Το παραλήρημα ως μανιέρα δημόσιου λόγου

Ζούμε σε παραληρηματικούς καιρούς. Η παρατεταμένη προεκλογική περίοδος, μαζί με την οικονομική κρίση και τα πολιτικά αδιέξοδα, ανέδειξαν ένα είδος λόγου που τα τελευταία χρόνια γινόταν όλο και πιο δημοφιλές στην χώρα. Τώρα μοιάζει να έχει συστηματοποιηθεί, να έχει γίνει μανιέρα. Οι ανεβασμένοι τόνοι, τα ουρλιαχτά, τα άδεια βλέμματα στις κάμερες, οι σκηνές αλλοφροσύνης, οι αφοριστικοί μονόλογοι, όλα δείχνουν ότι ο πολιτικός λόγος έχει περάσει σε μια παραληρηματική φάση. Γι’ αυτό και η φράση πολιτικός πολιτισμός ακούγεται πια μόνο ευφημιστικά. Φαίνεται ότι πρέπει να περάσουμε απ’ αυτή την “απολίτιστη” κι άκρως νοσηρή φάση, για να ξαναβρούμε την αξία του δομημένου διαλόγου, της αντιπαράθεσης επιχειρημάτων και της σύνθεσής τους σ’ ένα κοινό αφήγημα. Θα πάρει καιρό αυτό και θα είναι όπως φαίνεται πολύ επώδυνο.

Ο πολιτικός λόγος, ο δημόσιος λόγος, αλλά κι ο λόγος της καθημερινότητας αποκτά ολοένα και περισσότερο χαρακτηριστικά παραληρηματικού λόγου. Ο άνθρωπος που βρίσκεται σε παραλήρημα δεν ακούει τον άλλον, δεν επικοινωνεί, δεν περιμένει απάντηση. Ο παραληρών δε συμμετέχει σε διάλογο, είναι ένας άνθρωπος που έχει χάσει την υπομονή του, που δυσκολεύεται να δείξει ανοχή στον άλλον ή στο διαφορετικό. Το παραλήρημά του είναι ένας καταγγελτικός μονόλογος που “τα ξέρει όλα”. Τώρα που σας μιλώ, εγώ ο ίδιος παραληρώ. Το παραλήρημα είναι το κατεξοχήν σύμπτωμα ενός απελπισμένου ανθρώπου. Η διάχυτη απελπισία αντανακλάται στον παραληρηματικό λόγο των ανθρώπων που δε βρίσκουν άλλο τρόπο να παρέμβουν στη ροή των πραγμάτων. Όταν νιώθεις ότι δεν ακούγεσαι, ότι δε σε λαμβάνουν υπόψη τους, ότι δεν έχεις επιλογές, ότι είσαι χαμένος, παραληρείς. Είναι μια απέλπιδα προσπάθεια να πεις «είμαι κι εγώ εδώ». Παραληρείς με κάθε τρόπο προκειμένου να κάνεις αισθητή την παρουσία σου. Γνωρίζοντας ότι δεν υπάρχει περίπτωση να ακουστείς καταφεύγεις στο παραλήρημα για να επαναλάβεις όσα σε απασχολούν. Το παραλήρημα λειτουργεί σαν ένας συνδετικός κρίκος του εαυτού. Είναι μια νευρωτική ή και ψυχωσική μερικές φορές αντίδραση, αλλά είναι αδύνατο να αποφευχθεί, όταν υπάρχει απόλυτη αίσθηση ανημπόριας, τρόμου, πανικού. Επαναλαμβάνοντας τα ίδια και τα ίδια λόγια, κορυφώνοντας την ένταση, ακόμα και βγαίνοντας εκτός εαυτού, οι παραληρούντες νιώθουν ότι η ύπαρξή τους έχει κάποιο νόημα, ότι μπορούν να συνεχίσουν να ζουν όπως και πριν.

Ο θρίαμβος της ασυναρτησίας, του παραμιλητού, των ακατάσχετων μονολόγων, της λογόρροιας, η απώλεια προσανατολισμού, ο αμοραλισμός, η αδυναμία προσαρμογής στο περιβάλλον, οι ψευδαισθήσεις, οι βίαιες συμπεριφορές, οι μεγαλομανίες, οι στοχοποιήσεις, το ατέρμονο ανορθολογικό μουρμουρητό γίνονται σήμερα κυρίαρχες εκφράσεις της διάχυτης νοσηρότητας. Το παραλήρημα μάς πάει πολύ γιατί αδυνατούμε να συλλάβουμε σφαιρικά όσα μάς συμβαίνουν, γιατί φοβούμαστε τις αλλαγές, γιατί διστάζουμε να γίνουμε η λύση των προβλημάτων. Προσφεύγουμε στο καταφύγιο του παραληρήματος για να αμυνθούμε και για να επιτεθούμε. Ο παραληρών έχει πάντα θανάσιμους εχθρούς. Το παραλήρημα, ο παραληρηματικός λόγος καταρρίπτει κάθε έννοια διαλόγου, κάθε πλαίσιο ανταλλαγής απόψεων και συγκροτημένης συζήτησης. Το παραλήρημα συμπυκνώνει το νόημα του κόσμου σε ασφυκτικά διλήμματα. Αναγάγει τα ζητήματα σε απόλυτες έννοιες ζωής και θανάτου. Είναι ένας αυτοματισμός του πανικού. Το παραλήρημα δεν οδηγεί σε συνθέσεις, δεν εμπλουτίζει τον άνθρωπο, δεν τον οδηγεί στην αμφιβολία, ούτε και στην ουσιαστική επαφή με τον άλλον. Το παραλήρημα κάνει το υποκείμενο να νιώθει ασφαλές, το επιβεβαιώνει, και του επαληθεύει αυτόματα την ύπαρξη. Δεν υπάρχει καμία διακυνδύνευση μέσα στο παραλήρημα. Καμία ρωγμή μέσα απ’ την οποία θα μπουν αχτίδες άλλων απόψεων, άλλων εμπειριών, άλλων ανθρώπων. Μόνο παράπονο, μίσος, δογματισμός κι εγωπάθεια τραυματισμένων υποκειμένων. Κι εκεί που θα έπρεπε να βοηθάμε τους παραληρούντες να συνειδητοποιήσουν το παραλήρημά τους, εμείς τους επικροτούμε ζητώντας τους να παραληρούν ακόμα περισσότερο. Φτάνουμε ως το σημείο να τους μιμηθούμε, βλέποντας ότι το παραλήρημα “πουλάει”.

Ως καλλιτεχνική φόρμα το παραλήρημα έχει τεράστια δύναμη. Εκπληκτικά έργα τέχνης είναι απότοκα παραληρημάτων. Οι καλλιτέχνες είναι τα κατεξοχήν παραληρηματικά άτομα. Έχουν το δικαίωμα να είναι έτσι, γιατί μέσω του παραληρήματος μάς αποκαλύπτουν τις σκοτεινές περιοχές του νου και της προσωπικότητας, μέσα απ’ το πρίσμα της τέχνης. Ως φόρμα δημόσιου λόγου και διαλόγου όμως, το παραλήρημα παραπέμπει στον ολοκληρωτισμό. Όλοι οι “μεγάλοι” λαοπλάνοι ηγέτες ήταν κι είναι παραληρηματικές προσωπικότητες. Μιλούν ακατάσχετα και παθιασμένα. Ξέρουν ότι οι ακροατές τους θα ταυτιστούν μαζί τους. Ξέρουν ότι το παραλήρημα αφοπλίζει και καθηλώνει. Δεν προσαρμόζονται στον κόσμο μας, θέλουν να προσαρμόσουν τον κόσμο στον εαυτό τους. Και το αποτέλεσμα είναι πάντα καταστροφικό. Ο ηγέτης δεν έχει δικαίωμα να κάνει τέχνη και πειράματα με τους πολίτες, με την κοινωνία. Ο ηγέτης πρέπει να εμπνέει, να βοηθά και να προσφέρει λύσεις στους πολίτες. Το παραλήρημα έχει έναν εκτονωτικό χαρακτήρα σίγουρα, αλλά προωθεί μόνο παραληρηματικές λύσεις, πρόχειρες, βίαιες, επιφανειακές, παρορμητικές, σπασμωδικές. Το παραλήρημα ως μια επικοινωνιακή πλέον τακτική έχει συστηματοποιηθεί για να μάς καθηλώνει, για να ακυρώνει το διάλογο και τα άλλα επιχειρήματα. Για αρχή ίσως θα ήταν καλό όταν σε κάποιο δημόσιο διάλογο ακούμε ένα παραλήρημα να αποστασιοποιούμαστε. Αν θέλουμε να εξυγιάνουμε το δημόσιο λόγο, θα πρέπει να συνομιλήσουμε χωρίς να παραληρούμε. Τέλος του παραληρήματος 🙂

Σχολιο

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s