BHL & Houellebecq a Athenes

Χθες είχα την ευκαιρία να βρεθώ στο ακροατήριο μιας μάλλον σπάνιας παρουσίασης βιβλίου. Δύο πάρα πολύ διάσημοι γάλλοι συγγραφείς, ο Μπερνάρ Ανρί-Λεβί κι ο Μισέλ Ουελμπέκ φιλοξενήθηκαν στο κατάμεστο αμφιθέατρο του Γαλλικού Ινστιτούτου της οδού Σίνα και μίλησαν για τον Δημόσιο Κίνδυνο (εκδ. Εστία), το επιστολογραφικό βιβλίο που έγραψαν από κοινού. Πήγα στην παρουσίαση έχοντας διαβάσει βιβλία και των δύο, κυρίως του Ουελμπέκ, και γνωρίζοντας αρκετά για τον καθένα τους, οπότε ήμουν προετοιμασμένος να δω από κοντά έναν εστέτ. κι έναν ιδιόρυθμο. Και διαψεύστηκα μόνο όσον αφορά τον πρώτο. Για τον BHL (ο Μπερνάρ Ανρί-Λεβί είναι «πριμαντόνα» της γαλλικής διανόησης, και τα μίντια τον προσφωνούν με τα αρχικά του ονόματός του) είχα την εντύπωση ότι πρόκειται για έναν σνομπ, έναν μεγαλοαστό νάρκισσο που ουσιαστικά δε δίνει δεκάρα για κανέναν. Θα πρέπει να έχω διαβάσει τουλάχιστον είκοσι άρθρα, γαλλικά δημοσιεύματα εναντίον του (κυρίως από αριστερά έντυπα). Γνωρίζω ότι έχει πύργο, ότι έχει δήθεν υποστηρίξει τον πόλεμο στο Ιράκ κι άλλα πολλά. Αλλά η ομιλία του μου φανέρωσε έναν κλασικό αστό διανοητή που θαυμάζει τη σκέψη του Σαρτρ κι όχι του Πλάτωνα, που έχει χιούμορ, ρητορική δεινότητα, και πολυπρισματική γνώση. Δεν είναι σε καμία περίπτωση ο διανοούμενος που θα σε κάνει να βαρεθείς. Μίλησε για την πολιτική του θεωρία της reparation (διόρθωσης), για την επανάσταση του Πολ Ποτ, τον Νίτσε, τα παιδικά του χρόνια κ.α. Η παρουσία του BHL ήταν κι ο λόγος που δε μετάνιωσα για τις 2 ώρες και πλέον που βρέθηκα στο αμφιθέατρο. Απ’ την άλλη, η παρουσία του Μισέλ Ουελμπέκ (Michel Houellebecq) ήταν απογοητευτική. Παρότι επιβεβαίωσε το μύθο του ιδιόρυθμου, δεν κατόρθωσε να κάνει τίποτα άλλο. Οι πιο τυχεροί απ’ το ακροατήριο ήταν οι μη γαλλομαθείς που είχαν προμηθευτεί ακουστικά μετάφρασης, καθώς ήταν πιθανότατα οι μόνοι που άκουσαν τι είπε ο γάλλος συγγραφέας. Μουγκρίζοντας παρά μιλώντας, tο enfant terrible της γαλλικής λογοτεχνίας μας έδειξε ότι το ταλέντο του είναι να γράφει κι όχι να μιλά. (περισσότερα…)

Η μοναξιά ως ευτυχία κι ελευθερία

Η Λένα Κιτσοπούλου, με αφορμή την έκδοση του νέου της βιβλίου με τίτλο Μεγάλοι δρόμοι από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, μιλάει για τις αντιφάσεις, τους ευνουχισμούς, το χιούμορ, την επιτυχία και πολλά άλλα.

Στο νέο σου βιβλίο, που είναι συλλογή διηγημάτων, στήνεις το σκηνικό πολλών ιστοριών σου στην επαρχία. Φαίνεται ότι υπάρχει κάτι βιωμένο εκεί. Έχεις ζήσει σε κάποιο απ’ τα μέρη που περιγράφεις;

Δεν είναι μόνο επαρχία, τα μισά είναι επαρχία, τα μισά είναι πόλη νομίζω, όπως κι εγώ είμαι με το ένα πόδι στην επαρχία και με το άλλο στην πόλη, όπως άλλωστε και οι περισσότεροι Έλληνες. Κι εγώ έχω χωριό, από τη μεριά του πατέρα μου, αλλά και ένα μικρό σπίτι στη Σαντορίνη όπου πηγαίνω τελευταία για μεγάλα χρονικά διαστήματα. Έχω μεγαλώσει στην Αθήνα, αλλά έχω περάσει έντονα παιδικά και εφηβικά καλοκαίρια στο χωριό του πατέρα μου. Πάντα στις διακοπές ήθελα να κάνω παρέα με ντόπιους, όχι με Αθηναίους. Ήταν πιο προκλητικό, πιο αλήτικο, τα άτομα αυτά ήταν πιο τολμηρά και πιο αγρίμια. Η φλέβα μου πάντα χτυπούσε στην επαρχία, νιώθω κάτι οικείο μέσα στα ελληνικά λαϊκά τοπία, στα χάρτινα τραπεζομάντιλα, στα τσίπουρα και στον ήχο του μπουζουκιού, νιώθω ότι σ’ αυτά ανήκω.

Είχε πέσει η νύχτα για τα καλά, αλλά η παπαδιά δεν είχε ύπνο. Αν ήταν άντρας, θα σηκωνότανε για τσιγάρο. Αν ήτανε παιδί, θα το ’σκαγε από το παράθυρο. Αν ήτανε σκυλί, θα γάβγιζε. Αλλά ήτανε γυναίκα κι ήταν αναγκασμένη να βαριαναστενάζει.

Ένα θέμα που μοιάζει να σε απασχολεί και διατρέχει άλλοτε υπόγεια, άλλοτε πολύ φανερά, τις ιστορίες των Μεγάλων δρόμων, είναι η θέση της γυναίκας στην κοινωνική και ιδιωτική ζωή. Βλέπεις να έχει γίνει κάποια πρόοδος σ’ αυτό το θέμα ή όχι;

Σίγουρα έχει γίνει πρόοδος στην κοινωνία μας σε σχέση με την ισότητα των δύο φύλων, με τα δικαιώματα της γυναίκας κ.λπ. Το συγκεκριμένο κομμάτι αναφέρεται βέβαια σε έναν συγκεκριμένο τύπο γυναίκας, όχι γενικά στη γυναίκα. Είναι μια παπαδιά, σε μια πολύ απομονωμένη επαρχία της Ελλάδας, πριν από 25 χρόνια. Τότε που κι εγώ έκανα διακοπές στο χωριό μου, υπήρχε κόρη παπά την οποία δεν την αφήνανε να κάνει μπάνιο στη θάλασσα, ούτε να βγει μόνη της από το σπίτι. Ήταν δεκαπέντε χρονών. Καθόταν πάντα στην αυλή τους σε μια καρέκλα, ενώ εγώ στην ίδια ηλικία έκανα σούζες πάνω σε μηχανάκια. Υπάρχουν ακόμα δυστυχώς τέτοιες περιπτώσεις όπου η γυναίκα καταπιέζεται και αντιμετωπίζεται ως κατώτερο ον. Αλλά ακόμα και στις περιπτώσεις τις πιο προοδευτικές εξακολουθεί να υπάρχει μια υπόγεια κακοποίηση, ακόμα και τα μηνύματα του λάιφ στάιλ αντιμετωπίζουν τη γυναίκα υποτιμητικά με τσιτάτα του τύπου «10 τρόποι για να τον τυλίξετε» ή «τέλος στην κυτταρίτιδα» κ.λπ. Η «μοντέρνα» και «προοδευτική» αντιμετώπιση λέει ότι η γυναίκα απαγορεύεται να γεράσει. Και η σύγχρονη οικογένεια εξακολουθεί να περνάει στην κόρη το μήνυμα του να βρει έναν καλό γαμπρό, μην μείνει μόνη, γεροντοκόρη. Μπορεί δηλαδή το τσεμπέρι να έχει βγει, αλλά μόνο από το κεφάλι, στη μήτρα εξακολουθεί να υπάρχει ένα ύπουλο τσεμπέρι δεμένο καλά. Μπούργκα στις ωοθήκες. Χα χα χα. (περισσότερα…)

Τρίτη 11 Σεπτεμβρίου 2001. Τεράστιο καλλιτεχνικό γεγονός. Στις 3.45 μ.μ. (ώρα Ελλάδας) αεροπλάνο συνετρίβη στον έναν πύργο του Παγκόσμιου Κέντρου Εμπορίου. Ένα τέταρτο αργότερα δεύτερη πρόσκρουση αεροπλάνου, στον άλλο πύργο. Την είδα σε ζωντανή μετάδοση και δεν πίστεψα στα μάτια μου, αλλά έπειτα άρχισα να χοροπηδάω από τη χαρά μου. Από τις γύρω πολυκατοικίες ακούστηκαν κοφτά επιφωνήματα και μερικοί πανηγυρισμοί. Εγώ κόλλησα στην οθόνη. (…)

Το παραπάνω απόσπασμα είναι αλιευμένο απ’ το βιβλίο του Μιχάλη Μιχαηλίδη «Πινακοθήκη τεράτων῾» (2009, εκδ. Πατάκη, σελ.391). Γνωρίζω βεβαίως ότι δεν πρέπει να συγχέουμε τη μυθοπλασία με την πραγματικότητα. Τα λόγια αυτά ανήκουν στον ήρωα του βιβλίου. Καθώς όμως το αφήγημα έχει πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία, υποπτεύομαι ότι το συγκεκριμένο απόσπασμα απηχεί τα συναισθήματα του συγγραφέα. Όταν το διάβασα αισθάνθηκα λύπη, απογοήτευση. Δε σοκαρίστηκα γιατί την ημέρα εκείνη έμαθα ότι ένας συνάδελφος δημοσιογράφος, αρκετά γνωστός, στην εφημερίδα που εργαζόμουν πανηγύριζε κι εκείνος. Όταν κάποιος πανηγυρίζει με την κατάρρευση ενός κτιρίου γεμάτο ανθρώπους δε μπορεί παρά να είναι αφαιμαγμένος από συναισθήματα αγάπης, αλληλεγγύης, χαράς. Εντάξει σε κάποιο βαθμό όλοι έχουμε την κτηνωδία μέσα μας, αλλά στόχος μας είναι να γίνουμε κοινωνικά ευαίσθητα όντα. Πόσο μίσος πρέπει να έχεις μέσα σου για να χαίρεσαι με το χαμό έστω κι ενός ανθρώπου;