Social media και κατανάλωση

Με αφορμή αυτή την προσπάθεια κατάδειξης μιας παρανομίας, σκέφτηκα κάτι που με απασχολεί πολύ τα τελευταία χρόνια σχετικά με την καταναλωτική κουλτούρα στη χώρα μας. Έχω γράψει ξανά και ξανά ότι για πολύ συγκεκριμένους λόγους στην Ελλάδα δεν έχει υπάρξει ένα σοβαρό καταναλωτικό κίνημα. Ένας απ’ αυτούς τους λόγους είναι και οι ίδιες οι καταναλωτικές οργανώσεις. Νομίζω ότι εδώ έχουμε την πρωτοτυπία να συντηρούμε δεκάδες καταναλωτικές οργανώσεις, αλλά τα αποτελέσματα απ’ τη δράση τους και η διείσδυσή τους στην κοινωνία να είναι ισχνότατη.

Ένα παράδειγμα: καμία καταναλωτική οργάνωση δεν έχει κάνει κάποια ενημέρωση ή κινητοποίηση ενάντια στην παράνομη υπαίθρια διαφήμιση. Για τις καταναλωτικές οργανώσεις στην Ελλάδα η παράνομη διαφήμιση απλά δεν υφίσταται. Η παρουσία δε του καταναλωτικού «κινήματος» γενικότερα στα social media είναι απογοητευτική. Κι είναι απορίας άξιο γιατί δε χρησιμοποιείται αυτό το νέο και ισχυρό εργαλείο, αυτός ο νέος δημόσιος χώρος, όπου ακόμα και η πιο μικρή ομάδα μπορεί να διαχύσει το μήνυμά της, χωρίς να χρειαστεί το φιλτράρισμα των παραδοσιακών Μέσων, και χωρίς να ξοδέψει σοβαρά ποσά.Ο κατάλογος με τις καμπάνιες που ΔΕΝ έχουν γίνει από καταναλωτικές οργανώσεις είναι πραγματικά εντυπωσιακός.

Την κοινωνία σήμερα την απασχολούν πολλά θέματα σχετικά με την κατανάλωση, δεν είναι μόνο οι τιμές (οι οποίες μονοπωλούν το ενδιαφέρον όσων ασχολούνται με την κατανάλωση): απ’ την ασφάλεια των προϊόντων που καταναλώνουμε μέχρι τον έλεγχο των διαφημιστικών μηνυμάτων, κι απ’ τις εργασιακές συνθήκες στις επιχειρήσεις μέχρι τη μέριμνά τους για το περιβάλλον και τις εταιρικές πρακτικές, καθετί σήμερα μποεί να ενταχθεί στην ατζέντα ενός ανεξάρτητου παρατηρητηρίου των επιχειρήσεων (corpwatch). Οι πολίτες έχουν ανάγκη αφ’ ενός να ενημερωθούν σχετικά με τα όσα πράττουν οι επιχειρήσεις κι αφ’ ετέρου να πιέσουν με την αγοραστική τους δύναμη για αλλαγές. Αν μια επιχείρηση χρησιμοποιεί αθέμιτα μέσα για να λειτουργεί ή να διαφημίζεται πρέπει να υποστεί κυρώσεις. Αν δεν γίνεται αυτό, πρέπει να κινητοποιηθεί παράλληλα και η κοινωνία των πολιτών. Τα καταναλωτικά θέματα θα μπορούσαν κι ίσως θα έπρεπε να είναι ψηλότερα στην ατζέντα μας, καθώς αφορούν άμεσα την καθημερινότητά μας. Με κάποιο τρόπο, πολλά απ’ τα θέματα που συζητάμε σήμερα, άπτονται εταιρικών πρακτικών. Ελλείψει καταναλωτικής κουλτούρας κι ευαισθησίας, οι εταιρείες πραγματικά δρουν με τον ελάχιστο δυνατό έλεγχο.

Άραγε ποιός είναι ο λόγος που στη χώρα αδυνατούν οι θεσμικοί εκπρόσωποι των καταναλωτών να οργανώσουν καμπάνιες ευαισθητοποίησης του κοινού σε σοβαρά καταναλωτικά θέματα; Είναι οργανωτικό το πρόβλημά τους, είναι μήπως η έλλειψη ξεκάθαρου στόχου, η πειθαναγακστική προσκόλληση σε μοντέλα του παρελθόντος; Πιθανολογώ ότι όλα αυτά συμβάλλουν στο κλίμα, αλλά ο κύριος λόγος είναι οι εξαρτήσεις που χτίζονται μέσα στις εν λόγω οργανώσεις. Όταν οι οργανώσεις αυτές για να λειτουργήσουν πρέπει να εξασφαλίσουν έσοδα, θα πρέπει να αναζητήσουν και «χορηγούς». Πρώτος χορηγός τους φαίνεται ότι είναι το ίδιο το κράτος. Αν γνωρίζαμε ποιοί ακόμα επιχορηγούν τις οργανώσεις αυτές, θα καταλαβαίναμε πολλά. Δεν υπονοώ ότι όλες οι καταναλωτικές οργανώσεις έχουν κρυφές χορηγίες, αλλά δε θα μου φαινόταν παράξενο αν αύριο μάθαινα ότι η Siemens π.χ. έδινε χρήματα και σε κάποιες απ’ αυτές. Το θέμα είναι ότι ακόμα και η φανερή επιχορήγηση του κράτους δημιουργεί προβλήματα. Πώς θα ασκήσει κριτική ή πώς θα καταφερθεί εναντίον κάποιας κρατικής επιχείρησης ή υπηρεσίας, μια οργάνωση που επιχορηγείται απ’ το κράτος; Δε θα διακινδυνεύσει έτσι να μην ξαναλάβει χρήματα;

Μ’ αυτές τις σκέψεις καταλήγω ότι θα μπορούσε το Διαδίκτυο να δημιουργήσει μια καινούργια πλατφόρμα για τη δημιουργία καταναλωτικών κινημάτων, ανεξάρτητων από το κράτος ή τις επιχειρήσεις. Πολίτες που δίνουν απ’ το περίσσευμα του χρόνου τους, που συνεισφέρουν με τις γνώσεις και τις δεξιότητές τους, προσηλώνονται σ’ ένα στόχο κάθε φορά και πιέζουν ως καταναλωτές για το συμφέρον όλων.

Το σημαντικότερο είναι ότι για πολλά καταναλωτικά θέματα παίζουμε την ίδια τη ζωή μας. Σε πολλές περιπτώσεις διακυβεύεται η ασφάλεια και η υγεία του πληθυσμού γι’ αυτό και χρειάζεται εξαιρετική προσοχή.

Υπάρχει βέβαια κι ο Συνήγορος του Καταναλωτή, μια ανεξάρτητη αρχή που θα έπρεπε να λειτουργεί πιο αποτελεσματικά, να έχει πιο γρήγορα κι ισχυρά αντανακλαστικά και να δρα προς όφελος όλων. Δυστυχώς φαίνεται να είναι μια ακόμα γραφειοκρατική υπηρεσία χωρίς εμφανή στόχο, χωρίς φαντασία, χωρίς επαφή με την κοινωνική της αποστολή. Επαναλαμβάνω, το θέμα των παράνομων διαφημιστικών πινακίδων είναι ενδεικτικό. Καμία καταναλωτική οργάνωση, καμία ανεξάρτητη αρχή δεν το ύψωσε επαρκώς στην ατζέντα, κι αν το έκανε, το έκανε ευκαριακά, συγκυριακά, για πολύ λίγο. Αυτό που χρειαζόμαστε όμως είναι συνέπεια, συνέχεια, επιμονή, υπομονή, δέσμευση και διαρκής έλεγχος, όχι εφησυχασμός. Κάτι που δύσκολα μπορεί να γίνει μεμονωμένα απ’ τον καθένα.

Σήμερα, όμως υπάρχει και κάτι αισιόδοξο, το οποίο βεβαία στην Ελλάδα ακόμα δεν έχει εμπεδωθεί ή χρησιμοποιηθεί προς αυτή την κατεύθυνση. Το Διαδίκτυο και τα Κοινωνικά Μέσα, μπορούν να συγκροτήσουν ένα πολύ πιο αποτελεσματικό, ουσιαστικό και ανεξάρτητο καταναλωτικό ρεύμα, που θα βάζει συγκεκριμένους, δίκαιους στόχους και θα αγωνίζεται μέρα με τη μέρα να τους πετύχει. Μια επιχείρηση μπορεί να χρηματίσει οργανώσεις, ελεγκτικούς μηχανισμούς, δημοσιογράφους, αλλά δε μπορεί να χρηματίσει εκατοντάδες και χιλιάδες πολίτες που διεκδικούν ορθές πρακτικές. Αυτή κατά τη γνώμη μου είναι η δύναμη των δικτύων και των ακηδεμόνευτων πολιτών. Το Διαδίκτυο είναι ένα πρώτης τάξης εργαλείο για αυτή τη δουλειά. Το Διαδίκτυο μπορεί να γίνει το Μέσο των ανεξάρτητων πολιτών.

Μέχρι σήμερα, το πιο εύκολο, αλλά τελικά κι ανούσιο, αναποτελεσματικό μέσο κυβερνοακτιβισμού, έχει αποδειχθεί ότι είναι το facebook. Εκεί, μέσω της δημιουργίας ενός group «ξεπλένονται» οι όποιες ενοχές για την απάθειά μας, και με μερικά κλικ έχουμε την ψευδαίσθηση ότι συμμετέχουμε σε κάποιο κίνημα ή σε κάποια αλλαγή. Όμως, οι αλλαγές και τα κινήματα θέλουν ενεργή παρουσία, συνέχεια, και διαρκή πίεση. Τίποτα δε γίνεται μ’ ένα μόνο κλικ, ή με μόνο μια διαμαρτυρία. Για να δημιουργήσουμε ένα άξιο και ζωντανό καταναλωτικό κίνημα, για να καλλιεργήσουμε μια πραγματική καταναλωτική κουλτούρα σ’ αυτή τη χώρα, θα πρέπει να είμαστε διαρκώς σε εγρήγορση, καθώς και να ξεκαθαρίσουμε ποιές είναι οι ευθύνες μας ως καταναλωτών. Όλα αυτά χρειάζονται προσπάθεια από πολλούς. Δεν αρκούν σε καμία περίπτωση μερικά μόνο κλικ.

Σύντομα θα επανέλθω με πιο συγκεκριμένες προτάσεις. Προς το παρόν, εξακολουθώ να υποστηρίζω ότι πρέπει να δημιουργηθεί μάθημα καταναλωτικής συνείδησης στα σχολεία και ταυτόχρονα να μη δοκιμάζω τη μπύρα FIX γιατί διαφημίζεται με παράνομα μέσα.

2 Comments

  1. Έχει πολύ πλάκα τελικά το θέμα. Σήμερα το πρωί παρακολούθησα την αρχή της πρωϊνής εκπομπής της ΝΕΤ με τον κ. Αρβανίτη και την κ. Μπιζόγλη και τους είδα να αστειεύονται με τη σύνδεσή τους στο Διαδίκτυο λέγοντας ότι μια δουλεύει και μια δε δουλεύει. Νομίζω ότι μίλησαν και για κάποιο έντομο που υποτίθεται υπάρχει μέσα στους υπολογιστές τους με αποτέλεσμα να μην κατεβαίνουν γρήγορα οι σελίδες απ’ το ίντερνετ! Κι όλα αυτά ενώ ήταν στον αέρα, στο στούντιο που είχα πάει κι εγώ πριν δύο χρόνια…κι είχα διαπιστώσει ότι η σύνδεση σερνόταν.

Σχολιο

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s