Μποέμης και αλήτης: ο Λεωνίδας Χρηστάκης στους ουρανούς

xristakisΑκούω αυτές τις ημέρες μια συνέντευξη που είχα πάρει πριν από πέντε χρόνια απ’ τον Λεωνίδα Χρηστάκη, ο οποίος πέθανε την προηγούμενη εβδομάδα, στις 29 Απριλίου, στα 81 του χρόνια. Είχα επισκεφθεί το σπίτι του για πρώτη και τελευταία φορά μερικές εβδομάδες πριν τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας, το 2004, στα Εξάρχεια σ΄ ένα ημιϋπόγειο μπροστά στην πλατεία. Στην ίδια πολυκατοικία είχα κάνει ένα γύρισμα της κακιάς ώρας με φίλους απ’ τη σχολή στην ταράτσα, πριν από δέκα χρόνια και βάλε. Του το είπα κι ενδιαφέρθηκε να μάθει για τη σχέση μου με τον κινηματογράφο, αλλά δεν ήθελε και πολλές λεπτομέρειες. Είχε περάσει τα 75, και καθώς φαινόταν δεν είχε και πολλή ανοχή με όσα κι όσους τον κούραζαν. Παρ’ όλα αυτά, μαζί μου, για τις δύο ώρες που κάθισα στο καταφύγιό του, ήταν πολύ ευγενικός και υπομονετικός.

Η συνέντευξη εκείνη ήταν η αφορμή για να γνωριστούμε, ως τότε τον ήξερα μόνο ως μοναχική φιγούρα να περπατά με μπερέ, έντυπα στη μασχάλη και ιδιόρυθμο στυλ στα Εξάρχεια. Ακόμα είχα διαβάσει μερικά απ’ τα έντυπα που εξέδιδε, και κυρίως το Ιδεοδρόμιο. Τότε, δούλευα σ’ ένα έντυπο μεγάλης κυκλοφορίας, είχα προτείνει στον αρχισυντάκτη τη συνέντευξη με το Λεωνίδα Χρηστάκη κι εκείνος με μισή καρδιά είχε συμφωνήσει. Έπειτα όμως το θέμα «σκάλωσε» στο διευθυντή που δεν τον ενδιέφερε καθόλου το πρόσωπο αυτό. Ο Χρηστάκης, γνωρίζοντας ότι δεν ήταν ελκυστικός για τα μεγάλα Μέσα, μου είπε ονόματα ανθρώπων που τον είχαν πλησιάσει, αλλά τελικά δεν κατάφεραν να δημοσιεύσουν τις συζητήσεις τους. Στη λίστα αυτή δυστυχώς προστέθηκα κι εγώ. Η αλήθεια είναι ότι δεν είχα και μεγάλη πείρα από συνεντεύξεις κι ότι είχα πάει στο σπίτι του ανθρώπου ελαφρώς απροετοίμαστος, με πονοκέφαλο από ξενύχτι και οινοποσίες.

Με υποδέχτηκε φιλικά στην πόρτα της πολυκατοικίας κάνοντας ένα σχόλιο για τους ενοίκους που αποφάσισαν να βάλουν κάγκελα στην πόρτα. Τώρα έχουμε τη φυλακή που μάς αξίζει, μου είπε οδηγώντας με στο σπίτι του. Εκεί βρισκόταν ένας νεαρός, το όνομα του οποίου δε σημείωσα, και μια γυναίκα που ήταν πραγματικά πολύ περιποιητική. Άρχισα να νιώθω ότι ζω σε μια άλλη εποχή, κι ότι είμαι ένας γκόντζο δημοσιογράφος. Το παζλ θα ολοκληρωνόταν αν το κασετόφωνό μου δεν έγραφε τίποτα, αλλά δε μου έκανε τη χάρη. Με πολύ θόρυβο η συζήτησή μας ακούγεται κανονικά. Οι ερωτήσεις μου είναι αδέξιες και η προσέγγισή μου κάπως αμήχανη. Εκείνος όμως, σχεδόν ξαπλωμένος σ’ ένα καναπέ που θα μπορούσες να τον πεις κι ανάκληντρο, μοιάζει να είναι προετοιμασμένος για όλα. Η φίλη του μου πρόσφερε τσάι, και σε μια παύση μου, με ρωτά αν θέλω κι άλλη ζάχαρη. Ο Χρηστάκης μού απαντά και μου μιλά λίγο βαριεστημένα. Τα έχει πει πολλές φορές, αλλά πάντα κάτι φαίνεται να διαφεύγει. Σαν να μην υπάρχει στόχος, σαν να μην υπάρχει έρμα. Ο άνθρωπος αυτός φαίνεται ότι έφτιαξε μια γραμμή στο μυαλό του πριν από δεκαετίες, και την ακολούθησε τόσο πιστά, που τώρα δεν τη θυμάται καν. Μέσα απ’ το λόγο του ξεπηδούν ονόματα, ποιητές, ζωγράφοι, παλιοί φίλοι, εχθρότητες πολλές. Είναι ακέραιος, αλλά και λίγο τρομακτικός ίσως. Ο νεαρός που κάθεται κοντά του, στο μικρό δωμάτιο, τον σιγοντάρει. Δεν είναι γιος του, αλλά ολοφάνερα τον θαυμάζει. Το δωμάτιο μου φέρνει ίλιγγο, έχει κάτι από θάνατο και στέρηση εδώ. Προσπαθώ να αγνοήσω το φόβο μου και του απευθύνομαι. Μου μιλά όλο και πιο βαριεστημένα, αλλά με νοσταλγία για όλα. Κουράζεται γρήγορα. Κανονικά θα έπρεπε να του ζητήσω κι άλλη συνάντηση. Αλλά η συνέντευξη απορρίφθηκε πριν καν μεταφερθεί στο χαρτί. Σε περίοδο ολυμπιακών αγώνων κανείς δεν ενδιαφέρεται για έναν περιθωριακό τύπο που ζει δεκαετίες στα Εξάρχεια εκδίδοντας βιβλία βάζοντας στο στόχαστρό του τους έλληνες μαλάκες. Ιδίως κάποιος που είναι ο ίδιος μαλάκας. Εν πάση περιπτώσει, ο Λεωνίδας Χρηστάκης επιβεβαίωσε τη φήμη του περιθωριακού κι άρχισε να εκτοξεύει κακίες για διανοούμενους που ευνόησε και βοήθησε αλλά στο τέλος τον εγκατέλειψαν ή και τους έδιωξε εκείνος γιατί τον απογοήτευσαν. Εγώ από ευγένεια έκλεινα κάθε λίγο το κασετόφωνο, κι εκείνος κάθε λίγο ξεκινούσε νέες ιστορίες που του θύμιζαν άλλα ονόματα, με αποτέλεσμα να κομπιάζει όποτε έπρεπε να πει ένα όνομα «αφού δε θες να σου λέω ονόματα» μου παραπονιόταν. Άρχισε να μου μιλά για για τη ζωή του, για τα διαβάσματά του, για τις εμμονές του, τις εκδόσεις του. Τα έντυπα ήταν απ’ ότι φαίνεται το σαράκι του. Τύπωσε εκατοντάδες τεύχη περιοδικών, που έχουν χαρακτηριστεί απ’ τον παραδοσιακό Τύπο ως «εναλλακτικός Τύπος». Τύπωσε ιδίοις αναλώμασι, δεκάδες βιβλία. Πριν πάω να τον συναντήσω, είχα διαβάσει μερικά. Ήταν ενδιαφέρον συγγραφέας. Σκόρπιος, αλλά ευθύς. Θυμωμένος, αλλά δοσμένος. Σπάνια γνωρίζεις ανθρώπους με τόση τόλμη. Δεν αποδέχτηκε ποτέ την ατομική ιδιοκτησία. Έζησε μέσα σε αρνήσεις που έφτιαξαν μια μεγάλη κατάφαση.

Νομίζω ότι ο τύπος ήταν ένας γνήσιος προπαγανδιστής της αλητείας. Το βιβλίο του για την ιστορία της αλητείας ήταν κι ο βασικός λόγος που τον προσέγγισα. «Η ιστορία της αλητείας»… Ο Χρηστάκης δίκαζε όλους εμάς που έχουμε δουλειά και σπίτι, κι αθώωνε τους παρίες, τους χαμένους, τους απόκληρους. Κι εδώ που είμαστε, μου είπε, «υπό έξωση βρισκόμαστε». Δε στέριωσε πουθενά. Τον θυμάμαι να κατηγορεί γνωστούς συγγραφείς ως συμφεροντολόγους. «Εγώ όταν χώριζα δεν καταδεχόμουν ούτε μια δεκάρα απ’ τις πρώην γυναίκες» μου είπε.

Το δωμάτιο μύριζε καπνό και υγρασία. Ασφυκτικό, αλλά και θελκτικό. Ξέραμε ότι ήμασταν από άλλες εποχές. Ο Χρηστάκης ήταν ξεκάθαρα η γενιά της τυπογραφίας, των φανζίν, των πανκ εντύπων. Εγώ είχα υπολογιστή απ’ τα δέκα μου. Τους μπητ και τους ήρωές του, τους γνώρισα μέσα από βιβλία, ενώ εκείνος τους είχε ζήσει από πρώτο χέρι αφού ήταν συνομίληκός τους. Ήταν ο ίδιος πλέον ένας ήρωας. Δεκάδες συγγραφείς και διανοούμενοι της αριστεράς και της αναρχίας είχαν συνδεθεί μαζί του. Επαιρόταν ότι απ’ τα περιοδικά του είχαν περάσει οι πάντες. Ο κατάλογος των ονομάτων ανεξάντλητος. Εκ των υστέρων συνειδητοποίησα ότι η δυσκολία μου με τα ονόματα (γιατί ήξερα πώς δε θα τα εγκρίνει ο αρχισυντάκτης) ήταν σαν το μέγιστο απαγορευτικό για τη συζήτησή μου με αυτό τον άνθρωπο. Ο Χρηστάκης είχε εκδόσει ένα βιβλίο στο οποίο απαριθμούσε τους ανθρώπους που είχε γνωρίσει. Από εκείνους με τους οποίους είχε μιλήσει μια φορά μέχρι φίλους και συμβίες του. Το θυμάμαι εκείνο το βιβλίο στο περίπτερο των Εξαρχείων –εκεί διακινούσε τα έντυπά του- να χάσκει σα τη μύγα μες στο γάλα. Δεν το είχα πάρει. Το είχα κοιτάξει μάλιστα με κάποια περιφρόνηση. Αργότερα, κατάλαβα ότι ο τύπος ήταν πραγματικά μεγαλοφυής. Ήταν αυθεντικός καλλιτέχνης σπάνιας κοπής. Δύσκολος και παραγνωρισμένος. Έζησε σε μια χώρα που είθισται να κόβει φτερά για πλάκα, και αναλώθηκε κι εκείνος σε μικρότητες.

Νομίζω ότι ο Χρηστάκης ήταν ένας αληθινός μποέμης, ένα σοβαρότατος αλήτης που δε μάσησε αυτό που λέγεται κοινότοπα «κουτόχορτο». Ήξερε πολύ καλά ότι ήταν μόνος εναντίον όλων. Η αλήθεια είναι ότι στενοχωρήθηκα πολύ που μου κόψανε τη συνέντευξη χωρίς καν να τη διαβάσουν. Μετά από χρόνια, τον είδα στην τηλεόραση να μιλά στο Σταύρο Θεοδωράκη κι έπειτα τα λεγόμενά του να είναι αποτυπωμένα στο χαρτί των Νέων. Σταγόνα στον ωκεανό που δεν προκάλεσε ούτε το παραμικρό κυματάκι. Αυτό συμβαίνει στην Ελλάδα, με το χώρο που ονομάζεται περιθωριακός ή εναλλακτικός. Τρώγεται διαρκώς απ’ τα μέσα, κι όταν τολμάει να κάνει ανοίγματα γνωρίζει την πλήρη αδιαφορία. Σ’ αυτή τη χερσόνησο, ό,τι δεν χωράει στο καλούπι το λέμε γραφικό. Εγώ ο ίδιος τρόμαξα μ’ αυτό το γέρικο ακέραιο θηρίο. Τρόμαξα με την έλλειψη ευελιξίας, με την εμμονή στην ακαμψία, στους ήρωες, στην αλητεία. Εκτός μικροφώνου μου είπε και πράγματα για τις οικογένειες που έκανε, για τα παιδιά, αλλά δε θέλω να τα γράψω. Κάποια στιγμή, μου είπε ότι τον προσεγγίζουν γιατί ξέρουν ότι αργά ή γρήγορα θα πεθάνει και θα έχουν στα χέρια τους αδημοσίευτες συνεντεύξεις. Ποιός νοιάζεται, λέω εγώ; Κάποιοι λίγοι, που έχουν ευαγγέλιο το γνωστό ποίημα «Εμείς οι λίγοι» του Γιώργου Μακρή, αυτόχειρα φίλου του Χρηστάκη. Και η δική μου συνέντευξη αδημοσίευτη έμεινε για πέντε χρόνια, και τί έγινε; Και τώρα που θα τη δημοσιοποιήσω, τί έγινε πάλι; Το περιθώριο είναι αδίστακτο. Βρωμάει η ανάσα του και μονίμως θέλει να γλείψει τις πληγές σου. Ο Χρηστάκης αγαπούσε το περιθώριο, ήταν ο ίδιος το περιθώριο. Ήξερε πως ήταν θρύλος. Οι πιο πολλοί παρεξέκκλιναν, δεν άντεξαν, βρήκαν δουλειές, έκαναν οικογένειες κι εξοχικά. Εξίσου πολλοί, αποδεκατίστηκαν απ’ τα ντραγκς και το βίβερε περικολοζαμέντε. Εκείνος μόνος, αγέρωχος, ζωντανή ιστορία, εκεί, με την επιμονή του, να εκδίδει τα περιοδικά, τα βιβλία, να γράφει, να διαβάζει, να διαφωνεί, να συνομιλεί με τους ποιητές και τους αλήτες. Τα ίδια θα συνεχίζει να κάνει κι εκεί που είναι ή δεν είναι τώρα.

Τη συνέντευξη αυτή θα τη δημοσιεύσουμε πιθανότατα στο POST-Media. Νομίζω ότι η φιλοσοφία του συμπυκνώνεται σ’ εκείνη τη συνομιλία, αλλά και σε μια φράση του που ήταν εμβληματική κι ήταν ο λόγος που η συνέντευξη δε δημοσιεύθηκε ποτέ στο έντυπο μεγάλης κυκλοφορίας όπου δούλευα τότε, χωρίς καν να διαβαστεί απ’ τους υπευθύνους…

5 Comments

  1. κε Ανδριωτάκη έχω δυο ερωτήσεις.
    -πως χρηματοδοτούσε τις εκδόσεις των βιβλίων του?
    -όταν δημοσιέυσετε την συνέντευξη θα δημοσιέυσετε και τα ονόματα?!

    t.m.

  2. @tosio morphy. Με διάφορους τρόπους. Κυρίως, χρηματοδοτούσε κάθε νέα έκδοση απ’ τα όποια έσοδα των προηγούμενων. Άλλα βιβλία του τα έδινε σε εκδότες. Για όλα αυτά μιλάει στη συνέντευξη.

    Ναι στο κείμενο που θα δημοσιευθεί, θα υπάρχουν και τα ονόματα.

Σχολιο

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s