσαι». Μέχρι χθες την καμπάνια αυτή συνόδευαν εικόνες μαφιόζων, ανδρών με μαυρισμένο το μάτι, ανδρών με τατουάζ, νοικοκυρών κ.λπ. Από χθες το σλόγκαν «Παίξε όπως είσαι» υποστηρίζεται και απ’ την πορνοστάρ Τζούλια Αλεξανδράτου. Η σημειολογία της επιλογής αυτού του προσώπου να διαφημίσει τυχερά παιχνίδια αμφίβολης νομιμότητας σε παράνομα μέσα, είναι νομίζω προφανής. Εδώ έχουμε σε πρώτο πλάνο την Ελλάδα της αρπαχτής, της αδιαφορίας προς τους Νόμους, την Ελλάδα του κυνισμού, της εκπόρνευσης και του εκχυδαϊσμού καθετί ανθρώπινου κι ωραίου, την Ελλάδα της νοσηρότητας και της βρωμιάς, του τσαμπουκά και του «δε βαριέσαι», την Ελλάδα του «όλα αγοράζονται» και «όλα πουλιούνται». Πρόκειται βέβαια για την ίδια γυναίκα που ποζάρει αυτό το μήνα στο ΝΙΤΡΟ ολόγυμνη να κρύβει το φύλο της με μια δεσμίδα από χαρτονομίσματα των εκατό ευρω, για την ίδια που δίνει συνεντεύξεις στη Στεφανίδου, στον Αναστασιάδη, κι έχει στασίδι στα ρεπορτάζ του STAR και των μεσημεριανών εκπομπών. Αυτή η ακλόνητη Ελλάδα, η υπερήφανη φυλή που δεν αναγνωρίζει νόμους, κρατικούς, ηθικούς ή απλά ανθρώπινους, αυτή η Ελλάδα που αντιστέκεται κι επιμένει να αναπαράγει ό,τι χαμερπές κι ηλίθιο μόνο και μόνο για βγαίνει το άτιμο το μεροκάματο. Κι απ’ την άλλη οι πολλοί, οι βουβοί καταναλωτές της ασχήμιας και της ντροπής, οι συνένοχοι που δεν μιλάνε, που έχουν μάθει απλά να μειδιούν ή να βρίζουν τους πάντες και τα πάντα.

Σ’ αυτή την παράνομη διαφημιστική πινακίδα συμπυκνώνεται το συλλογικό μας αδιέξοδο. Μια πορνοστάρ διαφημίζει αμφίβολης νομιμότητας τζόγο σε αναμφίβολα παράνομα μέσα, βάζοντας σε κίνδυνο τη ζωή όλων μας. Ο δημόσιος χώρος μας, πλέον της ανήκει. Αυτή τώρα μας διαπαιδαγωγεί, αυτή μας πηγαίνει στη δουλειά και στη διασκέδαση, αυτή μας συνοδεύει στις χαρές και στις λύπες μας (*η εικονιζόμενη παράνομη πινακίδα βρίσκεται ακριβώς απέναντι από νεκροταφείο). Και δε μπορούμε να την αποφύγουμε. Περνάμε από μπροστά της καθημερινά κι εκείνη μας κοιτάζει με το άδειο γυάλινο βλέμμα της, και το δήθεν αινιγματικό χαμόγελο που υπόσχεται πολλά. Το βλέμμα της βλακείας, της απληστίας, ή απλά του θανάτου;

Τα παιδιά τώρα αυτού του τόπου, ο ανθός της αθωότητας και της ελπίδας υποτίθεται, έρχονται κι αυτά αντιμέτωποι μαζί της, καταλαβαίνοντας ότι η Τζούλια είναι μια θεά, ίσως η θεά του συλλογικού μας φαντασιακού, εκείνη που μας λέει «εκπορνεύσου για να ευημερίσεις», ή ίσως η θεά της ηθικής και οντολογικής κατρακύλας μας. «Παίξε…όπως είσαι!, μάς λέει, χωρίς ενοχές, χωρίς περισπασμούς και δισταγμούς. Χωρίς ηθικούς, νομικούς, ή άλλους φραγμούς. Παίξε όπως είσαι, παίξε όπως κι εγώ. Τι κι αν η πινακίδα πάνω στην οποία διαφημίζομαι είναι παράνομη, τι κι αν συνιστά κίνδυνο για τη ζωή των περαστικών και των οδηγών. Τι κι αν σκοτώνονται άνθρωποι εδώ πάνω. Εδώ είναι ζούγκλα και δεν υπάρχουν κανόνες. Επιβιώνει μόνο ο δυνατός, εκείνος δηλαδή που έχει τα λεφτά».

Πότε αποφασίσαμε ως κοινωνία ότι θέλουμε οι δρόμοι μας να κατακλύζονται παρανόμως απ’ το πορτρέτο μιας πορνοστάρ; Ποιά κοινωνική συναίνεση επιτρέπει σ’ αυτούς τους ανθρώπους να εκμεταλλεύονται την ανοχή όλων μας και να ανάγουν ό,τι φθηνότερο σε ωραίο, ηθικός και αισθητικό; Αυτό είναι το μήνυμα που εκπέμπει η φιλελεύθερη κοινωνία στους πολίτες της στους δρόμους; Μήπως πρέπει να επανεξετάσουμε πολλά πράγματα πριν κάνουμε τα όποια επόμενα βήματά μας ως κοινωνία; Πού θα οδηγήσει όλος αυτός ο έκδηλος κυνισμός και αμοραλισμός μας; Αυτή είναι η ελληνική κοινωνία; Ένας τόπος που επιβραβεύει τους παράνομους; Αυτή είναι η Ελλάδα, μια χώρα εκπορνευτών και εκπορνευόμενων; Μια χώρα που εγκαταλείπει το δημόσιο χώρο της στη Τζούλια, στους ιδιοκτήτες τζογοκαταστημάτων και παράνομων διαφημιστικών πινακίδων και σε Δημάρχους που βγάζουν κέρδος απ’ όλα αυτά;

Νομίζω ότι ένα απ’ τα πιο καίρια ερωτήματα που θα μπορούσαν να διατυπωθούν σχετικά με την προσφυγή της Ελληνικής Κυβέρνησης στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. είναι εκείνο που διατυπώνει ο Τζόζεφ Στίγκλιτς στο βιβλίο του Globalization and its disconents (στα ελληνικά κυκλοφορεί υπό τον τίτλο Η Μεγάλη Αυταπάτη, απ’ τον εκδοτικό οίκο Α.Α.Λιβάνη, σε μετάφραση Γιώργου Θεοφωρόπουλου κι επιμέλεια του Κώστα Μελα): «Άραγε το Δ.Ν.Τ. έχει μάθει απ’ τα λάθη του; Πόσο έχει αλλάξει τα τελευταία χρόνια;» Ομολογώ ότι μέχρι πριν από μερικές ημέρες δεν είχα διαβάσει το βιβλίο αυτό. Γνώριζα μερικά πράγματα για τον συγγραφέα του, και κυρίως το γεγονός ότι έχει εμφανιστεί αρκετές φορές να συμβουλεύει τον πρωθυπουργό Γ. Παπανδρέου, αλλά δεν είχε τύχει ποτέ να πέσει στα χέρια μου κάποιο απ’ τα βιβλία του. Με την προσφυγή στο ΔΝΤ ένας φίλος, ο Rowan Thorpe, σύστησε δια του ιστολογίου του, να διαβαστεί το βιβλίο, γιατί «λέει πολλά» αναφορικά με την κατάσταση της χώρας μας. Πράγματι ο Στίγκλιτς είναι λάβρος εναντίον του ΔΝΤ. Αν θέλει κάποιος να απογοητευτεί ή να οικοδομήσει την κριτική του ενάντια στο διεθνή αυτό οργανισμό, το βιβλίο αυτό θα του είναι χρησιμότατο. Πρόκειται για τη «μαύρη βίβλο του Δ.Ν.Τ.». Βεβαίως το βιβλίο δημοσιεύθηκε το 2002, έχουν περάσει δηλαδή ήδη 8 χρόνια, αλλά μέχρι τότε ο Στίγκλιτς δεν είχε δει παρά μηδαμινές αλλαγές. Κατηγορεί το ΔΝΤ για εγκληματική διαχείριση των προβλημάτων. Σε όποια χώρα ενεπλάκη, κόμισε περισσότερα προβλήματα, δημιούργησε χάος, αστάθεια, αύξησε την ανεργεία, και τελικά δεν έλυσε το πρόβλημα που κλήθηκε να αντιμετωπίσει. Ιδού ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα:

Τζόζεφ Στίγκλιτς

Μισό αιώνα μετά την ίδρυσή του, είναι φανερό πως το ΔΝΤ απέτυχε στην αποστολή του. Δεν έκανε αυτό που υποτίθεται πως πρέπει να κάνει – να παρέχει κεφάλαια σε χώρες που αντιμετώπιζαν οικονομική ύφεση, ώστε να καταστήσει την κάθε χώρα ικανή να επανέλθει σε ένα καθεστώς σχεδόν πλήρους απασχόλησης. Παρά το γεγονός ότι ο τρόπος που κατανοούμε τις οικονομικές διαδικασίες βελτιώθηκε σημαντικά τα τελευταία πεντήντα χρόνια, και παρά τις προσπάθειες του ΔΝΤ τα τελευταία εικοσιπέντε χρόνια, οι κρίσεις ανά τον κόσμο έγιναν συχνότερες και (εξαιρούμενης της Μεγάλης Ύφεσης) βαθύτερες. Σύμφωνα με κάποιους υπολογισμούς, σχεδόν εκατό χώρες αντιμετώπισαν κρίσεις. Το χειρότερο είναι ότι πολλές από τις πολιτικές που προώθησε το ΔΝΤ, και ιδιαίτερα η πρώορη απελευθέρωση των κεφαλαιαγορών, συνέβαλαν στην παγκόσμια αστάθεια. Και από τη στιγμή που μια χώρα δειρχόταν κρίση, τα κεφάλαια και τα προγράμματα του ΔΝΤ όχι μόνο δεν κατάφερναν να σταθεροποιήσουν την κατάσταση, αλλά σε πολλές περιπτώσεις επιδείνωναν τα πράγματα, ιδιαίτερα για τους φτωχούς, Το ΔΝΤ απέτυχε στην αρχική αποστολή του να προάγει την παγκόσμια σταθερότητα – και δεν είχε μεγαλύτερη επιτυχία στις καινούργιες αποστολές που ανέλαβε, όπως το να καθοδηγήσει τη μετάβαση των χωρών από τον κομμουνισμό στην οικονομία της αγοράς. (περισσότερα…)

Επίθεση, φωνάζουν φίλε και βιαιοπραγούν. Δημόσιοι υπάλληλοι εναντίον βουλευτών. Ιδιωτικοί υπάλληλοι εναντίον επιχειρηματιών. Άνεργοι εναντίον εργαζομένων. Επιχειρηματιών εναντίων βουλευτών. Ιδιωτικών υπαλλήλων εναντίον δημοσίων υπαλλήλων. Εργαζομένων εναντίον ανέργων. Και πάει λέγοντας (και κάνοντας). Βία που δικαιολογείται, βία που νομιμοποιείται για οποιοδήποτε λόγο, βία εναντίον όλων, βία που σπέρνει ζόφο και πανικό. Οχλοκρατία, οχλοανοησία, οχλοφασισμός. Και πονηρία εξουσιαστική. Ο θρίαμβος του επαγγελματικού επικοινωνισμού. Φόβος φίλε. Μια χώρα στο φόβο, τη σύγχυση, τη βρωμιά. Επαγγελματική διάχυση φόβου φίλε. Απελπισία κι αίσθηση κινδύνου. Φρίκη. Διαφημίσεις που καλλιεργούν την φρίκη και τον πανικό. Ειδήσεις που καλλιεργούν την φρίκη και τον πανικό. Ψεύδη που καλλιεργούν την φρίκη και τον πανικό. Και θύματα φίλε, πολλά θύματα. Καθημερινά. Για ασήμαντες αφορμές. Και ταυτόχρονα, καμία διάθεση για λύσεις. Όλα κάτω απ’ το χαλάκι. Στο φαντασιακό μας τα πάμε περίφημα. Χρεωκοπημένοι ωστόσο εδώ και καιρό. Ηθικά και πνευματικά. Κάποιοι ονειρεύονται εμφυλίους. Και σε κάνουν να νιώθεις ένοχος που δεν έγινες κλέφτης και υποκριτής. Επίθεση, λοιπόν φίλε. Όλοι εναντίον όλων. Πολίτες εναντίον δημοσιογράφων. Δημοσιογράφοι εναντίον πολιτών. Θυμωμένοι εναντίον εφησυχασμένων. Εφησυχασμένοι εναντίον θυμωμένων. Στους άμβωνες δεν καταλαβαίνουν τίποτα, συνεχίζουν το κήρυγμα που μας έφτασε ως εδώ. Υποκριτές. Ας τους φάμε κι αυτούς. Για να βυθιστούμε λίγο νωρίτερα. Υπάρχει βιασύνη μεγάλη φίλε. Να μετρήσουμε κι άλλα θύματα. Καθημερινά. Από τροχαία, από διαφημιστικές πινακίδες, κακοφτιαγμένους δρόμους, αγορασμένα διπλώματα. Από εργατικά δυστυχήματα, από ανόητες ασθένειες, από φόβο και πανικό. Όλα βουβά. Με πνιγμένο θρήνο. Κι ανώδυνα. Εδώ πέρα φίλε όλα τα περνάμε ανώδυνα. Έχουμε λάβει μαζικά επισκληρίδιο αναισθησία. Πεθαίνουν γύρω μας άνθρωποι και λέμε ήταν θέλημα θεού, ήταν παράπλευρες απώλειες, ήταν άτυχοι, ίσως και να τους άξιζε. Είμαστε κατάπτυστοι, έχουμε ερωτευτεί το θάνατο, έχουμε γοητευτεί απ’ τον ανορθολογισμό. Εδώ πέρα θα μας σκοτώσουν οι εφιάλτες κάποιων, εδώ πέρα θα μας σκοτώσει το γεγονός ότι έχουμε πάψει να ονειρευόμαστε. Το μόνο που βουίζει στο μυαλό μας είναι ο θάνατος, αυτό μας τριβελίζει διαρκώς τη σκέψη. Να επιτεθούμε σ’ όποιον βρούμε μπροστά μας. Λαός χουλιγκάνων. Εθνική ομάδα παραλογισμού. Όλοι φταίνε, αλλά δε φταίμε ποτέ εμείς. Οι καθρέφτες σ’ αυτή τη χώρα είναι διακοσμητικοί. Εδώ πέρα η πρέζα κάνει θραύση. Ηθικά, οντολογικά. Ό,τι αυξάνει την απόσταση απ’ την πραγματικότητα είναι ευπρόσδεκτο. Εδώ πέρα τα λόγια είναι χρυσός και η ζωή δεν έχει καμία αξία. Όσο πιο παράλογες οι επιθέσεις τόσο πιο νόμιμες, τόσο πιο σημαντικές στη συνείδησή μας. Εδώ κάνουν θραύση οι θεωρίες συνωμοσίας, η δυσπιστία, η ριζική καχυποψία. Έχουμε βάλει για ύπνο τον ορθό λόγο και κατευθυνόμαστε ενθουσιασμένοι στα σκοτάδια. Δυνητικά είμαστε όλοι νεκροί, απλά δεν το έχουμε ακόμα καταλάβει. Με τη σιωπή μας, με τις παράλογες φωνές και τις παράλογες πράξεις, ανοίγουμε όλο και πιο βαθιά το λάκο μας. Κι όμως τη χρειαζόμαστε τη λογική φίλε. Τη χρειαζόμαστε όσο και την φίλη της τη φαντασία, που την έχουμε κι αυτή χάσει. Έχουμε γίνει λαός ψυχασθενών, σχιζοφρενών φίλε. Αλήθεια, θέλει κανείς μας να θεραπευτούμε; Γιατί αν θέλουμε, υπάρχει και κάτι καθησυχαστικό φίλε. Υπάρχουν τρόποι εντός της λογικής κι εκτός της βίας. Τρόποι ανθρώπινοι. Τρόποι δημοκρατικοί. Τρόποι της ζωής κι όχι του θανάτου. Εμείς αποφασίζουμε φίλε.