Ο φασισμός μέσα κι έξω μας

Τις τελευταίες ημέρες με αφορμή τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα γίνεται στην κοινωνία ένας ευρύς διάλογος σχετικά με τις ρίζες του νεοναζιστικού φαινομένου. Ακούγονται πολλά κι ενδιαφέροντα γύρω μας, στα οποία αξίζει όντως να σταθούμε. Ωστόσο, υπάρχει μια πτυχή που συνδέεται με την ειλικρινή αποδοχή ενός πασίδηλου γεγονότος που μάς πονάει όλους. Στη χώρα μας ο αυταρχισμός, η έλλειψη ορίων, ο τσαμπουκάς, η διγλωσσία, η αδιαφορία και το μίσος για τον άλλον ήταν κι εξακολουθεί σε πολλές περιπτώσεις να είναι ένας κοινός τόπος. Η αδυναμία μας να συνάψουμε ένα ειρηνικό και δίκαιο συμβόλαιο συμβίωσης, η πεισματική μας άρνηση να αποδεχτούμε κοινούς εφαρμόσιμους κανόνες, η έλλειψη κριτηρίων, η ευνοιοκρατία, η αναξιοκρατία, η αδιαφάνεια, μας υποχρεώνει σήμερα να στεκόμαστε μπροστά στην πλέον αποτρόπαιη εκδοχή αυτής της στάσης: στο ναζισμό. Ο ναζισμός είναι μια αποτρόπαιη ιστορική περίοδος στην οποία κυριάρχισε το ψέμα, το μίσος, η ανελευθερία, ο αυταρχισμός κι η βία. Στο Άουσβιτς η τρέλα του ναζιστικού καθεστώτος έφτασε να υιοθετήσει τη φρικιαστική τελική λύση, που οδήγησε στο Ολοκαύτωμα, δηλαδή στην εξόντωση 6 εκατομμυρίων Εβραίων και πολλών εκατομμυρίων άλλων.

Ο νεοναζισμός είναι ένα τρομερό πισωγύρισμα. Δεν πρόεκυψε όμως από παρθενογένεση. Ο φασισμός ενυπήρχε κι ενυπάρχει μέσα μας -όπως είπε κι ο ποιητής Γιάννης Αγγελάκας. Οι περισσότεροι από εμάς, σε πολλές εκφάνσεις της ζωής, συμπεριφερόμασταν ή σκεφτόμαστε σαν ναζί. Κάποιοι έδερναν τα παιδιά τους, άλλοι εκβίαζαν υπαλλήλους ή συναδέλφους τους, άλλοι έκλεβαν συνειδητά το κράτος χωρίς να δίνουν λογαριασμό στον οποιονδήποτε, άλλοι συμπεριφέρονταν εντελώς ανεύθυνα, άλλοι επέβαλλαν το δικό τους δίκιο σε βάρος του κοινωνικού συνόλου, άλλοι έκαναν ό,τι τους κατέβαινε στο κεφάλι γιατί είχαν δύναμη, δόντι ή θράσος. Τί να πρωτοπείς. Κάποιοι νοσταλγούν πραξικοπήματα, το κίνημα της 4ης Αυγούστου, κι αδυνατούν να αποδιώξουν τα φαστιστικά τους γονίδια.

Ο ναζισμός είναι συνυφασμένος με τον αμοραλισμό και τον κυνισμό γιατί αναγνωρίζει μόνο μια αρχή, εκείνη της ωμής δύναμης και της επιβολής. Όποιος έχει την εξουσία, έχει τον απόλυτο έλεγχο και δεν υπόκειται σε κανενός είδους έλεγχο απ’ τους πολίτες. Πάνω απ’ όλα είναι ο αρχηγός, η οργάνωση, και η ιδέα. Οι δημοκρατίες που έχουμε γνωρίσει κατά τη διάρκεια της Μεταπολίτευσης δεν έχουν αναλογία μ’ αυτό το καθεστώς. Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι δημοκρατίες μας ήταν άγιες. Ίσα ίσα. Η Μεταπολίτευση γέννησε και γαλούχησε μια προβληματική κοσμοαντίληψη. Τώρα, σε καθεστώς έκτακτης ανάγκης βλέπουμε τις ιδιωτικές βίαιες συμπεριφορές να γίνονται δημόσιες, να νομιμοποιούνται και να γίνονται ένας μίνι κανόνας.

Ο ανεύθυνος άνθρωπος που δεν αντέχει τη διαφορετικότητα, που θέλει με τη βία να επιβάλλει την άποψή του, ο άνθρωπος που βιαιοπραγεί, που ψεύδεται ασύστολα, που μειώνει διαρκώς την αξία της ανθρώπινης ζωής στο όνομα της ιδεολογίας του είναι επικίνδυνος για τη δημοκρατία και για όλους μας. Είναι ένας κανονικότατος δημόσιος κίνδυνος. Δημόσιοι κίνδυνοι είμασταν, κι εξακολουθούμε να είμαστε όλοι όταν βρισκόμαστε στο οδικό δίκτυο.

Το ότι είμαστε επί μακρόν στις πρώτες θέσεις ευρωπαϊκών χωρών με τους περισσότερους νεκρούς από τροχαία δε μάς λέει τίποτα; Το ότι μετρούμε καθημερινά νεκρούς εξαιτίας παραβιάσεων του κόκκινου, από οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ, από απόσπαση της προσοχής, από ανθρώπους που έχουν πληρώσει για να πάρουν το δίπλωμά τους, δε μας λέει τίποτα; Πόσο ανόητοι είμαστε θεωρώντας αυτό το γεγονός αποτέλεσμα της κακής μας τύχης; Γιατί δε μπορούμε να πούμε ότι δε φταίει ούτε ο θεός, ούτε ο ξένος δαχτύλος, ούτε ο καπιταλισμός για τα τροχαία; Είναι τόσο δύσκολο να παραδεχτούμε ότι τα τροχαία συμβαίνουν γιατί δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε για τα αυτονόητα; Προφανώς είναι πολύ δύσκολο γιατί χρειάζεται ταυτόχρονα να αποδεχτούμε συλλογικά αυτό που βλέπουμε σήμερα να συμβαίνει με τους φιλοναζιστές. Έχουμε γίνει ένας λαός μνησίκακων κι ανεύθυνων κι αδιάφορων τεράτων. Μέχρι να χτυπήσει το κακό την πόρτα μας κάνουμε σαν να μη συμβαίνει κάτι. Κι όταν ακούσουμε τους πρώτους κτύπους διαμαρτυρόμαστε σα μικρά παιδιά.

Δεν ισχυρίζομαι ότι είμαστε όλοι νεοναζί ή φασίστες. Ισχυρίζομαι ότι δε θέλουμε να συγκροτήσουμε κοινωνία, όπως δε θέλουν κι οι φασίστες, πράγμα που μας κάνει, αν μου επιτρέπετε, κρυφοφασίστες. Η κοινωνία, για να υπάρχει χρειάζεται εμπιστοσύνη μεταξύ των μελών της. Όλα τα κράτη που ευημερούν ευνοούν τη συνεργασία και την εμπιστοσύνη μεταξύ των πολιτών τους. Η ειρήνη μεταξύ όλων μας δε μπορεί να βασίζεται στο φόβο του άλλου. Εμείς σκοτωνόμαστε στους δρόμους κανονικότατα, σαν να μην τρέχει τίποτα. Βαθιά μέσα μας φοβόμαστε τους πάντες όταν βγαίνουν στους δρόμους. Η έλλειψη εμπιστοσύνης είναι καθολική. Έχει πια καταντήσει να μοιάζει φυσιολογικό να σκοτώνεται ένας άνθρωπος από έναν άλλο άνθρωπο, γιατί ο τελευταίος φρόντισε πριν οδηγήσει να έχει πιεί ένα μπουκάλι ουίσκι.

Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι λύνουμε με τη βία τις διαφορές μας στο δρόμο. Είναι τόσοι οι νεκροί από τροχαία που θα στήριζαν μια τέτοια πρόταση. Θα μπορούσε λοιπόν κάποιος να πει ότι η μεγάλη Διαφορά μεταξύ μας, η έλλειψη κατανόησης κι ανοχής του άλλου, λύνεται μέσω των τροχαίων. Έτσι αποτυπώνεται το ελληνικό πρόβλημα στο δημόσιο χώρο και στο δρόμο. Όλοι εναντίον όλων, κι απροθυμία να βρούμε κοινά αποδεκτές λύσεις, γιατί καθένας θεωρεί ότι η λύση του είναι πιο σωστή απ’ του άλλου. Τέλος, κανένας σεβασμός απέναντι στον άλλον. Η οδική μας κουλτούρα καθρεφτίζει ανάγλυφα την απάνθρωπη και χωρίς όρια φύση μας. Είναι καιρός να αλλάξουμε. Και να ξεκινήσουμε από μικρές αλλαγές, εστιάζοντας σε προβλήματα που απαιτούν τη συνεργασία. Τί λέτε;

Σχολιο

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s