Σκέψεις για την ερευνητική δημοσιογραφία με αφορμή το Spotlight.

Αριστερά ο ηθοποιός, και δεξιά ο δημοσιογράφος.
Αριστερά ο ηθοποιός Μαρκ Ραφάλο, δεξιά ο δημοσιογράφος Μάικλ Ρεζέντες.


Είδα το Spotlight και θυμήθηκα γιατί αγαπώ τη δημοσιογραφία και την έρευνα. Η ταινία είναι ένας ύμνος στην ερευνητική δημοσιογραφία. Βλέποντας κανείς τον επίμονο αγώνα μιας δημοσιογραφικής ομάδας να αποκαλύψει ένα μεγάλο σκάνδαλο της καθολικής εκκλησίας συνειδητοποιεί πόσο δύσκολη, απαιτητική και συναρπαστική είναι η δουλειά της έρευνας και της δημοσίευσής της.

“Όλοι γνωρίζαμε, αλλά κανείς δε μιλούσε”: να ένα μοτίβο που διαπερνά τις κοινωνίες. Να ένα μοτίβο που καλείται να σπάσει η δημοσιογραφία, φέρνοντας στο φως αυτά που μένουν επίμονα στην αφάνεια.

Σταχυολογώ παρακάτω μερικές σκέψεις για την ερευνητική δημοσιογραφία, που έκανα με αφορμή την ταινία:

  • Η ερευνητική δημοσιογραφία είναι μια κατ’ εξοχήν πράξη θάρρους. Εκεί που όλοι βολεύονται, ο δημοσιογράφος αποφασίζει συνειδητά να παίξει το ρόλο της αλογόμυγας, να ενοχλήσει, να αναστατώσει, να ταράξει τα νερά της επίπλαστης ησυχίας.
  • Η έρευνα απαιτεί υπομονή κι επιμονή. Χρειάζεται χρόνος, και μεγάλα αποθέματα υπομονής για να αποκαλυφθεί η βρωμιά στο μεγαλείο της. Αυτή η δουλειά δεν είναι ούτε για τους οκνηρούς, ούτε για τους προχειρολόγους. Υπάρχουν λεπτομέρειες που κάνουν τη διαφορά, και χοντροκομμένα γεγονότα που περνούν απαρατήρητα.
  • Δε λέγεται τυχαία λαγωνικό ο ερευνητής. Κινείται με την όσφρηση, με το ένστικτο, αλλά και με τη μεθοδικότητά του.
  • Η ερευνητική δημοσιογραφία απαιτεί ξεκοκάλισμα αρχείων, γραπτών πηγών, αλλά σε μεγάλο βαθμό απαιτεί χειρισμό ανθρώπων, ώστε να μιλήσουν.
  • Η ερευνητική δημοσιογραφία προϋποθέτει ανεξαρτησία, δηλαδή ελευθερία, παρρησία, υπεράσπιση του αδύναμου, αμεροληψία.
  • Η ερευνητική δημοσιογραφία χρειάζεται σοβαρή επένδυση. Η ομάδα spotlight είχε χρόνο και χώρο για να ασχοληθεί μονοθεματικά με την έρευνά της. Η ερευνητική δημοσιογραφία χρειάζεται ταλέντο, ομάδα και χρήματα.
  • Η δημοσιογραφία ΔΕΝ είναι δημόσιες σχέσεις.
  • Η ερευνητική δημοσιογραφία είναι το αιχμηρό αντικείμενο που σπάει το νοσηρό απόστημα για να απελευθερωθεί το πύον και να ξεκινήσει η θεραπευτική διαδικασία.

Μια κοινωνία που αδυνατεί να επιλύσει τα σοβαρά της προβλήματα, είναι καταδικασμένη να τα διαιωνίζει στο διηνεκές προβάλλοντας τις ευθύνες πάντα στον εχθρικό Άλλον. Τα τροχαία καθρεφτίζουν το ευρύτερο εμφυλιοπολεμικό μας ζήτημα. Στους δρόμους εκδηλώνεται με μανία το μίσος μας για τον Άλλον, για τον εχθρό, για τον αντίπαλο. Εδώ είμαστε όλοι εναντίον όλων.

Στην ουσία, τα τροχαία συνιστούν ένα ανεπίλυτο πρόβλημα γιατί κανείς δεν αναλαμβάνει την ευθύνη να το λύσει, πετώντας το μπαλάκι διαρκώς στην εξέδρα. Πέρα απ’ το συγκλονιστικό έλλειμμα ηγεσίας, παρατηρούμε ότι κι εμείς οι ίδιοι, οι πολίτες, αρνούμαστε να αναγνωρίσουμε στην πολιτεία την εξουσία να οριοθετεί τις κινήσεις μας στο οδικό περιβάλλον. Καθένας μπορεί ατιμώρητα να κάνει στους δρόμους ό,τι του καπνίσει.

Υπερβολική ταχύτητα, οδήγηση υπό την επήρεια ουσιών, χρήση κινητών τηλεφώνων, απουσία προστατευτικών μέσων, ο κατάλογος των παραβατικών συμπεριφορών στους δρόμους είναι ανεξάντλητος. Εφόσον κανείς δε συμμορφώνεται, κι εφόσον καμμία ποινή δεν επιτελεί τον αποτρεπτικό της σκοπό, δεν υπάρχει καν λόγος επέμβασης. Τώρα ο νόμος είναι στα χέρια του καθενός κι η τροχαία περιττή, εκλογικεύοντας έτσι την ανυπαρξία της. Ισχύει κι εδώ ο νόμος του ισχυρού. Αν σκοτώσεις και κάποιον περνώντας κόκκινο, θα πληρώσεις καλό δικηγόρο, θα χρηματίσεις και θα πέσεις στα μαλακά. Δεν είναι μυθιστόρημα αυτό που περιγράφω.

Σαν αποτέλεσμα, τα δεδομένα είναι αμείλικτα: κάθε χρόνο αφανίζεται ένα χωριό 1.500 κατοίκων εξαιτίας των τροχαίων. Κι όμως οι πάντες, σφυρίζουμε αδιάφορα.

Μια απλή περιπλάνηση στην πόλη, στις οδικές αρτηρίες και στους πολυσύχναστους δρόμους αρκεί για να καταλάβει κάποιος τί συμβαίνει. Στους ελληνικούς δρόμους κυριαρχεί η ανομία. Καθένας κάνει ό,τι επιθυμεί, αλλά κανείς δεν είναι διατεθειμένος να αναλλάβει την ευθύνη. Όλοι μιλάμε με απόλυτες βεβαιότητες για τις αιτίες, αλλά το πρόβλημα παραμένει άλυτο εδώ και δεκαετίες.

Στις συζητήσεις συνειδητοποιείς εύκολα ότι όλοι γνωρίζουν τις λύσεις, αλλά τελικά κανείς δεν είναι διατεθειμένος να τις υιοθετήσει. Όλοι γνωρίζουν ποια πρέπει να είναι τα όρια ταχύτητας, ποιες πρέπει να είναι οι ποινές, ποιες είναι οι ευθύνες του καθενός. Όλοι γνωρίζουμε τις ευθύνες των άλλων, αλλά δεν αναγνωρίζουμε τις δικές μας. Κι η αλήθεια είναι ότι υπάρχουν τόσο συλλογικές όσο και ατομικές ευθύνες για τα τροχαία, που γι’ αυτό το λόγο δεν είναι δυστυχήματα, αλλά εγκλήματα. Υπάρχουν ευθύνες που δεν καταλογίζονται ποτέ γιατί προτιμάμε να βάζουμε το πρόβλημα κάτω απ’ το χαλί. Γιατί είναι βολικό οι αρμόδιοι να κρύβονται πίσω απ’ την «κακιά ώρα», ή το «θέλημα Θεού».

Την ίδια στιγμή, κανείς δεν είναι σε θέση να εμπιστευτεί μια αρχή που θα του υποδείξει τι πρέπει να κάνει για να είναι όλοι ασφαλείς. Για να ανακτηθεί αυτή η εμπιστοσύνη χρειάζεται βούληση, πολλή δουλειά και σχέδιο. Δυστυχώς, δεν έχουμε τίποτα απ’ αυτά. Μόνο μπαλώματα, κούφια λόγια, νταηλίκια, εξυπνάδες, θρήνους και οργή: αυτά ξέρουμε, αυτά κάνουμε. Τρωγόμαστε με τα ρούχα μας γιατί δε θέλουμε να κοιτάξουμε τον εαυτό μας στον καθρέφτη, γιατί έχουμε χάσει την εμπιστοσύνη μας στον Άλλον, γιατί φοβόμαστε, γιατί έχουμε απεκδυθεί την ευθύνη κι έχουμε παραδοθεί σε μια επηρμένη στάση μοιρολατρίας. Ανεύθυνοι υποκριτές, οργισμένοι κουτοπόνηροι, κι επικίνδυνοι παντογνώστες, αυτό είμαστε.

Είναι γνωστό ότι το δίπλωμα οδήγησης στη χώρα μας έχει συγκεκριμένες τιμές. Γιατί δεν υπήρξε ποτέ ένα κίνημα κατά της διαφθοράς στην απόκτηση αδειών οδήγησης; Γιατί τόση μοιρολατρία; Έχουμε φτάσει στο σημείο που πρέπει να αναληφθούν συγκεκριμένες και σοβαρές πρωτοβουλίες τόσο απ’ τα πάνω όσο κι απ’ τα κάτω. Χρειαζόμαστε ένα σαφές, μετρήσιμο σχέδιο για την εμπέδωση κουλτούρας οδικής ασφάλειας. Για να βγούμε απ’ το αδιέξοδο χρειάζεται να ακούσουμε τί λένε αυτοί που δεν τα ξέρουν όλα, αλλά που μπορούν να ακολουθήσουν ένα συγκεκριμένο σχέδιο λύσης. Άραγε τους ακούει κανείς;

tag_310px

Η φετεινή αναγνωστική χρονιά ήταν εξίσου πλούσια με την προηγούμενη. Το μεγαλύτερο νέο μου φυσικά ήταν η αγορά ενός Kindle Paperwhite, στο οποίο διάβασα μια ντουζίνα βιβλία, όλα τους μη μυθοπλασίας και στα αγγλικά. Για τη λογοτεχνία προτιμώ ακόμα τα χάρτινα βιβλία, αλλά πιθανολογώ ότι κι αυτή η συνήθεια μπορεί κάλλιστα να αλλάξει. Η εμπειρία της ανάγνωσης στον ηλεκτρονικό αναγνώστη είναι πολύ ικανοποιητική και μέχρι στιγμής τουλάχιστον μ’ έχει ανταμοίψει. Αναφορικά με τα χάρτινα ελληνικά βιβλία που διάβασα φέτος, θα σας παραπέμψω στη διαδικτυακή μου εκπομπή GarageBOOKS όπου παρουσίασα τα περισσότερα απ’ αυτά. Πιο συγκεκριμένα τα βιβλία που ξεχώρισα είναι τα εξής:

Ο Καναδάς, του Ρίτσαρντ Φορντ (εκδόσεις Πατάκη), είναι το μυθιστόρημα που με εντυπωσίασε περισσότερο από κάθε άλλο φέτος, και μου ανανέωσε το ενδιαφέρον για την αμερικανική λογοτεχνία. Εξαιρετικό ύφος, ζωντάνια χαρακτήρων. Επίσης, η Υποταγή του Μισέλ Ουελμπέκ (εκδόσεις Εστία), αντάμοιψε την αναμονή μου. Προσπερνώ το μισογυνισμό και τον κυνισμό του συγγραφέα, και υποκλίνομαι στη μαεστρία του. Ο Ουελμπέκ μιλά για το σήμερα μ’ έναν ευθύβολο και καίριο τρόπο.

Δύο πολλά υποσχόμενοι νέοι συγγραφείς, με μικρής έκτασης βιβλία, κέρδισαν το ενδιαφέρον μου. Η νουβέλα Καρυότυπος του Άκη Παπαντώνη (εκδόσεις Κίχλη) και η συλλογή διηγημάτων Γκιάκ του Δημοσθένη Παπαμάρκο (εκδόσεις Αντίποδες), συγκαταλέγονται στα καλύτερα ελληνικά πεζογραφήματα που διάβασα τα τελευταία χρόνια. Αναμένω ενθουσιωδώς τα επόμενά τους.

Στο πιο εμπορικό είδος λογοτεχνίας, ξεχώρισα τον Προσκηνητή του Terry Hayes (εκδόσεις Διόπτρα), ένα καταιγιστικό μυθιστόρημα δράσης και το γαλλικό αστυνομικό Αλέξ του Πιερ Λεμέτρ (εκδόσεις Μίνωας). Αμφότερα αποτελούν υποδείγματα περιπετειώδους αφήγησης, με δυνατούς χαρακτήρες, προκλητικά θέματα, και ζωηρή πλοκή.

Εξαιτίας της κρίσης, πληθαίνουν τα δοκίμια που αναμετριούνται με τα σύγχρονα θέματα. Ξεχωρίζω το Λαϊκισμός και κρίση στην Ελλάδα του Τάκη Παππά (εκδόσεις Ίκαρος) και το Από το μεγάλο πάρτυ στη χρεοκοπία του Γιάννη Παπαδογιάννη (εκδόσεις Παπαδόπουλος). (περισσότερα…)