Κάθε γενιά δημιουργεί τις ευκαιρίες της. Αλλού επιτυγχάνει κι αλλού αποτυγχάνει. Το μόνο σίγουρο είναι ότι εκείνη αποφασίζει σε ποιό πεδίο θα δράσει.

Ακούω ότι η γενιά μου είναι ουσιαστικά μια χαμένη γενιά, αλλά δε συμφωνώ καθόλου. Η γενιά αυτή έχει παραλάβει ένα αξιακό σύστημα και μαζί μια κοινωνία που έχει χρεωκοπήσει κι αυτό είναι σαφές. Νομίζω ότι οι προηγούμενες γενιές μιλούν περί χαμένης γενιάς γιατί ίσως νιώθουν ενοχές, όπως συμβαίνει με κάθε γενιά που αποσύρεται, για την κληρονομιά που αφήνουν στη γενιά που αναλαμβάνει τώρα τη χώρα. Κι επίσης μιλούν για μια χαμένη γενιά παραλείποντας να πουν ότι αυτή η γενιά δεν έχει παίξει καν, για να πει κάποιος ότι έχει χάσει. Είναι κατ’ ουσίαν μια γενιά παροπλισμένη, άνεργη, υποαμοιβόμενη, πειθήνια, σιωπηλή.

Θεωρώ ότι είναι στο χέρι των μελών αυτής της, παρούσας γενιάς που οι άλλοι θεωρούν χαμένη, να δημιουργήσουν ένα νέο αξιακό σύστημα και να δράσουν όπως εκείνοι επιθυμούν. Μέχρι τώρα φαίνονται διστακτικοί, μένουν στα like και στα retweet. Το ότι δεν δημιουργούν ένα νέο αξιακό σύστημα σημαίνει ότι βρίσκονται ακόμα εγκλωβισμένοι στο παλιό. Όταν δεν υιοθετούν νέες στάσεις, όταν δεν προχωρούν σε αμφισβήτηση των υφιστάμενων μοντέλων, απλά συντηρούν το άρρωστο καθεστώς που παρέλαβαν. Γι’ αυτό κι εύκολα θεωρούν τους εαυτούς τους παράπλευρη απώλεια ενός τρόπου ζωής που δεν έφτιαξαν οι ίδιοι, ούτε και το επέλεξαν συνειδητά. Η γενιά αυτή δεν έμαθε να λέει “όχι, θα το κάνω με τον τρόπο μου”.

Η Γερτρούδη Στάιν με το γιο του Έρνεστ Χέμινγουει στο Παρίσι.

Δεν αποδέχομαι λοιπόν το χαρακτηρισμό της χαμένης γενιάς. Ο όρος lost generation αποδόθηκε από μια προηγούμενη γενιά σε μια νέα γενιά που πολέμησε σε πόλεμο με όπλα, στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Η ιστορία πίσω απ’ τη φράση αυτή έχει μεγάλο ενδιαφέρον. Ο Έρνεστ Χέμινγουει αναφέρει για πρώτη φορά τη “χαμένη γενιά” στο βιβλίο του Κι ο ήλιος ανατέλλει, κι εκείνος με τη σειρά του αποδίδει τη φράση σ’ ένα περιστατικό που συνέβη στη Γερτρούδη Στάιν. Η μεγάλη συγγραφέας είχε πάει το αυτοκίνητό της σ’ ένα μηχανικό για επισκευή. Όταν το παρέλαβε είδε ότι ήταν ακόμα χαλασμένο κι έτσι παραπονέθηκε στον ιδιοκτήτη του γκαράζ. Εκείνος τότε γύρισε στο νεαρό μηχανικό που απέτυχε να φτιάξει το αμάξι της Στάιν και του είπε: “Να τί είσαι. Να τί είστε όλοι εσείς, όλοι εσείς οι νέοι που υπηρετήσατε στον πόλεμο. Είστε μια χαμένη γενιά”… (περισσότερα…)

Ο Χίτλερ κι ο Γκέρινγκ πάνω από ένα εικονογραφημένο βιβλίο.

Καλοί φίλοι μου αναπαράγουν το επιχείρημα ότι ο Χίτλερ είχε χιλιάδες τίτλους βιβλίων κι αυτό αποδεικνύει ότι η βιβλιοφιλία δε συνεπάγεται και ηθική συγκρότηση ή ηθική βελτίωση του ανθρώπου. Συμφωνώ. Όμως έχω μια ερώτηση αρκετά απλή που ενισχύει το επιχείρημα υπέρ της ανάγνωσης βιβλίων: αν είχαν όλοι οι Γερμανοί της εποχής εκείνης την πρόσβαση και το χρόνο να διαβάσουν πολλά βιβλία, άραγε θα ήταν εφικτή η ραγδαία άνοδος του Ναζισμού; Νομίζω πως όχι. Η ανάγνωση πολλών εκδοχών, η πρόσβαση στον πνευματικό πλούτο, η επαφή με πολλαπλές ερμηνείες κάνει τον άνθρωπο πολύ πιο σκεπτικό και διαλεκτικό, και τον υποχρεώνει να αναζητά διαρκώς εναλλακτικές αφηγήσεις προκειμένου να φτάσει στην προσωπική του ολοκλήρωση, η οποία δύσκολα θα είναι εκείνη ενός οπαδού που προκρίνει τη βία και το ρατσισμό ως λύσεις για τα ανθρώπινα προβλήματα. (περισσότερα…)

Καθώς η προεκλογική μάχη στις ΗΠΑ κορυφώνεται, η τεχνολογία αναλαμβάνει να παίξει κι αυτή τον κρίσιμο ρόλο της. Οι πολιτικές καμπάνιες των εκλογών του προσεχούς Νοεμβρίου θα είναι χρηματοδοτημένες αποκλειστικά από ιδιώτες κι επιχειρήσεις, γι’ αυτό γεννιέται η ανάγκη να γνωρίζουν οι πολίτες ποιός χρηματοδοτεί και πόσο τον κάθε υποψήφιο. Μια καινούργια εφαρμογή  έρχεται στο App Store να ρίξει φως στις πολιτικές διαφημίσεις μ’ έναν ριζοσπαστικό τρόπο. Η εφαρμογή Superpacapp λειτουργεί όπως το Shazam. Βλέπεις μια διαφήμιση πολιτικού στην τηλεόραση ή στο Διαδίκτυο, πλησιάζεις το έξυπνο τηλέφωνό σου στο ηχείο κι αυτόματα αναγνωρίζεται η προέλευση του σποτ. Αμέσως μετά σου δίνονται πληροφορίες σχετικά με τα οικονομικά στοιχεία της διαφήμισης (πόσα ξοδεύτηκαν για να γίνει, ποιός τη χρηματοδότησε) και την εγκυρότητα των στοιχείων της, ενώ σου δίνεται η δυνατότητα να την αξιολογήσεις και να τη βαθμολογήσεις. Μ’ αυτό τον απλό τρόπο εμπεδώνεται ένα νέο είδος διαφάνειας στην πολιτική διαφήμιση το οποίο βεβαίως εγείρει ένα ερώτημα σχετικό με την αξιοπιστία εκείνου που διαχειρίζεται την εφαρμογή. Σε κάθε περίπτωση οι κινητές συσκευές έρχονται να αλλάξουν πολλά σοτν τρόπο που ζούμε και συμμετέχουμε στη δημόσια σφαίρα. Εφαρμογές αυτού του τύπου θα φέρουν σύντομα πολλές ευκαιρίες, και μαζί νέες ευθύνες. Αν επιλέξουμε να τις αναλάβουμε, νομίζω ότι θα κερδίσουμε όλοι.