“Ούρα, ούρα, έχει εδώ, ούρα!” άρχισε ξαφνικά να φωνάζει η διπλανή μου στα τυριά του σούπερ μάρκετ.
Την κοιτάζω έκπληκτος προσπαθώντας να καταλάβω, είναι νωρίς το πρωί και δεν έχω ξυπνήσει καλά καλά.
Εκείνη συνεχίζει “ούρα, ούρα εδώ ούρα” μου λέει δείχνοντας τη βιτρίνα με τα τυριά.
Πραγματικά δεν καταλαβαίνω. Κοιτάζω τα τυριά, το πάτωμα, την περιοχή γύρω μου κι εξακολουθώ να μην καταλαβαίνω.
Η γυναίκα γυρίζει προς έναν μεσήλικα με ξυνισμένη μούρη που στέκεται πίσω μου και τον δείχνει. “Ούρα, ούρα εδώ” συνεχίζει να λέει ελαφρώς εκνευρισμένη.
“Κυρία μου τί είναι αυτά που λέτε;” επεμβαίνει ο υπάλληλος των τυριών.
“Τί λες κυρά μου;” πετάγεται ο μεσήλικας, “πού τα βλέπεις τα ούρα πάνω στα τυριά; Πας καλά;”. “Ούρα, ούρα!’ συνεχίζει εκείνη, “εδώ, εδώ” δείχνονας μια εκείνον και μια τα τυριά. (περισσότερα…)
