Είναι οι πιο χαρούμενοι Έλληνες. Έχουν βρει μια ισορροπία και μπορούν να ικανοποιούνται τόσο μ’ αυτά που είναι όσο και μ’ αυτά που έχουν και δε φοβούνται να το παραδεχτούν. Μπορούν να διοχετεύουν την οργή τους για όσα συμβαίνουν σε πεδία που δε βλάπτουν συνανθρώπους τους. Τρέχουν, κάνουν ασκήσεις, αναπνοές, κάνουν διαλογισμό. Συνομιλούν πολιτισμένα με τους συνανθρώπους τους και συμμετέχουν ενεργά σε διεκδικήσεις που προωθούν το κοινό καλό. Είναι τρυφεροί με τους αγαπημένους τους, σοβαροί με τους συνεργάτες τους κι επαγγελματίες στις δουλειές τους. Δεν ελπίζουν απλά ότι τα πράγματα θα πάνε καλύτερα. Νιώθουν υπεύθυνοι για πολλά απ’ αυτά που συμβαίνουν γύρω τους και κοιτάζουν πώς θα γίνουν μέρος των λύσεων. Δε φορούν παρωπίδες. Δεν τσουβαλιάζουν τους ανθρώπους. Τους συμπονούν και τους κατανοούν. Δεν είναι υπεράνθρωποι, έχουν αδυναμίες. Αλλά επιζητούν να τους τις επισημαίνουν και να τις αντιμετωπίζουν με θάρρος κι ειλικρίνεια. Είναι οι πιο χαρούμενοι Έλληνες. Έχουν γύρω τους ανθρώπους που μοιράζονται μαζί τους τόσο τα καλά όσο και τα άσχημα. Αγαπούν και αγαπιούνται, εκτιμούν κι εκτιμώνται και νιώθουν πως κάθε μέρα μπορούν να βελτιώνονται. Είναι ευσυνείδητοι και θετικοί. Θέλουν να αλλάξουν τον κόσμο αφού πρώτα αλλάξουν οι ίδιοι τον εαυτό τους. Οι πιο χαρούμενοι Έλληνες βλέπουν αυτή την κατάσταση της κρίσης, σαν μια πραγματική ευκαιρία να δουν κι οι υπόλοιποι το δρόμο για την ευτυχία και τη χαρά. Δεν είναι καθόλου “στον κόσμο τους”. Και φυσικά δεν είναι όλα ρόδινα γι’ αυτούς. Συναντούν πολλά, αμέτρητα εμπόδια στην πορεία τους, αλλά δεν τους πτοούν. Οι πιο χαρούμενοι Έλληνες, ξέρουν ότι δεν είναι περισσότερο χαρούμενοι απ’ τους υπόλοιπους Έλληνες, η διαφορά τους είναι ότι μπορούν να πιστέψουν σ’ ένα καλύτερο παρόν και μέλλον. Οι πιο χαρούμενοι Έλληνες δεν είναι συγκρουσιακοί. Θέλουν να συμφωνήσουν με όσο το δυνατό περισσότερους ανθρώπους, σε όσο το δυνατό περισσότερα ζητήματα. Θέλουν διακαώς να μοιράζονται τις ίδιες αξίες με ανθρώπους και να συμπορεύονται με αγάπη. Οι πιο χαρούμενοι Έλληνες ξέρουν ότι όλα γίνονται, αρκεί να το θέλει κάποιος πραγματικά. Δεν έχουν ενοχές που είναι χαρούμενοι. Ούτε ταυτίζονται μ’ εκείνους που αντλούν χαρά απ’ τον πόνο των άλλων. Οι πιο χαρούμενοι Έλληνες είναι ζωντανοί άνθρωποι. Θέλουν να τους βλέπουν τα παιδιά και να ονειρεύονται, να χαίρονται, να εμπνέονται κι όχι να φοβούνται.

Η Sayuri έφτιαξε την εγκατάσταση με το όνομα Urban Aquarium (Αστικό ενυδρείο) στο αεροδρόμιο του Πόρτλαντ, Όρεγκον. Ο βυθός της αποτελείται από κοράλια και μέδουσες που έχει φτιάξει η ίδια από υφάσματα κι άλλα αδιάβροχα υλικά. Οι επισκέπτες του αεροδρομίου σταματούν μπροστά στο έργο της κι ηρεμούν παρατηρώντας την ποικιλομορφία, την ομορφιά, τη ζωντάνια του βυθού της. Να μια τέχνη που ησυχάζει, που ανακουφίζει, που μαγεύει. Όσοι ετοιμάζονται να πετάξουν έχουν ανάγκη απ’ τη γαλήνη αυτής της υπόγειας πτήσης. (περισσότερα…)

Απ’ την πρόσφατη πολιτιστική ειδησεογραφία αλιεύω δύο ενδιαφέροντα νέα που συνδέονται με το αναπόφευκτο.

Ο Ντέμιεν Χέρστ ποζάρει μπροστά από ένα απ’ τα περίφημα έργα του με τις πεταλούδες. Η κριτική που δέχτηκε ήταν σφοδρή, καθώς χρειάστηκε να εξοντωθούν 9.000 πεταλούδες «στο όνομα της τέχνης» όπως αναφέρεται στο Huffington Post. Σκέφτομαι: Τί είναι αληθινό; Τί είναι ηθικό; Τί είναι ανήθικο; Τί είναι επιτρεπτό; Πού είναι τα όρια; Τί νομιμοποιεί ένα έργο που προκειμένου να δημιουργηθεί πρέπει να καταστρέψει; Πώς δικαιολογώ ένα διακοσμητικό έργο που έχει «θυσιάσει» πεταλούδες; Μήπως είμαι υπερβολικός; Η φύση ανακυκλώνει, η φύση καταναλώνει και αποσυνθέτει κι ανασυνθέτει, γιατί όχι κι ο άνθρωπος; Πόσο δύσκολο είναι να συμφιλιωθούμε με την σκοτεινή μας πλευρά; Μήπως με πονάει το συμβολικό επίπεδο, η θυσία της πεταλούδας για την τέχνη, ή απλά κολλάω στην επιφάνεια; Άραγε η τέχνη δεν είναι εξ’ ορισμού μια διαδικασία διατύπωσης ερωτημάτων; Και η ίδια η διατύπωση των ερωτημάτων δεν είναι άραγε κι αυτή η κατ’ εξοχήν τέχνη;

Ο καλλιτέχνης Τόμας Χίσχρορν δεν χρειάστηκε να εξοντώσει κανέναν. Βρήκε την καταστροφή έτοιμη. Κι αποφάσισε να ανασυνθέσει το ναυάγιο του Κόστα Κονκόρντια, παρουσιάζοντάς το ως έργο τέχνης στη Gladstone Gallery στο Chelsea. Τα ερωτήματα κι εδώ είναι αμείλικτα:

Όλα προορίζονται για την αισθητικοποίησή τους; Άραγε ζούμε στον αστερισμό του ατυχήματος του Μποντριγιάρ; Τί προσφέρει στον άνθρωπο σήμερα η τέχνη; Μπορεί να τον ανακουφίσει; Πρέπει να τον αφυπνίσει; Να τον ενεργοποιήσει; Να τον ψυχαγωγήσει; Έχει κάποιο καθήκον τέλος πάντων ή απλά οφείλει να υπάρχει, όπως λένε μερικοί; Έχει ο καλλιτέχνης κάποια ευθύνη απέναντι στην κοινωνία; Είναι τελικά ο θάνατος και η καταστροφή που μάς προκαλούν τόσο δέος και φόβο; Ή όλα γίνονται σαν μια προσπάθεια να ξεπεράσουμε ή έστω να διαχειριστούμε το άγχος του θανάτου; Τί μένει πια να δούμε για να αποφασίσουμε να ζήσουμε;