Ο ιστορικός του μέλλοντος, η ζωή και ο θάνατος

Τις τελευταίες δεκαπέντε ημέρες, στον ημερήσιο Τύπο δημοσιεύονται πολλές αναλύσεις. Το ίδιο, κι ίσως με μεγαλύτερη ένταση συμβαίνει και στο Διαδίκτυο. Στην τηλεόραση επίσης, βλέπουμε κάποιες σποραδικές αναλύσεις, εντός του προγράμματος, ανάμεσα στις διαφημίσεις και τις εικόνες απ’ τις οδομαχίες. Ο ιστορικός του μέλλοντος θα έχει πολλή δουλειά να κάνει, αν θελήσει να αναζητήσει τον αντίκτυπο της δολοφονίας του 15χρονου Αλέξη Γρηγορόπουλου. Όπως επίσης θα έχει και πολλή δουλειά για να εντοπίσει ποιές θεωρούσε ο «ομιλών κόσμος», οι διανοούμενοι, οι καλλιτέχνες, οι πολιτικοί κ.λπ. τις αιτίες των εχθροπραξιών που ακολούθησαν το γεγονός.

Ο ιστορικός του μέλλοντος θα δυσκολευτεί πολύ να αφουγκραστεί τη μύχια επιθυμία ή το φόβο της σημερινής κοινωνίας, διότι η κοινωνία έχει κατακερματιστεί σε τέτοιο βαθμό που ακόμα και τα προφανή καταλήγουν να ανταγωνίζονται μεταξύ τους. Το μόνο που ίσως ενώνει τους πολίτες ως δυνητικός συνδετικός κρίκος είναι ο πειρασμός να ενταχτούν όλοι στο αυθόρμητο, στο ανεξέλεγκτο, στη συλλογική εκδήλωση των συναισθημάτων του θυμού και της απόγνωσης. Και μετά; Ο ιστορικός του μέλλοντος, προνομιούχος εξ’ ορισμού θα ξέρει. Όμως εμείς εδώ έχουμε πιθανότατα για άλλη μια φορά το συλλογικό κι ατομικό καθήκον να εμποδίσουμε την επανάληψη της αιμοσταγούς Ιστορίας.

Εμείς όλοι εδώ προσπαθούμε με την καρδιά και το μυαλό μας να συνδιαμορφώσουμε, να ερμηνεύσουμε, να αναλύσουμε και να συνθέσουμε, αυτό που σε λίγο θα είναι η ιστορία. Για να μην επαναλάβουμε τα λάθη του παρελθόντος πρέπει να αποδείξουμε ότι η ιστορία μας δίδαξε κάτι. Η Ελλάδα έζησε έναν φριχτό εμφύλιο πόλεμο. Ακόμα, έζησε δικατορίες, αλλά και μια κατοχή. Αν είμαστε σχεδόν βέβαιοι πια ότι η πλειοψηφία του λαού, είναι όντως αρνητική με μια ενδεχόμενη αναβίωση διχαστικών κι εμπόλεμων καταστάσεων, δε συμβαίνει το ίδιο με την προοπτική επανάληψης διχασμών που θα έχουν συγκαλυμένη μορφή. Αν κάποιοι ονειρεύονται ένοπλους αγώνες, αντάρτικα, βία και τρόμο, στο όνομα της δίκαιης κοινωνίας, δεν κάνουν άλλο απ’ το να σπρώχνουν το λαό σε ομαδική αυτοκτονία.

Ο Ευγένιος Τριβιζάς, ίσως ο πιο γνωστός έλληνας παραμυθάς που είναι και καθηγητής εγκληματολογίας, κλείνει την εξαιρετική του επιφυλλίδα στην Καθημερινή του Σαββάτου (21/12), με δυο φράσεις του οπαδού της μη-βίας, Μάρτιν Λούθερ Κινγκ: «οχλαγωγία είναι η γλώσσα εκείνων που οι φωνές δεν ακούγονται με άλλον τρόπο» και «όσο πολλαπλασιάζονται οι οχλαγωγίες, τόσο θα αυξάνονται οι κατασταλτικές αντιδράσεις και οι κίνδυνοι να οδηγηθούμε, τελικά, σε μια φασιστική κοινωνία». Η αλήθεια είναι ότι η οχλαγωγία στην Ελλάδα είναι πάρα πολύ συνηθισμένο φαινόμενο. Επίσης, ο φασισμός στην χώρα μας, είναι μεν καταδικαστέος σ’ ένα επιφανειακό και δημόσιο επίπεδο, αλλά υιοθετείται από πάρα πολλές ομάδες, είτε ανοικτά, είτε συχνότερα, με συγκαλυμένες μορφές. Θεωρώ ότι αν δεν υποστηριχτεί ανοιχτά η δημοκρατία, αν με κάθε αφορμή δεν υιοθετείται η δημοκρατική προοπτική, ο φασισμός θα γίνεται όλο και πιο ελκυστικός.

Από άλλη σκοπία, αλλά μάλλον στο ίδιο μήκος κύματος ο δημοσιογράφος της εφημερίδας Τα Νέα, Ρούσσος Βρανάς, μεταφέρει στη στήλη του (21/12) μια συνέντευξη του ιστορικού Εμμάνουελ Τοντ που κλείνει με τα εξής λόγια: «Όταν το κράτος θέτει τον εαυτό του απευθείας στην υπηρεσία των ιδιωτικών συμφερόντων, μας φέρνει στον νου άσχημες ιστορικές μνήμες. Αυτή η επιστροφή του κράτους δεν έχει σχέση με την Αριστερά. Όταν το ισχυρό κράτος μπαίνει στην υπηρεσία του κεφαλαίου, αυτό είναι φασισμός». Οι ορισμοί του φασισμού μοιάζει να διαφέρουν ανάλογα με την τοποθέτηση του εκάστοτε αναλυτή, ωστόσο υπάρχουν μερικές οικουμενικές παραδοχές. Διαβάζοντας κάποιος την ιστορία που προηγήθηκε της ανάδυσης του χιτλερισμού, θα καταλάβει ότι πολλοί από εκείνους που αργότερα διέπραξαν εγκλήματα, δεν ήταν παρά δυσαρεστημένοι πολίτες. Ο Μιχάλης Μητσός, επίσης δημοσιογράφος των Νέων, γράφει στη στήλη του της ίδιας ημέρας (21/12), με αφορμή μια άλλη συνέντευξη, του γάλλου συγγραφέα Τζόναθαν Λίτελ αυτή τη φορά, ότι τελικά «αυτό που μένει είναι η ατομική ευθύνη. Πολλoί από εκείνους τους στρατιώτες δικαιολογούνται λέγοντας ότι βρίσκονταν σε πόλεμο. Κι ότι στον πόλεμο έτσι συμπεριφέρεσαι».

Συγχωρήστε μου το διδακτικό ύφος αλλά πρέπει επιτέλους όλοι μας να διδαχτούμε απ’ την Ιστορία και να μην επαναλάβουμε τα ίδια λάθη που βούτηξαν την ανθρωπότητα στο ζόφο και το θάνατο. Πρέπει να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους και να σταματήσουμε να καθαγιάζουμε τη δύναμη των όπλων. Να μην ψάχνουμε παντού για ήρωες. Να κατεβάσουμε τον Τσε Γκεβάρα απ’ την πινακοθήκη των αγίων, γιατί πολύ απλά δεν ήταν. Να αποϊεροποιήσουμε όλους εκείνους που δίδαξαν το φόνο και τη βία. Τον Μάλκολμ Χ, για παράδειγμα. Να πούμε ανοιχτά τί έκανε ο Πολ Ποτ, ο Στάλιν, ο Χίτλερ, ή ακόμα τί κάνει ο κύριος Κάστρο, ο κύριος Πούτιν, ο κύριος Μπους και άλλοι κατά τ’ άλλα ευηπόληπτοι πολίτες. Αν θέλουμε πράγματι να αποτελέσουμε παράδειγμα πρέπει να ορίσουμε ξανά όχι μόνο τη σχέση μας με την παραγωγή και την κατανάλωση, αλλά και με τη βία. Η ζωή αλλάζει πραγματικά, κι αλλάζει προς όφελος όλων, όταν εκείνοι που την υπερασπίζονται, είναι και οι ίδιοι πρόθυμοι να ζήσουν. Όσοι δεν είναι πρόθυμοι να ζήσουν είναι με τη μεριά του θανάτου.

Σχολιο

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s