Ας ξεκινήσει η ηλεκτρονική διακυβέρνηση, η εποχή της διαφάνειας και της αξιοκρατίας, απ’ το κατεξοχήν «ηλεκτρονικό» πεδίο, που είναι η δημόσια τηλεόραση.

Είμαι βέβαιος ότι ένα ταπεινό κάλεσμα απ’ οποιοδήποτε Μέσο σε πολίτες και δημιουργούς θα μας εξέπληττε με τον πλούτο που θα κόμιζε. Αν ζητούσαμε δηλαδή απ’ την κοινωνία να προτείνει ιδέες και εκπομπές για την ΕΡΤ, και ζητούσαμε παράλληλα από δημιουργούς ανοιχτά να μας προτείνουν τους προϋπολογισμούς τους, είναι βέβαιο ότι σε ένα ορίζοντα τριετίας η δημόσια τηλεόραση θα είχε αλλάξει όχι μόνο η ίδια, αλλά και όσους την παρακολουθούν. Σε πρώτη φάση βέβαια η ΕΡΤ θα πρέπει να αλλάξει προσανατολισμό, να απαλλαγεί απ’ τον εμπορευματικό της χαρακτήρα, να αποδεσμευτεί απ’ τη διαφήμιση και τον εναγκαλισμό με τα κόμματα και τις φατρίες και να στραφεί στον διαπαιδαγωγικό, πολιτισμικό της ρόλο. Σε δεύτερη φάση πρέπει να εξορθολογιστεί η λειτουργία της, οι εξοπλισμοί, το ανθρώπινο δυναμικό της. Κι έπειτα να ανοίξει με διαφάνεια στην κοινωνία. Να δημοσιεύονται οι προϋπολογισμοί των εκπομπών στο Διαδίκτυο, να τίθενται σε διάλογο τα προγράμματα, οι ώρες προβολής, να γίνονται ανοιχτοί διαγωνισμοί με ανεξάρτητες επιτροπές κ.λπ. Να υπάρχει αξιοκρατική αξιολόγηση των προτάσεων, διασφάλιση της ανεξαρτησίας των δημιουργών, επαρκής κάλυψη αναγκών, πλουραλισμός κ.λπ. Είναι προφανές, ότι αυτό που θεμελιωδώς απαιτείται απ’ όσους διοικούν την ΕΡΤ είναι το ΟΡΑΜΑ για μια δημόσια τηλεόραση που απευθύνεται σε πολίτες κι όχι σε ψηφοφόρους ή καταναλωτές. (περισσότερα…)

Στην Ελλάδα, όταν κάποιος μιλά εγκωμιαστικά για κάτι, όλοι τον κοιτούν με μισό μάτι. Άλλωστε, τα ειλικρινή και «απλήρωτα» εγκώμια έχουν γίνει τόσο λίγα. Στην Ελλάδα έχουμε συνηθίσει να «θάβουμε», να «μαυρίζουμε», να «εξοντώνουμε», να «μη σηκώνουμε μύγα στο σπαθί μας», να «βγάζουμε χολή». Εδώ, όταν κάτι αξίζει, κοιτάζουμε αμέσως να το μειώσουμε, να το φέρουμε στα μέτρα μας και να το εκμηδενίσουμε. Όποιος έχει διαβάσει τον εξαιρετικό αυστριακό συγγραφέα Τόμας Μπέρνχαρντ, και του είναι οικείος ο τρόπος της γραφής του, θα θυμάται πώς αναφερόταν στους συμπατριώτες του αυστριακούς. Ε, οι νεοέλληνες προσεγγίζουμε σταθερά και με συνέπεια τους αυστριακούς του Μπέρνχαρντ. Έχουμε γίνει ένας μνησίκακος και ζηλόφθονος λαός, που δεν αφήνει τίποτα ελπιδοφόρο να ανθίσει. (περισσότερα…)

Όποιος ακούει ραδιόφωνο αυτές τις ημέρες είναι αναγκασμένος να ακούει διαρκώς μια κακόγουστη διαφήμιση με εντελώς ρατσιστικό περιεχόμενο για τους ανθρώπους της τρίτης ηλικίας. Το εν λόγω τζινγκλ είναι γελοίο από κάθε άποψη, αλλά βέβαια τη δουλειά την κάνει, όπως την κάνουν όλα τα διαφημιστικά της συγκεκριμένης διαφημιζόμενης εταιρείας. Όσο πιο «φθηνό» το περιεχόμενο ενός τζινγκλ, όσο πιο χαμηλό το επίπεδο του ρεφρέν, τόσο πιο «κολλητικό» στους εγκεφάλους των ακρατών. Δεν αναφέρω καν το όνομα του καταστήματος που διαφημίζεται, αν και είμαι βέβαιος ότι όλοι έχετε καταλάβει σε τί αναφέρομαι. Με τον κίνδυνο να χαρακτηριστώ αφελής, θα κάνω μια πρόταση στα σοβαρά Μέσα, αν έχουν μείνει τέτοια στη χώρα, και θα ζητούσα να ελέγξουν αυτά (αφού δεν το κάνει κανείς άλλος) το περιεχόμενο των διαφημιστικών μηνυμάτων που μεταδίδουν. Κατανοώ ότι τα έσοδα απ’ τις διαφημίσεις είναι ζωτικής σημασίας για τα Μέσα, αλλά νομίζω ότι μηνύματα σαν κι αυτό είναι καθαρή πρόκληση. Οι διαφημιζόμενοι και οι διαφημιστές κάνουν επίδειξη εξουσίας, τοποθετώντας στο πρόγραμμα των Μέσων, ό,τι πιο χυδαίο και προσβλητικό περνά απ’ το μυαλό τους. Οι ιδιοκτήτες και οι διοικητές των Μέσων μοιάζουν ανίσχυροι μπροστά σ’ αυτή τη λαίλαπα και το αποτέλεσμα είναι να καταβροχθίζουμε αγόγγυστα όλοι εμείς, ως ακροατές, τα τοξικά και ρατσιστικά τζιγκλάκια των πονηρών διαφημιστών. Η μετάδοση τέτοιων μηνυμάτων είναι νομίζω ικανός λόγος για να επαναξιολογηθεί η σχέση του καθενός μας με τα Μέσα που δε σέβονται τους καταναλωτές τους.