Οι γραμμωτοί κοιλιακοί του Αντώνη


Είμαστε πάνω στο κατάστρωμα ενός πλοίου. Είναι ζεστά, σχεδόν ανυπόφορα. Μαζί μας όλες οι υπαρκτές τάξεις, φυλές, ανθρωπομορφές, ομάδες και τάσεις που επιβιώνουν στη χώρα. Είναι ζεστά, σχεδόν ανυπόφορα. Τυρόπιτες, τοστ, καφέδες, σαγιονάρες, και γυαλιά με περίτεχνους πλαστικούς σκελετούς. Το πλοίο κινείται σαν να βρισκόμαστε σε λίμνη. Ο ελάχιστος αέρας που προκαλείται απ’ την κίνησή του φτάνει στα ρουθούνια μας πηχτός και ζεστός, αφού πρώτα έχει αναμιχθεί με τα καυσεάρια του φουγάρου. Είναι ζεστά, σχεδόν ανυπόφορα. Απέναντί μου μια νεαρή μητέρα με τα δύο της παιδιά και την οικιακή βοηθό απ’ τις Φιλιππίνες. Αναρωτιέμαι γιατί χρειάζεται την οικιακή βοηθό στις διακοπές της. Είναι αρτιμελής, όμορφη θα μπορούσες να την πεις, αλλά δείχνει κουρασμένη. Δίπλα της κάθεται ένα ζευγάρι ηλικιωμένων. Εκείνη κρατά στα χέρια μια μεγάλη τσάντα από διαγνωστικό κέντρο. Κάθε λίγο βγάζει κάτι ακτινογραφιες και διάφορα χαρτιά και τα δείχνει στον αμίλητο άντρα της.

Παραδίπλα ένας άνδρας μ’ ένα σκύλο σε πλαστικό διάφανο κουτί παίζει διαρκώς με το κινητό του. Συνταξιδεύει μ’ έναν άλλο άνδρα, τον φίλο του προφανώς, ο οποίος σηκώνεται κάθε λίγο απ’ τη θέση του για να τραβήξει φωτογραφίες με το τηλέφωνό του. Σε ανύποπτο χρόνο, κάτι ψιθύρησε ο ένας στο αυτί του άλλου, και αντάλλαξαν ένα πεταχτό φιλί. Η θέση ακριβώς δίπλα μου είναι κενή και την καταλαμβάνει πότε πότε ο γιος της γυναίκας απέναντι. Είναι με βία 6 χρονών. Στα πρώτα 5 λεπτά είχε πει “Μαλάκα” τη βοηθό απ’ τις Φιλιππίνες, είχε κατουρήσει στον κάδο απορριμάτων κι είχε φάει μια σφαλιάρα μπροστά στα έκπληκτα μάτια όλων μας, απ’ τη μητέρα του. Ο πατέρας άφαντος. Στα μισά του ταξιδιού, έρχεται δίπλα μου να καθίσει ένα κορίτσι γύρω στα 14 μαζί με τη μητέρα του. Μιλούν μεταξύ τους μια γλώσσα που δεν μπορώ να καταλάβω ποιά είναι. Η κοπέλα κάθεται ήσυχη και παρατηρεί.

Κάποια στιγμή, ενώ έχουμε όλοι ζαλιστεί απ’ τη ζέστη και το καυσαέριο απ’ το φουγάρο, η νεαρή βγάζει από μια τσάντα ένα περιοδικό. Κοιτάζει το εξώφυλλο, αλλά δεν προλαβαίνω να δω τον τίτλο. Το βλέμμα μου αιχμαλωτίζεται απ’ τη μορφή της πρώτης σελίδας, που είναι γεμάτη φωτογραφίες ανθρώπων με μαγιό. Είναι ένα κουτσομπολίστικο περιοδικό. Το κορίτσι δεν είναι το μόνο που έχει κάνει αυτή την επιλογή. Στη βόλτα που έκανα κάποια στιγμή πάνω στο πλοίο, μέτρησα τουλάχιστον είκοσι τέτοια περιοδικά. Μετά, σταμάτησα το μέτρημα. Η κοπέλα ξεφυλίζει το περιοδικό με σπουδή κι αφοσίωση. Διαβάζει τα μικρά κείμενα, τις λεζάντες τους τίτλους. Ξεροσταλιάζει με τις φωτογραφίες των διάσημων προσώπων. Η μητέρα της δίπλα δείχνει να μην ενδιαφέρεται καθόλου για την αναγνωστική επιλογή της κόρης της. Πότε πλέκει ένα μικρό εργόχειρο και πότε κοιμάται. Η κόρη της ρουφάει κάθε λέξη του περιοδικού και κάθε μικρή λεπτομέρεια των φωτογραφιών. Είμαι τόσο κοντά της που καταλαβαίνω ποιές λεπτομέρειες την έλκουν περισσότερο. Καλή δουλειά έχει κάνει ο photo editor, σκέφτομαι. Η κοπέλα πλησιάζει κάθε λίγο το περιοδικό κοντά στο πρόσωπό της για να δει από πιο κοντά τους κοιλιακούς ενός παρουσιαστή, τα οπίσθια μιας τηλεπαρουσιάστριας-μοντέλο, το χρώμα των νυχιών μια τραγουδίστριας.

Είναι ζεστά, σχεδόν ανυπόφορα. Έχω ξεχάσει ότι βρίσκομαι πάνω σε πλοίο, ότι ζω στην Ελλάδα, ότι γύρω μου οι άνθρωποι ζουν, έχουν προορισμούς, αδιέξοδα κι ελπίδες. Έχω επικεντρωθεί σ’ αυτό το νεαρό κορίτσι που διαβάζει με πάθος ένα κουτσομπολίστικο περιοδικό. Δεν αντιστέκομαι και της απευθύνομαι. Ρωτά πως τη λένε. Μου απαντά ευγενικά. Θέλω να μάθω γιατί διαβάζει αυτό το περιοδικό. Μου λέει: για να περάσω το χρόνο μου. Τη ρωτάω γιατί δε διαβάζει κάποιο βιβλίο, μου λέει ότι έχει ήδη διαβάσει 3 στις διακοπές της. Η μητέρα της έχει πια παρατήσει το εργόχειρο και κοιμάται κανονικότατα. Το κορίτσι καταλαβαίνει το χιούμορ μου όταν της λέω ότι οι προσωπικότητες που παρουσιάζονται σ’ αυτό το περιοδικό είναι πάρα πολύ σημαντικές και συμφωνεί. Δείχνει να μην αγνοεί ολοκληρωτικά ότι αυτό το περιοδικό έχει και κάποια άλλα μηνύματα, εκτός απ’ τα προφανή, απ’ αυτά δηλαδή που εκείνη, κι όλος ο κόσμος βλέπει με μια πρώτη ανάγνωση. Αλλά όλα αυτά βρίσκονται μάλλον μόνο στη σφαίρα της υποψίας της. Λέω στο κορίτσι ότι αυτού του είδους τα περιοδικά δεν κάνουν άλλο απ’ το να δημιουργούν συνθήκες ταξικής ζήλειας ή ακόμα και μίσους. Ότι οι διάσημοι που φωτογραφίζονται εκεί, γνωρίζουν ή και προκαλούν αυτές τις φωτογραφίσεις, ότι είναι μέρος ενός παιχνιδιού. Ότι σ’ αυτό το παιχνίδι είναι σημαντικό να υπάρχουν άνθρωποι που αγοράζουν αυτά τα περιοδικά. Ότι υπάρχει μια φυσιολογική ανάγκη, η ανάγκη να μάθεις πως ζουν οι επιτυχημένοι, κι ότι τα έντυπα αυτά πατούν σ’ αυτή την ανάγκη για να πουλήσουν αυταπάτες. Ότι οι ζωές των διασήμων δεν είναι αυτό που παρουσιάζουν τα περιοδικά με τα κουτσομπολιά τους. Ότι το χρώμα του μαγιό, οι γραμμωτοί κοιλιακοί, οι γάμοι, τα φλερτ κι όλα τα συμβάντα που περιγράφονται εκεί μέσα είναι μια λειψή και σίγουρα πλαστή όψη της πραγματικότητας. Ότι ουσιαστικά όλο αυτό είναι ένα μεγάλο ψέμα. Η έφηβη με κοιτάζει σχεδόν έντρομη. Το βλέμμα της μου μαρτυρά ότι θα μπορούσα να την πείσω κιόλας. Περνά μια στιγμή αμηχανίας, καθώς καταλαβαίνω ότι το έχω παρακάνει. Το κορίτσι γυρίζει στην επόμενη σελίδα. Κοιτάζει τη φωτογραφία ενός άνδρα με μαγιό να παίζει ρακέτες στην παραλία. Ο τίτλος πάνω απ’ το κείμενο και τη φωτογραφία αναφέρει: “ο Αντώνης Παγάκης στην παραλία”. Παγώνει. Είναι ζεστά, σχεδόν ανυπόφορα. Στρέφεται απότομα προς την πλευρά μου και με κοιτάζει. Επιστρέφει γρήγορα στη σελίδα της και ξανά σε ‘μένα. Προσπαθεί να ψελίσει: “συγ… συγγνώμη, αυτός δεν είστε εσείς;” με ρωτά. “Θα μπορούσα” της απαντάω, “αλλά όπως σου είπα, όλα εδώ μέσα είναι ένα μεγάλο ψέμα”.

Σχολιο

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s