iPhone App

Dear Apple,

I live in a country where, as you may not know, road accidents are an everyday phenomena. The situation of our roads resembles a civil war, with thousands of victims every year. More than 1.500 people die on the asphalt each year, and many more are severely injured. We are, along with Romania, the first in fatalities in Europe. The main causes of death on the road are speed, distractions, lack of education, poor infrastructure, and corruption.

As you are one of the leading companies in technology worldwide, I would expect you to help us, the citizens and consumers of your products, to fight smartly against the problem. Instead, you‘ve recently become an additional obstacle to the solution, by providing the means to bypass the law. We call road accidents ‘road crimes’ because many them can be prevented, because there are people responcible for them.

Searching on my iPhone yesterday, I realized that you sell several (I counted 7) applications to users, which detect, through the GPS, police speed cameras. That is, the driver downloads the application and knows where he could be caught, red-handed by the police, driving over the speed limits. Isn’t that illegal? Informing the drivers about the speed control?

Speed cameras are supposed to prevent accidents, and that’s why they should be secret. You could have used your elegant technology to inform drivers about dangerous roads, but instead you use it to tell them where they can drive off limits… Why?

I suggest that you immediately kill those applications. I can become more persuasive by introducing you to dozens of families who lost children, mothers, fathers, daughters, sisters, brothers and sons… due to lack of road safety and speed.

Η συνείδηση σας καλεί. Πηγή: WiredΣ’ ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο του στο περιοδικό Wired (που πρέπει κατά τη γνώμη μου να διαβαστεί προσεκτικά), ο μπλόγκερ Joel Johnson προσπάθησε να επαναφέρει στην κουβέντα ένα πάρα πολύ ενδιαφέρον θέμα στο προσκήνιο. Ταξίδεψε μέχρι την Κίνα, στο εργαστήριο του πλανήτη, εκεί που συναρμολογούνται τα ακριβά μας γκάτζετ, και πιο συγκεκριμένα σ’ ένα εργοστάστιο της εταιρείας Foxconn (η οποία έχει 1 εκατομμύριο υπαλλήλους) για να πάρει απαντήσεις σχετικά με τις αυτοκτονίες 17 υπαλλήλων το τελευταίο διάστημα. Όσοι θα διαβάσετε το άρθρο δε χρειάζεστε ειδική διαμεσολάβηση, έτσι κι αλλιώς ο σκοπός αυτής της ανάρτησης δεν είναι να μεταφράσω το κείμενο. Εδω θέλω απλά να αποκωδικοποιήσω λίγο το μείζον διακύβευμα του κειμένου και να πω τη γνώμη μου.

Πρώτα απ’ όλα, ο αρθρογράφος, έκανε τη δουλειά του δημοσιογράφου, αλλά το γεγονός ότι πήγε συνοδευόμενος από άτομο των Δημοσίων Σχέσεων και Στελέχη της εταιρείας, δεν του άφησε μεγάλο περιθώριο ελιγμών. Ωστόσο, ακόμα κι έτσι, κάποια πράγματα του ήταν ορατά. Τα δίχτυα που τοποθετήθηκαν, μετά τις 17 αυτοκτονίες υπαλλήλων, μιλούν από μόνα τους. Αλλά τα περισσότερα που είδε ο Johnson, λέει ο ίδιος, θα μπορούσε να τα είχε δει σε οποιοδήποτε εργοστάσιο στον κόσμο. Αυτό που πιθανότατα δεν θα είχε δει, ήταν η ατμόσφαιρα σιωπής και συγκάλυψης. Όπως αναφέρει στο άρθρο, ένας ρεπόρτερ Κινέζικης εφημερίδας δούλεψε ως μυστικός στο εργοστάσιο κι έγραψε μετά για συνθήκες απελπισίας… Κι έπειτα σιωπή.

Δίχτυα ασφαλείας. Πηγή: Wired

Η εικόνα που φτιάχνει ο Johnson, μπορεί να μην είναι ζοφερή, όπως θα περίμενε κανείς, αλλά εγείρει ένα σοβαρότατο θέμα: υπό ποιές συνθήκες παράγονται τα τεχνολογικά γκάτζετ που απολαμβάνουμε στη Δύση; «Μήπως το iPhone μου σκότωσε αυτούς τους 17 ανθρώπους;» αναρωτιέται ο μπλόγκερ Johnson. Η απάντηση στο τέλος του άρθρου είναι καταφατική. Έστω και λίγο, ναι, αγοράζοντας ένα προϊόν που βγήκε απ’ το εργοστάσιο που αυτοκτόνησαν 17 άνθρωποι, συνέβαλα κι εγώ να τους φέρω ένα ακόμα βήμα προς την απελπισία, λέει. Τα εξαντλητικά ωράρια και η έλλειψη συνδικάτων, επισημαίνονται ως δύο σοβαρότατοι παράγοντες, χωρίς να είναι βέβαια οι μόνοι. Η πληροφόρησή μας σχετικά δεν είναι καθόλου μα καθόλου αρκετή: το καθεστώς δεν είνα φιλικό στη διαφάνεια. Αλλά ο δυτικός καταναλωτής πρέπει να γνωρίζει. Πρέπει να γνωρίζει αν θα έχει ήσυχη τη συνείδησή του, όταν καταναλώνει προϊόντα made in China.

Οι συνθήκες παραγωγής των προϊόντων δεν είναι μια παρεπίμπτουσα λεπτομέρεια. Δείχνουν αν ένα σύστημα είναι ανθρώπινο ή όχι. Το να ανεχόμαστε, ή και να εκμεταλλευόμαστε τις πολυτέλειες που μας δίνει η απάνθρωπη εκμετάλλευση του αναπτυσσόμενου κόσμου, κοιτάζοντας αδιάφορα τις οθόνες των γυαλιστερών μας γκάτζετ, μάλλον μας αποκτηνώνει παρά μας εξανθρωπίζει. Επιπλέον, οι συνθήκες της Κίνας, συχνά δεν είναι και τόσο μακριά μας, απλά εκεί η κλίμακα είναι πολύ μεγαλύτερη. Δεν προτείνω κάποια σπασμωδική λύση, ούτε κάποια νηστεία, ή αποχή. Νομίζω ότι αρχικά πρέπει να συζητήσουμε, να πληροφορηθούμε, να ανοιχτούμε στην παγκόσμια διάσταση αυτών των προβλημάτων, και να ενεργοποίησουμε τη συνείδησή μας απέναντι σε τάσεις που μας θέλουν άβουλους, αδίστακτους κι αδιάφορους καταναλωτές. Γιατί όντως πολλά απ’ αυτά τα γκάτζετ μπορούν να γίνουν πολύ χρήσιμα, να μεταφέρουν γνώση, να βοηθήσουν στην επικοινωνία, στην εκπαίδευση, σε πολλά πεδία, αλλά πρέπει και τα ίδια να είναι αποτέλεσμα των αξιών και των αρχών που επικαλούνται για το περιεχόμενό τους. Θέλω να πω ότι το να ευαγγελιζόμαστε μια δικαιότερη κοινωνία διαμέσου των καινούργιων εργαλείων, μας υποχρεώνει να μην αδιαφορούμε για τις άθλιες ή άδικες συνθήκες κάτω απ’ τις οποίες παράγονται αυτά τα εργαλεία. Όταν ακόμα κι ένας άνθρωπος αυτοκτονεί σ’ ένα χώρο δουλειάς, ολόκληρη η κοινωνία, πρέπει να αναλογιστεί τις ευθύνες της και να πράξει για να αποτρέψει επόμενες αυτοκτονίες. Τα δίχτυα ασφαλείας αντιμετωπίζουν το σύμπτωμα. Νομίζω ότι πρέπει ταυτόχρονα να αντιμετωπίσουμε και τις αιτίες.

Και μια τελευταία σημείωση. Επειδή πολλές εταιρείες αρχίζουν να επικαλούνται μια θολή Εταιρική Κοινωνική Υπευθυνότητα, ιδού πεδίο δόξης (και σαφήνειας) λαμπρό: οι συνθήκες εργασίας.


Flattr this

Η Γιάννα ήθελε να κάνει μια αίτηση για δουλειά. Ήταν για χρόνια άνεργη. Της είπαν ότι άδειασε μια θέση σ’ ένα αγγλόφωνο σχολείο, ότι ήταν κατάλληλη, κι ότι ίσως την προτιμούσαν ανάμεσα στις πολλές άλλες. Η Γιάννα συμπλήρωσε την αίτηση με επιτυχία. Αλλά χρειαζόταν και μια συστατική επιστολή απ’ το εξωτερικό. Η Γιάννα είχε σπουδάσει σε αγγλικό πανεπιστήμιο. Αλλά είχαν περάσει ήδη δέκα χρόνια από τότε. Ευτυχώς το πανεπιστήμιο της απάντησε εγκαίρως και μια γραμματέας την παρέπεμψε στην ηλεκτρονική διεύθυνση της παλιάς της καθηγήτριας, της συμπαθέστατης κυρίας Σούζαν Μπέητς. Η κυρία Σούζαν Μπέητς τύχαινε να είναι η αγαπημένη της κι έτσι η Γιάννα δεν έχασε καιρό. Θα της έστελνε αμέσως ένα email. Κάθισε μπροστά απ’ τον υπολογιστή της έγραψε Αγαπητή κυρία Μπέητς και σταμάτησε. Πρόσθεσε ένα κόμμα και σκέφτηκε ότι η κυρία Μπέητς πιθανότατα θα ενδιαφερόταν να μάθει κάποια νέα της. Σκέφτηκε για παράδειγμα ότι θα ήταν άκομψο από μέρους της να της κρύψει ότι είχε χάσει το αριστερό της πόδι, μετά από ιατρικό λάθος. Ήταν ένα πάρα πολύ σημαντικό γεγονός, αλλά όχι σημαντικότερο απ’ το γάμο της με τον Στέλιο, ένα κωφάλαλο νεαρό, που την αγαπούσε και τη στήριζε στα πρώτα χρόνια του ακρωτηριασμού της. Η κυρία Μπέητς ήταν η καθηγήτρια του μπαλέτου, και πιθανότατα θα ενδιαφερόταν να μάθει ότι η Γιάννα, δεν ξαναχόρεψε ποτέ αφού έφυγε απ’ την Αγγλία, εξαιτίας ενός ασήμαντου ιατρικού λάθους, και μιας λανθασμένης διάγνωσης που η μητέρα της υποστήριζε ότι προκλήθηκε απ’ τη δική της κακοδαιμονία. Η Γιάννα σκέφτηκε ότι δέκα χρόνια ήταν μεγάλο διάστημα. Μέσα σ’ αυτό το διάστημα είχε υιοθετήσει, μετά από μεγάλους αγώνες, κι ένα παιδί. Πώς να μιλούσε για εκείνη την εξοντωτική εμπειρία; Αλλά και για τις άλλες, που γύριζαν τώρα στο κεφάλι της σα δίνες. Ο θάνατος του πατέρα της, αμέσως μόλις είχε κατορθώσει την υιοθεσία, μέσα σ’ αυτά τα δέκα χρόνια είχε συμβεί. Η απόλυσή της και το κλείσιμο του θεάτρου στο οποίο δούλεψε για 8 χρόνια. Η αφαίρεση του νεφρού της. Ο εγκλεισμός του αδελφού της στη φυλακή για έξι μήνες. Η αγορά ενός διαμερίσματος με δάνειο. Οι δύο αποτυχημένες απόπειρες να της κλέψουν το σπίτι. Η εγγραφή της σ’ ένα κέντρο υποστήριξης μεταναστών. Το μίσος της για τους επιτυχημένους. Οι τρεις απώλειες του διπλώματός της. Ο πολιτικός της γάμος. Το μυθιστόρημα του συζύγου της. Η απόπειρα αυτοκτονίας της θείας της. Το αλτσχάιμερ της μαμάς της. Η μετανάστευση της κουμπάρας της. Η σταδιακή απομόνωσή της από φίλους και συγγενείς. Η αγορά ενός αυτοκινήτου που ποτέ δεν της άρεσε. Η μετατροπή της σε αθεράπευτη καταναλώτρια. Η ψυχοθεραπεία της. Ο σύντομος παράλληλος δεσμός της μ’ έναν μετανάστη. Η εμμονή και η ζήλια της για μια δημοσιογράφο της τηλεόρασης. Η διόγκωση του ανικανοποίητου εγωϊσμού της. Η κατάθλιψη του άντρα της. Ο θάνατος του υιοθετημένου παιδιού της. Η αλλαγή του χρώματος των μαλλιών της. Η Γιάννα σκέφτηκε να τα γράψει όλα αυτά κωδικοποιημένα, ίσως τηλεγραφικά, αλλά φοβήθηκε ότι η παλιά της καθηγήτρια, που ήταν και η αγαπημένη της, θα την περνούσε για τρελή. Αποφάσισε να της γράψει ότι δέκα χρόνια ήταν πολλά για να χωρέσουν σ’ ένα email. Της ζήτησε ευγενικά μια συστατική επιστολή, της είπε ότι ήταν καλά, κι έκλεισε τυπικά το γράμμα, ξεχνώντας να τη ρωτήσει το παραμικρό για τον εαυτό της.


Flattr this