Ως ψηφιακό όχλο αποκαλώ το σύνολο των βιαστικών χρηστών του Διαδικτύου που σερφάρει στα γρήγορα τις σελίδες Κοινωνικής Δικτύωσης, φυλλομετρώντας τις πληροφορίες για ελάχιστα δευτερόλεπτα και διαμοιράζοντάς τις αστραπιαία χωρίς να το πολυσκεφτεί. Δηλαδή σχεδόν όλοι εμείς. Και λέω «σχεδόν» γιατί μερικοί από εμάς, κάποιες φορές, αφιερώνουμε λίγο χρόνο για να στοχαστούμε, να διασταυρώσουμε, να δώσουμε χρόνο στην επεξαεργασία των πληροφοριών.

Το λεγόμενο virality ή spreadability των πληροφοριών απευθύνεται σε αυτό το πολυπληθές είδος των χρηστών που αφιερώνουν ελάχιστο χρόνο στην επεξεργασία των πληροφοριών, αλλά είναι έτοιμοι να τις διαμοιράσουν όταν αναγνωρίσουν σε αυτές “κάτι”.

Θα σας δώσω ένα συγκεκριμένο παράδειγμα για να γίνω πιο σαφής. Την προηγούμενη Τετάρτη ξεκίνησα να ανεβάζω ένα μυθιστόρημά μου σ’ αυτό το μπλογκ.

Γνωρίζω ότι οι δυνητικοί αναγνώστες μου είναι πολυάσχολοι. Ότι δεν έχουν χρόνο για διάβασμα. Κι ότι ίσως δε τους λέει τίποτα η λογοτεχνική μου πλευρά γιατί έχουν πολύ πιο σημαντικά πράγματα να τους απασχολούν. Όμως εγώ έχω γράψει αυτό το ογκώδες μυθιστόρημα και θέλω να το προσέξουν. Έχω τους λόγους μου, όπως έχουν κι εκείνοι τους λόγους τους π.χ. να αδιαφορούν. Αναρτώ το ογκώδες μυθιστόρημα σε συνέχειες στο μπλογκ μου και μόνο ελάχιστοι, φίλοι μου κυρίως, του δίνουν κάποια σημασία.

Θα είχα πολύ περισσότερες ευκαιρίες να διαβαστεί το μεγάλο κείμενό μου:

1. Αν χρησιμοποιούσα ακραία προκλητική γλώσσα. (περισσότερα…)

anamones sxediaki

(Σημείωση του γράφοντος προς τον αναγνώστη: σε παρακαλώ ξεκίνησε την ανάγνωση απ’ το πρώτο κεφάλαιο).

3.

Αναμονές

Την πρώτη φορά που επιχείρησε να φύγει απ’ το χωριό, δεν το είχε καλοσκεφτεί. Ξαφνικά, χωρίς να το πει σε κανέναν, χωρίς ούτε καν να το συζητήσει με την δεκαοχτούρα που σύχναζε έξω απ’ το παράθυρο της κουζίνας, πήγε στο δωμάτιο που φύλαγε ο πατέρας του μερικά παλιόρουχα, έβαλε όπως όπως σε μια πλαστική τσάντα μερικά σώβρακα, και σηκώθηκε να φύγει. Ήταν δεκατριών χρονών, αλλά τον πρόλαβε και τον σταμάτησε ο πατέρας του. (περισσότερα…)

Ακολουθεί το δεύτερο απ’ τα 42 κεφάλαια του ανέκδοτου μυθιστορήματός μου «42». Εδώ μπορείς να διαβάσεις και το πρώτο κεφάλαιο.

2.

Στις 10 Μαίου 2010, ήμουν μόνος στο χωριό της μάνας μου, όταν έλαβα ένα μήνυμα στο Facebook.

«Εξαφανίστηκε ο παλιός σου συμμαθητής Γιώργος Μοσχονάς. Σε παρακαλώ επικοινώνησε μαζί μου το συντομότερο δυνατό. Κατερίνα»

Είχα να δω το Μοσχονά τουλάχιστον 15 χρόνια. Είμασταν αδελφικοί φίλοι στο γυμνάσιο και το λύκειο, αλλά κάποια στιγμή χώρισαν, όπως λένε, οι δρόμοι μας. Σποραδικά μάθαινα κάποια συγκεχυμένα νέα του, αλλά πέρα απ’ αυτό, τίποτα άλλο, καμία επαφή, καμία συνομιλία μαζί του.

Την επόμενη ημέρα επέστρεψα απ’ το χωριό, κι εντελώς απροειδοποίητα μού χτύπησε το κουδούνι ένας αστυνομικός με πολιτικά. Έπρεπε να μεταβώ στο αστυνομικό τμήμα το συντομότερο δυνατό. Δεύτερο «συντομότερο δυνατό» σε δύο μόνο μέρες –σίγουρα κάτι δεν πήγαινε καλά. Ο αξιωματικός Παναγιωτόπουλος είχε αναλάβει την υπόθεση και ήθελε να μιλήσουμε κατά πρόσωπο.

Πήγα το ίδιο απόγευμα. (περισσότερα…)