Μεγάλοι δρόμοι / Λένα Κιτσοπούλου

Η μοναξιά ως ευτυχία κι ελευθερία

Η Λένα Κιτσοπούλου, με αφορμή την έκδοση του νέου της βιβλίου με τίτλο Μεγάλοι δρόμοι από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, μιλάει για τις αντιφάσεις, τους ευνουχισμούς, το χιούμορ, την επιτυχία και πολλά άλλα.

Στο νέο σου βιβλίο, που είναι συλλογή διηγημάτων, στήνεις το σκηνικό πολλών ιστοριών σου στην επαρχία. Φαίνεται ότι υπάρχει κάτι βιωμένο εκεί. Έχεις ζήσει σε κάποιο απ’ τα μέρη που περιγράφεις;

Δεν είναι μόνο επαρχία, τα μισά είναι επαρχία, τα μισά είναι πόλη νομίζω, όπως κι εγώ είμαι με το ένα πόδι στην επαρχία και με το άλλο στην πόλη, όπως άλλωστε και οι περισσότεροι Έλληνες. Κι εγώ έχω χωριό, από τη μεριά του πατέρα μου, αλλά και ένα μικρό σπίτι στη Σαντορίνη όπου πηγαίνω τελευταία για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Έχω μεγαλώσει στην Αθήνα, αλλά έχω περάσει έντονα παιδικά και εφηβικά καλοκαίρια στο χωριό του πατέρα μου. Πάντα στις διακοπές ήθελα να κάνω παρέα με ντόπιους, όχι με Αθηναίους. Ήταν πιο προκλητικό, πιο αλήτικο, τα άτομα αυτά ήταν πιο τολμηρά και πιο αγρίμια. Η φλέβα μου πάντα χτυπούσε στην επαρχία, νιώθω κάτι οικείο μέσα στα ελληνικά λαϊκά τοπία, στα χάρτινα τραπεζομάντιλα, στα τσίπουρα και στον ήχο του μπουζουκιού, νιώθω ότι σ’ αυτά ανήκω.

Είχε πέσει η νύχτα για τα καλά, αλλά η παπαδιά δεν είχε ύπνο. Αν ήταν άντρας, θα σηκωνότανε για τσιγάρο. Αν ήτανε παιδί, θα το ’σκαγε από το παράθυρο. Αν ήτανε σκυλί, θα γάβγιζε. Αλλά ήτανε γυναίκα κι ήταν αναγκασμένη να βαριαναστενάζει.

Ένα θέμα που μοιάζει να σε απασχολεί και διατρέχει άλλοτε υπόγεια, άλλοτε πολύ φανερά, τις ιστορίες των Μεγάλων δρόμων, είναι η θέση της γυναίκας στην κοινωνική και ιδιωτική ζωή. Βλέπεις να έχει γίνει κάποια πρόοδος σ’ αυτό το θέμα ή όχι;

Σίγουρα έχει γίνει πρόοδος στην κοινωνία μας σε σχέση με την ισότητα των δύο φύλων, με τα δικαιώματα της γυναίκας κ.λπ. Το συγκεκριμένο κομμάτι αναφέρεται βέβαια σε έναν συγκεκριμένο τύπο γυναίκας, όχι γενικά στη γυναίκα. Είναι μια παπαδιά, σε μια πολύ απομονωμένη επαρχία της Ελλάδας, πριν από 25 χρόνια. Τότε που κι εγώ έκανα διακοπές στο χωριό μου, υπήρχε κόρη παπά την οποία δεν την αφήνανε να κάνει μπάνιο στη θάλασσα, ούτε να βγει μόνη της από το σπίτι. Ήταν δεκαπέντε χρονών. Καθόταν πάντα στην αυλή τους σε μια καρέκλα, ενώ εγώ στην ίδια ηλικία έκανα σούζες πάνω σε μηχανάκια. Υπάρχουν ακόμα δυστυχώς τέτοιες περιπτώσεις όπου η γυναίκα καταπιέζεται και αντιμετωπίζεται ως κατώτερο ον. Αλλά ακόμα και στις περιπτώσεις τις πιο προοδευτικές εξακολουθεί να υπάρχει μια υπόγεια κακοποίηση, ακόμα και τα μηνύματα του λάιφ στάιλ αντιμετωπίζουν τη γυναίκα υποτιμητικά με τσιτάτα του τύπου «10 τρόποι για να τον τυλίξετε» ή «τέλος στην κυτταρίτιδα» κ.λπ. Η «μοντέρνα» και «προοδευτική» αντιμετώπιση λέει ότι η γυναίκα απαγορεύεται να γεράσει. Και η σύγχρονη οικογένεια εξακολουθεί να περνάει στην κόρη το μήνυμα του να βρει έναν καλό γαμπρό, μην μείνει μόνη, γεροντοκόρη. Μπορεί δηλαδή το τσεμπέρι να έχει βγει, αλλά μόνο από το κεφάλι, στη μήτρα εξακολουθεί να υπάρχει ένα ύπουλο τσεμπέρι δεμένο καλά. Μπούργκα στις ωοθήκες. Χα χα χα.

Σ’ ένα ακόμα απ’ τα διηγήματα «της επαρχίας», κάπως απαισιόδοξο κατά τη γνώμη μου, μοιάζει να λες ότι σ’ αυτό τον χώρο δεν μένει τίποτα παρά η αγάπη, οι ιστορίες και το κενό. Τι λες εσύ; Είσαι το ίδιο απαισιόδοξη; Τι σημαίνει να είσαι μια νέα γυναίκα σήμερα στην επαρχία και τι στην πόλη;

Εννοείς το «Άνοιξη εξ αίματος» μάλλον. Εγώ είμαι από τους απαισιόδοξους που θεωρούν την απαισιοδοξία αισιόδοξη. Πιστεύω π.χ. ότι είναι πολύ λογικό να είσαι απαισιόδοξος μέσα σε ένα τρελάδικο. Στο συγκεκριμένο διήγημα ο ήρωας θα ήθελε να είναι οτιδήποτε άλλο εκτός από άνθρωπος. Αυτό το βρίσκω πολύ αισιόδοξο.

Πόσο συχνά και πότε νιώθεις «ξένη» ανάμεσα σε ξένους, όπως η ηρωίδα του διηγήματος «Στον σταθμό του Μονάχου»; Ταυτίζεσαι μαζί της; Γιατί διαλέγεις να ζεις εδώ κι όχι κάπου αλλού;

Η ηρωίδα στον «Σταθμό του Μονάχου» νιώθει πολύ οικεία με τους ανθρώπους που συναναστρέφεται μέσα στο τρένο, επειδή έχουν έναν κοινό στόχο. Τον γυρισμό. Το συγκεκριμένο διήγημα είναι αυτοβιογραφικό. Το έχω ζήσει στα δεκαεννέα μου, επιστρέφοντας από το Μόναχο, όπου είχα πάει να σπουδάσω. Θυμάμαι ότι όλα εκεί μου φαινόντουσαν πολύ ξενέρωτα, πολύ ψυχρά και οργανωμένα, τα ζευγάρια μίζερα. Κόλλαγα με κάτι εικόνες που το ζευγάρι πλήρωνε ο καθένας ξεχωριστά και στο τέλος μετράγανε τα ρέστα μην τυχόν και αδικηθεί ο ένας από τους δύο και μια φορά σε ένα ελληνικό μαγαζί όπου είχε έρθει μια Γερμανίδα στην παρέα μας ζήτησε εκείνη μία σαλάτα και ένα ανθρακούχο νερό, την ώρα που όλοι είμασταν λιωμίδια και τρώγαμε ο ένας από το πιάτο του άλλου. Ήθελα να βάλω τα κλάματα. Έφυγα ένα βράδυ, ακούγοντας Νταλάρα. Μέσα σε μία φοιτητική εστία, έτρωγα μέλι ΑΤΤΙΚΗ με παξιμάδια και βάζω το «Παραπονεμένα λόγια» του Νταλάρα. Κι εκεί είπα τέρμα. Ήταν βέβαια και η ηλικία, ήθελα να γλεντήσω με το οικείο, να το εξαντλήσω. Μετά ξαναπήγα και έμεινα έναν χειμώνα στο Βερολίνο, πριν από πέντε χρόνια. Ήταν αλλιώς, το απόλαυσα, έκανα φίλους καλούς, γλέντησα πολύ περισσότερο απ’ ό,τι εδώ. Είναι θέμα φάσης και χρονικής στιγμής. Εγώ αισθάνομαι ξένη ανάμεσα σε ανθρώπους με τους οποίους δεν έχω τίποτα το κοινό. Δηλαδή με τους περισσότερους. Και αυτό δεν έχει να κάνει με υπηκοότητες. Μπορεί να νιώθω ξένη ανάμεσα σε Έλληνες και πολύ οικεία με Τούρκους ή με Γερμανούς. Έχει να κάνει με την επικοινωνία των εγκεφάλων. Αυτή η επικοινωνία είναι η μόνη κοινή πατρίδα.

Επιλέγω να ζήσω στην Ελλάδα, γιατί η δουλειά που κάνω με βολεύει καλύτερα στη γλώσσα μου. Κι επίσης επειδή στη χώρα μου έχω μνήμες από έρωτες, από απώλειες, από φιλιά, από απελπισίες, από δρόμους και συνοικίες. Αυτές οι μνήμες είναι οι αποσκευές μου για να εκτονώνω τη δημιουργικότητά μου, είναι η γλώσσα που έχω για να παίξω ή για να γράψω. Προσπαθώ όμως όσο μπορώ να ταξιδεύω για μεγάλα χρονικά διαστήματα, μ’ αρέσει το ταξίδι, μ’ αρέσουν τα αεροδρόμια, τα πλοία, μ’ αρέσει να φεύγω, όπως επίσης θα μου άρεσε να ζω πιο κοντά στη φύση. Έχω κι εγώ το κλισέ όνειρο να φυτεύω αγγουράκια και ντομάτες, να ξυπνάω και να βλέπω γίδια και βράχια και ουρανό και ευτυχώς τα τελευταία χρόνια μπορώ και το καταφέρνω τουλάχιστον τον μισό χρόνο.

Η δουλειά σου στο θέατρο και το σινεμά δείχνει να επηρεάζει πολύ τον τρόπο που αφηγείσαι. Έχεις γράψει για το θέατρο, αλλά εδώ είναι πολύ έντονη μια πιο πεζή θεατρικότητα, πολύ συχνά ο αναγνώστης νιώθει ότι διαβάζει μια ιστορία «μικρού μήκους» ή ένα πεζό στιγμιότυπο σαν ταινία. Σ’ ενδιαφέρει κάποιο είδος μείξης των ειδών;

Είναι δύο διαφορετικά είδη αυτά. Γράφεις πολύ διαφορετικά τον λόγο που πρόκειται να μιληθεί απ’ ό,τι τον λόγο που πρόκειται να διαβαστεί. Είναι άλλη διαδικασία. Με ενδιαφέρει κάποια διηγήματα να τα κάνω θέατρο, αλλά αυτό σημαίνει ότι θα ξαναγραφτούν γι’ αυτόν τον σκοπό. Θεωρώ επιτυχία το να μπορεί κάποιος διαβάζοντάς σε να βλέπει ταινία. Είναι ένα ωραίο κοπλιμέντο αυτό που μου λες.

Απ’ τα διηγήματά σου δεν απουσιάζουν ούτε η ποιητικότητα ούτε ο λυρισμός, αλλά νομίζω ότι είναι η αγριότητα εκείνη που διαπερνά την πλειονότητά τους με τη μεγαλύτερη ένταση. Ο λόγος είναι αυτή η φράση σου Τη φρίκη καμιά φορά οι άνθρωποι θέλουν να την κοιτάζουνε ή κάτι άλλο;

Η αγριότητα είναι μέσα μου, όπως και ο κυνισμός, όπως και η αηδία που έχω γεννηθεί και υπάρχω. Αλλά όχι μόνο. Σε πολλές στιγμές μέσα στη μέρα νιώθω και ευτυχία που ζω. Νιώθω και τα δύο ταυτόχρονα. Γι’ αυτή την αντίφαση προσπαθώ να γράψω. Γι’ αυτό το αναπάντητο μεγαλειώδες ερώτημα. Να ζει κανείς ή να μην ζει; Ο λόγος λοιπόν της αγριάδας στα διηγήματά μου είμαι εγώ. Η φράση αυτή που αναφέρεις είναι απλώς μια διαπίστωση. Όταν γίνεται ένα ατύχημα στον δρόμο, όλοι σταματάνε και κοιτάζουνε σαν μαλάκες χωρίς να θέλουν να προσφέρουν βοήθεια. Κοιτάζουν μόνο για να κοιτάξουν. Τον λόγο που το κάνουν δεν τον γνωρίζω. Τρομολαγνία; Μπορεί να είναι μια φυσική ανάγκη εξοικείωσης με τον θάνατο. Δεν ξέρω.

Γιατί έδωσες στη συλλογή τον τίτλο του συγκεκριμένου διηγήματος κι όχι ενός άλλου;

Γιατί εκεί με οδήγησε το ένστικτό μου. Αυτός ο τίτλος περιέχει και την κυριολεξία και τη μεταφορά και συγχρόνως είναι απλός, δεν είναι εξυπνακίστικος, ούτε λέει κάτι σπουδαίο, μπορεί όμως να συμπεριλάβει όλα τα διηγήματα. Ο δρόμος είναι η διαδρομή του καθένα. Ο μεγάλος δρόμος είναι η σπουδαιότητα της διαδρομής του καθένα.

Στο ίδιο διήγημα είναι σαν να τραγουδάς ένα μοιρολόι, ένα ρεμπέτικο ή ένα λαϊκό σπαρακτικό τραγούδι για τον έρωτα. Θα σου κάνω λοιπόν με αφορμή αυτό μια πιο γενική ερώτηση: Γιατί γράφεις;

Για τον έρωτα γράφω. Από έρωτα. Είτε από την έλλειψή του είτε από την πίστη μου σε αυτόν.

Δείχνεις επανειλημμένως να μην έχεις καμία εμπιστοσύνη (αν όχι εσύ, οι ήρωές σου σίγουρα) στην ψυχολογία, την ψυχανάλυση, την ψυχοθεραπεία. Μοιάζει με κάποιο τρόπο να τα έχεις βάλει με τους ψυχολόγους:

Όταν παλιά του λέγανε, πέτα το παιδί σου στον Καιάδα, το πέταγε. Τώρα που του λένε, πήγαινε σε ψυχολόγους, πηγαίνει.

Την ίδια στιγμή μιλάς διαρκώς για μανάδες και πατεράδες με καταστροφικές για τα παιδιά τους συμπεριφορές. Πώς το σχολιάζεις αυτό;

Είναι τόσο άλυτα και σκοτεινά τα θέματα των ανθρώπινων εξαρτήσεων, οι αρχαίοι τραγικοί ασχολήθηκαν με αυτά τα ενδοοικογενειακά ζητήματα και στο τέλος αναγκαζόταν να κατέβει ο από μηχανής θεός για να μην γίνουν όλα μπάχαλο. Στην ουσία είπαν οι άνθρωποι ότι «παιδιά, δεν υπάρχει λύση, η αρρώστια σας θα συνεχίζεται στους αιώνες των αιώνων». Αυτό πιστεύω κι εγώ. Αν τώρα οι ψυχολόγοι και οι ψυχίατροι είχανε αποτελέσματα, ο κόσμος λογικά θα είχε φτιάξει, η ανθρώπινη αρρώστια θα γιατρευότανε. Εγώ δεν βλέπω στην τωρινή εποχή κάποια βελτίωση, βλέπω τις ίδιες ψυχικές αρρώστιες να επαναλαμβάνονται. Οπότε σε τι ωφέλησε η εποχή της ψυχανάλυσης; Επίσης πιστεύω ότι υπάρχουν πολύ καλύτεροι τρόποι να μάθεις τον εαυτό σου από το να πληρώνεις με λεφτά κάποιον για να σε ακούει. Μπορείς για παράδειγμα να ακούς εσύ τον εαυτό σου. Και μάλιστα τζάμπα. Σίγουρα όμως και η ικανότητα αυτή απαιτεί μια αυτοπεποίθηση που κάποιος πρέπει να σου την έχει χαρίσει από τα γεννοφάσκια σου. Δεν είναι εύκολο για όλους.

Πολλές καταστάσεις αντιμετωπίζονται μ’ ένα οξύ και συχνά μαύρο χιούμορ. Η ειρωνεία επίσης είναι διάχυτη, όπως κι ο σαρκασμός, σε αποσπάσματα όπως αυτό:

Εμ βέβαια, ρε μαλάκες, δεν είναι βλάκας ο Ιάσονας, ήξερε να κοιτάζεται σε καθρέφτες το παιδί, κατάλαβε ότι δεν θα πρωταγωνιστήσει ποτέ σε διαφήμιση οδοντόκρεμας ή οδοντικού νήματος, κάτι έπρεπε να κάνει κι αυτός, κάπου έπρεπε να στραφεί και στράφηκε στη λογοτεχνία᾿.

Έχεις και μια έντονη ροπή στην κωμωδία. Είναι αυτός ένας τρόπος να αντέξεις το τραγικό;

Εννοείται. Μόνο έτσι εγώ θέλω να ζω. Με μπούρδες. Να λέω αστεία. Μέσα στην τραγωδία να μπορώ να ζω την ανατροπή της.

Σε κάποιες ιστορίες υπάρχει πολύς πόνος και θυμός. Αισθάνεσαι ότι αυτά τα συναισθήματα είναι κυρίαρχα γενικότερα εδώ που ζούμε; Επιπλέον υπάρχει και μια διάχυτη γλυκόπικρη γεύση που εξάγεται απ’ τη βίωση αντιφατικών γεγονότων. Αυτή είναι η ζωή στη χώρα μας;

Η ζωή στη χώρα μας είναι η ζωή του παραλογισμού. Είναι άδικη και φασιστική, όταν στην καθημερινότητα σου συμβεί το αυτονόητο, π.χ. όταν κάποιος σου μιλήσει ευγενικά, νομίζεις πως έζησες κάποιο θαύμα. Ο κανόνας σε αυτήν τη χώρα είναι να δυσκολεύεται η ζωή σου όσο το δυνατόν περισσότερο. Φυσικά έχω και θυμό και πόνο, όχι μόνο λόγω της χώρας, αλλά και λόγω της ύπαρξής μου. Και δεν θέλω να μου φύγουν ο θυμός και ο πόνος, γιατί βασίζονται σε λόγους πραγματικούς. Δεν θέλω να γίνω γκουρού, δεν είναι του τύπου μου, θέλω να πίνω και να καπνίζω όσο αντέξω, θέλω να νταλκαδιάζω, θέλω να κάνω τη δουλειά που κάνω γιατί τη γουστάρω. Είμαι ένας αδύναμος άνθρωπος και έχω ανάγκη να στείλω σήματα μορς προς πάσα κατεύθυνση, δεν θέλω να ζήσω ήρεμη σε κάποιο μοναστήρι και να αγιάσω και να ξυπνάω με τις κότες και να ευγνωμονώ τον θεό που μου έκανε το δώρο να ζήσω.

Στον «Κατάθλα» κάνεις μια ενδιαφέρουσα αντιστροφή της πραγματικότητας.

Αν είναι δυνατόν. Τέτοια παραποίηση της πραγματικότητας, μόνο και μόνο για να στηρίξουμε μια αρρωστημένη καταθλιπτική κοινωνική δομή, αποτελούμενη από καταθλιπτικούς ψυχιάτρους, καταθλιπτικούς πολιτικούς, καταθλιπτικούς αρχιτέκτονες, καταθλιπτικούς καλλιτέχνες, καταθλιπτικούς οικογενειάρχες, που γαντζώνονται σαν τα κοράκια από κάποια τέχνη ή από κάποια επιστήμη, ή από τα ίδια τους τα παιδιά για να βαφτιστούν υγιείς, ισορροπημένοι, ευχαριστημένοι και επιτυχημένοι; Για μία σφραγίδα πάνω στην ταυτότητα, για μερικά κολυβογράμματα που λένε έγγαμος ή άγαμος ή επάγγελμα τάδε; Επάγγελμα πετυχημένος; Πετυχημένος άνθρωπος;

Για σένα τι είναι επιτυχία και τι ευτυχία; Κατά πόσο ταυτίζονται αυτές οι δύο έννοιες;

Μα είμαστε καταθλιπτικοί όλοι, μόνο και μόνο επειδή είμαστε άνθρωποι. Η κοινωνία αυτή έχει προσφέρει λύσεις και απαντήσεις σε όλα τα ερωτήματα του ανθρώπου, τη στιγμή που όλοι οι σοφοί έθεσαν ερωτήσεις, τις οποίες ως σοφοί φυσικά δεν μπόρεσαν να τις απαντήσουν. Ο Σωκράτης είπε «εν οίδα ότι ουδέν οίδα» και η κοινωνία βάζει ταμπέλες για το τι είναι σωστό και τι είναι λάθος. Τι είναι ομορφιά, τι είναι επιτυχία, τι είναι υγεία. Αυτά τα βρίσκω όλα λάθος. Τα τσιτάτα, οι ταμπέλες είναι για βλάκες. Πετυχημένος είναι κάποιος που βγάζει καλά λεφτά, κάποιος που είναι γνωστός, κάποιος που έκανε οικογένεια και δεν έμεινε στο ράφι. Ομορφιά είναι να έχεις πλαστική μύτη και σφιχτό κώλο. Αυτή είναι η κοινωνία, αυτό πλασάρει και κάνει τους ανθρώπους δυστυχείς και δούλους και ενοχικούς άμα δεν μπορούν να τα πετύχουν αυτά. Η κοινωνία μισεί τη διαφορετικότητα και την ευνουχίζει. Η ανθρώπινη κοινωνία είναι αρρωστημένη. Αυτού του είδους η επιτυχία που θέλει αυτή η αρρωστημένη κοινωνία είναι για μένα η πλήρης αποτυχία. Οι περισσότεροι άνθρωποι χάνουν τη ζωή τους κυνηγώντας μια φορεμένη ματαιότητα, η αληθινή επιτυχία είναι ίσως το να παίρνεις χαρά από ό,τι κι αν κάνεις, να μην κάνεις όνειρα, επειδή νιώθεις πλήρης στο τώρα. Να μην περιμένεις άδεια, να μην περιμένεις ένα Σαββατοκύριακο, να μην περιμένεις τη σύνταξη. Να μην περιμένεις τίποτα. Αυτό για μένα είναι επιτυχία και ευτυχία. Να είσαι παρών στο τώρα. Με όλο σου το είναι. Να ακούς και να βλέπεις.

Ξέρω ότι είναι κλισέ, αλλά θα ήθελα να μου πεις πως βλέπεις εσύ τις σχέσεις ανάμεσα στα δύο φύλα. Κάνω αυτή την ερώτηση γιατί απ’ τα διηγήματα μου έχει δημιουργηθεί περισσότερο μια εικόνα ζόφου παρά μια εικόνα γαλήνης.

Πιστεύω ότι δεν υπάρχει καμία σχέση ανάμεσα στα δύο φύλα. Είμαστε διαφορετικοί βιολογικά. Δεν μπορούμε να γίνουμε ένα. Μου φαίνονται πιο υγιείς οι σχέσεις των σκυλιών. Πιστεύω στη μυθολογία. Είναι δυστυχώς σοφή. Όταν ο Αδάμ τα έφτιαξε με την Εύα, χάθηκε ο Παράδεισος. Μπορεί όμως να υπάρξει συγγένεια ανάμεσα σε δύο ανθρώπους. Με τον πιο συγγενή σου θα μοιραστείς τη μοναξιά σου, θα τη γελάσεις τουλάχιστον. Θα σε καταλάβει και θα τον καταλάβεις, θα σκεφτείς το ίδιο πράγμα την ίδια στιγμή. Δεν σημαίνει όμως ότι με αυτόν θα ζήσεις και στο ίδιο σπίτι. Δεν είναι απαραίτητο. Το λάθος νομίζω που κάνουμε είναι ότι πάμε να σπιτώσουμε τον έρωτα, να τον δέσουμε. Μα το ωραίο του έρωτα είναι ότι δεν δεσμεύεται ποτέ, είναι φτιαγμένος για να κυνηγιέται. Είναι η αδρεναλίνη, η κινητήριος δύναμη για τη δημιουργία. Οπότε, αν θες στη ζωή σου να περπατάς λίγο πιο πάνω από το επίπεδο της γης, πρέπει να πληρώσεις το τίμημα της μοναξιάς. Δεν είναι και τόσο χάλια αυτό. Τίποτα δεν είναι χάλια. Η μοναξιά πολλές φορές είναι ευτυχία, ελευθερία.

*Το βίντεο και η συνέντευξη έγιναν από εμένα τον Νοέμβριο του 2010 για λογαριασμό των εκδόσεων Μεταίχμιο.

Σχολιο

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s