Ήμουν στη γειτονιά που πήγαινα σχολείο και καθώς πάρκαρα το αυτοκίνητό μου, είδα απ’ τον καθρέφτη μια γυναίκα να με χαιρετά. Στην αρχή δυσκολεύτηκα κάπως να την αναγνωρίσω, αλλά όταν μου είπε ότι ήταν μητέρα του Πάνου, τη θυμήθηκα αμέσως. Ήταν η κυρία Αχούλτεψη. Της είχα κουβαλήσει μια φορά πριν από 20 χρόνια τα ψώνια απ’ τη λαϊκή, όταν είχε φύγει η ρόδα απ’ το καρότσι της.

Τώρα έσερνε το ίδιο εκείνο καρότσι, με κάπως μεγαλύτερες ρόδες νομίζω, αλλά η όψη της είχε αλλάξει αισθητά. Ο φίλος μου και γιος της είχε σκοτωθεί με τη μηχανή του, όταν έκλεισε τα 20 του. Ο άνδρας της πέθανε 6 χρόνια μετά από καρδιά, κι η κόρη της έφυγε μ’ έναν άνδρα στην Ιταλία. Μια ζωή σκατά δηλαδή.

Η κυρία Αχούλτεψη έμενε πάντα στην οδό Πιπίνου, στον αριθμό 54. Με το γιο της τον Πάνο είμασταν συμπαίκτες σε μια μπάντα στο γυμνάσιο. Ουσιαστικά, τόσο ο γιος της όσο κι εγώ είχαμε σχέση με τη μουσική όσο ένας ποδοσφαιριστής με τον Έντουαρντ Σαίντ. Προσπαθούσαμε όμως. Σε μια απ’ τις απόπειρές μας να ηχογραφήσουμε κάτι, είχα φέρει ένα βιβλίο με αντιπολεμικά ποιήματα του Μπρεχτ, κι επιχείρησα να κάνω κάτι σαν μια απαγγελία ενώ οι άλλοι γρατζουνούσαν τα ξεκούρδιστα όργανά τους. Η αλήθεια είναι ότι εκείνη την εποχή, στα 16 μας, όλοι μας αυτό κάναμε διαρκώς: γρατζουνούσαμε τα ξεκούρδιστα όργανά μας.

Η κυρία Αχούλτεψη ήταν αυτό που λέμε, σπιρτόζα. Έκανε παρέα με μια παλιά ηθοποιό που έμενε στη γειτονιά, τη Σπεράντζα Βρανά. Όποτε την έβλεπα στο δρόμο, δε μπορούσα να ξεκολλήσω το βλέμμα μου απ’ το τεράστιο στήθος της. Η κυρία Αχούλτεψη δεν είχε τόσο μεγάλο στήθος αλλά είχε γνώμη για όλα, τη θυμάμαι να έρχεται στο σχολείο, “να πάρει τους βαθμούς” του Πάνου, κι όλοι να ασχολούνται μαζί της. Γέλαγε φωναχτά, κι έλεγε αστεία που μάθαινε απ’ το βρωμόστομα της Σπεράντζας Βρανά.

Με θυμήθηκε αμέσως και μου μίλησε. Ένιωθα τρομερή αμηχανία γιατί είχα να τη δω από τότε που έφυγε ο Πάνος. Ήταν γελαστή και πρόσχαρη. Την είχαν βρει πολλά βάσανα, ήταν εμφανώς γερασμένη, αλλά κάτι επάνω της δεν ήθελε με τίποτα να παραιτηθεί απ’ τη ζωή. Είπαμε 2-3 λόγια τυπικά, και μέσα στον ελάχιστο χρόνο που σταθήκαμε εκεί, κατόρθωσε να φλυαρίσει. Πρόλαβε να μου πει ότι πήγαινε εκδρομές στην Αιδηψό, ότι είχε οικολογική δράση, κι ότι είχε υπό την προστασία της ένα παιδί απ’ τη Ρουμανία. Τη χαιρέτησα έχοντας ένα αίσθημα χαράς που η γυναίκα αυτή δεν είχε χάσει τα λογικά της. Μαζί όμως ήμουν και κάπως απορημένος. Η μπλούζα που φορούσε, είχε μια στάμπα που έλεγε:

love diamonds

Τις τελευταίες ημέρες με αφορμή τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα γίνεται στην κοινωνία ένας ευρύς διάλογος σχετικά με τις ρίζες του νεοναζιστικού φαινομένου. Ακούγονται πολλά κι ενδιαφέροντα γύρω μας, στα οποία αξίζει όντως να σταθούμε. Ωστόσο, υπάρχει μια πτυχή που συνδέεται με την ειλικρινή αποδοχή ενός πασίδηλου γεγονότος που μάς πονάει όλους. Στη χώρα μας ο αυταρχισμός, η έλλειψη ορίων, ο τσαμπουκάς, η διγλωσσία, η αδιαφορία και το μίσος για τον άλλον ήταν κι εξακολουθεί σε πολλές περιπτώσεις να είναι ένας κοινός τόπος. Η αδυναμία μας να συνάψουμε ένα ειρηνικό και δίκαιο συμβόλαιο συμβίωσης, η πεισματική μας άρνηση να αποδεχτούμε κοινούς εφαρμόσιμους κανόνες, η έλλειψη κριτηρίων, η ευνοιοκρατία, η αναξιοκρατία, η αδιαφάνεια, μας υποχρεώνει σήμερα να στεκόμαστε μπροστά στην πλέον αποτρόπαιη εκδοχή αυτής της στάσης: στο ναζισμό. Ο ναζισμός είναι μια αποτρόπαιη ιστορική περίοδος στην οποία κυριάρχισε το ψέμα, το μίσος, η ανελευθερία, ο αυταρχισμός κι η βία. Στο Άουσβιτς η τρέλα του ναζιστικού καθεστώτος έφτασε να υιοθετήσει τη φρικιαστική τελική λύση, που οδήγησε στο Ολοκαύτωμα, δηλαδή στην εξόντωση 6 εκατομμυρίων Εβραίων και πολλών εκατομμυρίων άλλων. (περισσότερα…)

Σήμερα κυκλοφορεί μια εφημερίδα, το Πρώτο Θέμα, με πρωτοσέλιδο τη φωτογραφία ενός ετοιμοθάνατου ανθρώπου, του δολοφονημένου Παύλου Φύσσα, στα χέρια της συντρόφου του. Η δημοσίευση ενός τέτοιου ντοκουμέντου μας στέλνει κατευθείαν στο στοχασμό πάνω στο ρόλο της δημοσιογραφίας του σοκ.

Θέλω να ελπίζω ότι η συντριπτική πλειονότητα των ανθρώπων θα αηδιάσει και θα απορρίψει τη δημοσίευση της συγκεκριμένης φωτογραφίας, στο αμφιλεγόμενο συγκείμενό της. Βεβαίως κάποιοι πιθανώς να την υπερασπιστούν στό όνομα της ελευθεροτυπίας και της ενημέρωσης. Οι υπεύθυνοι της εφημερίδας έχουν βάλει στη φωτογραφία τη λεζάντα “Δεν ξεχνώ το φασισμό” για να είναι σίγουροι ότι η φωτογραφία θα διαβαστεί με έναν και μόνο τρόπο. Όμως όλοι γνωρίζουν ότι η φωτογραφία θα διαβαστεί με πολύ περισσότερους τρόπους.

Κατ’ αρχήν η φωτογραφία αυτή προκαλεί ένα ισχυρό σοκ στον ευαίσθητο θεατή. Σίγουρα υπάρχει κι η νοσηρή πλευρά, εκείνων που συμπαθούν το δολοφόνο, οι οποίοι δε θα δουν το πρόσωπο του πόνου και του ολέθρου αλλά θα ικανοποιηθούν ενδεχομένως απ’ την θέα ενός αντιπάλου που νικιέται. Για αυτούς η φωτογραφία δεν αφορά το σοκ μιας τραγικής σκηνής. Την κοιτάζουν ικανοποιώντας τα απάνθρωπα αισθήματά τους. Η αντίθετη πλευρά όμως, της πλειονότητας των ανθρώπων, θα νιώσει δικαίως βαθύ αποτροπιασμό κι αηδία. Το σοκ εδώ είναι ολοκληρωτικό. Οι περισσότεροι άνθρωποι που θα δουν αυτή την εικόνα, θα νιώσουν φόβο, πόνο κι απελπισία. Η εικόνα ενός εντελώς άδικα κι αδικαιολόγητα δολοφονημένου ανθρώπου που ψυχορραγεί στα χέρια της συντρόφου του είναι μια εικόνα που παράγει τρομερά έντονα συναισθήματα. Λύπη, οργή, πόνος, φόβος. Μ’ αυτή την ισχυρότατη γκάμα συναισθημάτων, ο θεατής της φωτογραφίας νιώθει ανήμπορος να αντιδράσει. Πώς να χειριστείς τόσο έντονα συναισθήματα στη στιγμή; Το λογικό -και κατά πάσα πιθανότατα το πιο σωστό- είναι να απορρίψεις τη δημοσίευση της φωτογραφίας με το σκεπτικό ότι παράγει συναισθήματα που προκαλούν έντονο σοκ, χωρίς να δίνεται κάποιου είδους ανακούφιση σαν αντίδοτο. (περισσότερα…)