Mια περιπετειώδης ενηλικίωση

Όπως έγραψα και προχθές, το πρώτο μου μυθιστόρημα ξεκίνησε να γράφεται στην εφηβεία μου κι ολοκληρώθηκε λίγο πριν τα 40 μου. Κατασκεύασα αυτό το βιβλίο καθώς ενηλικιωνόμουν, καθώς σμιλευόμουν για να γίνω αυτό που είμαι τώρα, και σαν αποτέλεσμα επηρέασα και το ίδιο το θέμα μου: τελικά έγραψα ένα μυθιστόρημα ενηλικίωσης.

Το βιβλίο περιέχει πολλές αφηγήσεις, αλλά μια απ’ τις πλέον κεντρικές, κινείται γύρω απ’ την ενηλικίωση, την ωρίμανση, το μεγάλωμα. Είναι ένα θέμα που με έθελγε σε όλη τη διάρκεια των νεανικών μου χρόνων, αλλά και ύστερα. Διάβασα πολλά μυθιστορήματα με αυτό το θέμα και ταυτίστηκα με πλήθος ηρώων που προσπαθούσαν μαζί μου να διαμορφωθούν, να διαφοροποιηθούν και να αυτονομηθούν.

Bildungsroman

Το μυθιστόρημα ενηλικίωσης έκανε για πρώτη φορά την εμφάνισή του το 18ο αιώνα στη Γερμανία. Είμαι βέβαιος ότι ιστορίες ενηλικίωσης, μύησης στη ζωή, στις δυσκολίες και στο μεγαλείο της, υπήρχαν ανέκαθεν. Κάθε γενιά που αναλαμβάνει να καθοδηγήσει τις νεότερες γενιές χρησιμοποιεί αφηγήσεις για να δείξει τους δρόμους, τις κακοτοπιές, τα ξέφωτα και κάθε γενιά που θέλει να καταλάβει τον εαυτό της και να κατανοήσει τον κόσμο, χρησιμοποιεί τις ιστορίες ενηλικίωσης προκειμένου να σταθεί στα πόδια της.

Το μυθιστόρημα ενηλικίωσης είναι μια μάλλον επικίνδυνη υπόθεση, γιατί χαρακτηρίζεται απ’ την αβεβαιότητα, την επισφάλεια, την αστάθεια του άμορφου και προκλητικού “εγώ”. Ο αναγνώστης παρακολουθεί έναν νέο άνθρωπο να αγωνίζεται να υπάρξει με το δικό του τρόπο, ενάντια σε όλους και σε όλα, μα κυρίως ενάντια στον παιδικό του, ανώριμο εαυτό. Θα τα καταφέρει;

Στη ‘μεγάλη εικόνα’ επιχειρώ αυτό ακριβώς: να φωτίσω το δρόμο ενός νέου ανθρώπου να σταθεί στον κόσμο και να πει “αυτός είμαι”. Στο δικό μου δρόμο, αλλά και στο δρόμο του μυθιστορήματος, είχα πολλούς συνοδοιπόρους. Ένας απ’ τους πιο σημαντινούς ήταν ο πορτογάλος ποιητής Φερνάντο Πεσσόα.

Φερνάντο Πεσσόα

Θυμάμαι ακόμα τη μέρα που ο φίλος μου ο Φάνης, στο λύκειο, μου πρότεινε να διαβάσω το “βιβλίο της ανησυχίας”, του Φερνάντο Πεσσόα. Ήταν ένα μικρό μπλε βιβλιαράκι απ’ τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια. Το διάβασα με απληστία, και το επανέλαβα ξανά και ξανά. Έβαλα αποσπάσματά του σε άρθρα μου, μίλησα γι’ αυτό σε φίλους. Ο Πεσσόα μπήκε γρήγορα στη λίστα των αγαπημένων μου συγγραφέων για δύο λόγους.

Ο πρώτος λόγος ήταν η προσωπική του ιστορία. Κατά τη διάρκεια της ζωής του ο Πεσσόα, δημοσίευσε ελάχιστα ποιήματα και μερικές μεταφράσεις. Όταν πέθανε, ανακάλυψαν στο σπίτι του ένα μπαούλο γεμάτο 27.453 χειρόγραφα, τα οποία μέχρι σήμερα μελετούν οι φιλόλογοι.

Ο συγγραφέας που αναγνωρίζεται μετά θάνατο, ο συγγραφέας που κρατά το έργο του κρυμμένο σ’ ένα μπαούλο κι εργάζεται σε μια δουλειά γραφείου, ο συγγραφέας που μεγαλουργεί χωρίς κανείς να το γνωρίζει, στοιχειώνει τη σκέψη μου επί μακρόν.

Στη νεανική ψυχή μου, ο Φερνάντο Πεσσόα είναι το σύμβολο του αδικημένου συγγραφέα, του καταδικασμένου στην αφάνεια καλλιτέχνη, που έστω μετά το θάνατό του δικαιώνεται και γίνεται ο εθνικός ποιητής των Πορτογάλλων.

Το παράδειγμά του όμως δε θέλω να το ακολουθήσω. Ο Πεσσόα με σπρώχνει να εκτεθώ, να προσπαθήσω, να δημοσιεύσω και να κριθώ. Να γίνω συγγραφέας.

Ο δεύτερος λόγος που με κάνει να συνδεθώ με τον μεγάλο Πορτογάλο, είναι το παιχνίδι του με τα προσωπεία. Ο Πεσσόα επιλέγει να επινοήσει ένα πλήθος “ετερώνυμων” συγγραφέων, να γράφει σαν είναι ο Αλμπέρτο Κάιερο, ο Αλβάρο ΔεΚάμπος, ο Ρικάρντο Ρέις κ.α.. Νομίζω ότι έχουν μετρηθεί παραπάνω από 72 διαφορετικές προσωπικότητες.

Ο Πεσσόα είναι ζωντανός στο πρώτο μου μυθιστόρημα. Το μπαούλο του βρίσκεται σε περίοπτη θέση μέσα στην αφήγησή μου, όπως επίσης κι οι ετερώνυμοί μου.

Ο Φερνάντο Πεσσόα είναι ο άνθρωπος εκείνος που μου έδωσε τη σπρωξιά για να εκτεθώ, να μεγαλώσω, και να γίνω συγγραφέας. Ο Φερνάντο Πεσσόα με βοήθησε να σωθώ.

Βιβλιοφιλία

Λέω συχνά ότι τα βιβλία μού έσωσαν τη ζωή. Όταν σε μικρή ηλικία έχασα τον πατέρα μου, είχα ανάγκη από ένα καταφύγιο, από έναν χώρο που θα μου πρόσφερε θαλπωρή και ζεστασιά. Είχα επίσης ανάγκη καθοδήγησης. Για καλή μου τύχη στράφηκα γρήγορα στον κόσμο των βιβλίων και της λογοτεχνίας, κατορθώνοντας έτσι να απαλύνω κάπως τον πόνο μου και να πλουτίσω ψυχικά. Άρχισα να διαβάζω άπληστα, καθημερινά, να ταξιδεύω και να ονειροπολώ, να χάνομαι σε αφηγήσεις και ιδέες, και να νιώθω λιγότερο μόνος, λιγότερο απελπισμένος, λιγότερο χαμένος. Έτσι ανέπτυξα μια σταθερή σχέση με την ανάγνωση που δε διαταράχθηκε ποτέ.

Γι’ αυτό, δεν είναι διόλου παράξενο που στο πρώτο μου μυθιστόρημα, περιέχονται πολλά βιβλία. Απ’ το δικό μου μυθιστόρημα ενηλικίωσης δε θα μπορούσαν να λείπουν τα βιβλία, καθώς τα βιβλία ήταν τα κατεξοχήν εργαλεία της ενηλικίωσής μου. Το μυθιστόρημά μου βρίθει αναγνωστικών αναφορών, και χωρίς να είναι ακριβώς ένα βιβλιοφιλικό πεζό, διεκδικεί, τουλάχιστον στη δική μου συνείδηση, μια θέση ανάμεσα στα βιβλία που υμνούν τα βιβλία.

Τα βιβλία κι οι συγγραφείς, η διαδικασία της συγγραφής, οι μυθοπλαστικές πρακτικές, διαπερνούν ολόκληρο το μυθιστόρημα, και το κάνουν ένα σχόλιο στη μεγάλη αγάπη μου για τα βιβλία, την ανάγνωση και τη συγγραφή. Είναι η δική μου συμβολή στη βιβλιοφιλία. Ένα εκτενές σχόλιο για τη δύναμη των αφηγήσεων. Καθώς πιστεύω ότι τα βιβλία είναι θεραπευτικά, είναι οδοδείκτες, κι οχήματα για να πετάξεις, παραδίδω τώρα στους αναγνώστες ένα βιβλίο που προωθεί άλλα βιβλία και συγγραφείς, ένα βιβλίο που ίσως μπορεί να εμπνεύσει και να βοηθήσει κι άλλους ανθρώπους στη δική τους ενηλικίωση.

Γιατί γράφω

Είναι ένα απ’ αυτά τα θεμελιώδη ερωτήματα που αποφεύγεις να απαντήσεις μονολεκτικά. Γιατί γράφεις; Γράφω για να θέσω ερωτήματα, για να αποπειραθώ να δώσω απαντήσεις, για να προκαλέσω συζητήσεις; Γιατί γράφω;

Θυμάμαι μια συνέντευξη ενός δημιουργού που διάβασα πριν από χρόνια. Γράφω για να εκδικηθώ τους γύρω μου, έλεγε. Εννοούσε τον περιπτερά του που υμνούσε το φασισμό, το γείτονα που έδερνε τη γυναίκα του, την κυρία που του μιλούσε απαξιωτικά σε μια δημόσια υπηρεσία. Ο δημιουργός εκείνος έβαλε στο έργο του έναν εκδικητή και τους σκότωνε όλους αυτούς. Προφανώς, θα ήταν πολύ ικανοποιημένος κάθε φορά που τελείωνε ένα έργο του. Αν και δεν παρακολούθησα από τότε το έργο του, πιθανότατα θα έχει αφανίσει το μισό πληθυσμό της χώρας, τουλάχιστον στα χαρτιά του.

Απ’ την πλευρά μου δε θέλω να πάρω εκδίκηση. Όχι ότι δεν το έχω νιώσει. Το γράψιμο είναι ένας ωραιότατος τρόπος να εκφράσεις όλα όσα διστάζεις, ντρέπεσαι ή φοβάσαι να πεις ή να κάνεις στη ζωή σου. Επινοείς μερικούς χαρακτήρες και παίρνεις την εκδίκησή σου χωρίς κανένα κόστος. Σίγουρα; Μ’ αυτό τον τρόπο μπορεί να θεραπεύεσαι εσύ ως δημιουργός, αλλά οι αποδέκτες του έργου σου αρρωσταίνουν. Οδηγούνται στο συμπέρασμα ότι μόνο έτσι προχωρά ο κόσμος: παίρνοντας εκδίκηση. Το να συμφιλιωθείς με τον άλλον, δηλαδή με τον εαυτό σου είναι το πιο δύσκολο. Και το πιο ενδιαφέρον προσθέτω.

Γράφω λοιπόν για να συμφιωλιώσω και να συμφιλιωθώ. Γράφω για να εκφράσω το βαθύτερο χάσμα και να επινοήσω γέφυρες υπέρβασής του. Γράφω για να με γνωρίσω και να με συστήσω. Γράφω για να ωριμάσω και να ολοκληρωθώ. Γράφω για να επικοινωνήσω με αυτό που δε γνωρίζω.

 

Το μυθιστόρημά μου «Η μεγάλη εικόνα» κυκλοφορεί στις 12 Νοεμβρίου απ’ τις Εκδόσεις Διόπτρα.

big_pic_002

Σχολιο

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s