Τις τελευταίες ημέρες, οι επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην υπαίθρια διαφήμιση προσπαθούν με μια μαζικού τύπου διαφημιστική καμπάνια στους δρόμους και τις εφημερίδες, να υπερασπιστούν τις δουλειές τους και να επιχειρηματολογήσουν ενάντια στο Νόμο. Όμως στο μήνυμά τους οι εταιρείες αυτές δεν είναι αρκετά προσεκτικές: κατ’ αρχήν η υπαίθρια διαφήμιση όντως επιτρέπεται στην Ευρώπη, αλλά ΜΕ ΚΑΝΟΝΕΣ. Η υπαίθρια διαφήμιση δεν επιτρέπεται μόνο στην Ευρώπη, αλλά και στη χώρα μας. Επιτρέπεται υπό πολύ συγκεκριμένες προϋποθέσεις, σε σημεία που δεν αποσπούν την προσοχή των οδηγών, ή δε συνιστούν κίνδυνο για τη ζωή τους. Στην Ελλάδα κανείς δεν προσπαθεί να καταργήσει την υπαίθρια διαφήμιση. Αυτό που επιχειρούν οι ακτιβιστές, οι γονείς που έχασαν παιδιά εξαιτίας παράνομων πινακίδων, οι πολιτικοί, οι δημοσιογράφοι και οι ενεργοί πολίτες είναι η εφαρμογή του Νόμου που απαγορεύει την επικίνδυνη υπαίθρια διαφήμιση. Αν αυτό σημαίνει ότι το 90% των χιλιάδων παράνομων πινακίδων είναι επικίνδυνο για τη ζωή των πολιτών, τότε οι διαφημιστικές πινακίδες πρέπει να αποξηλωθούν, όπως συμβαίνει και σε όλη την Ευρώπη. Έχοντας κάνει επισταμένη έρευνα, δεν έχω ακούσει από κανέναν πολίτη ή πολιτικό, να έχει τη διάθεση να «καταργήσει» την υπαίθρια διαφήμιση. (περισσότερα…)

Αφού η τεχνολογία έχει μεταμορφωθεί στην κυρίαρχη θρησκεία των καιρών μας, τα μηχανήματα κατέχουν τη θέση των ιερών συμβόλων: απ’ αυτά «κοινωνούμε», απ’αυτά «ευλογούμαστε», μέσω αυτών εξασφαλίζουμε μια θέση στον εικονικό παράδεισο. Η Wall Street Journal έφτασε στο σημείο να μεταδώσει ότι: Την τελευταία φορά που έγινε τόσος ντόρος για μία πλάκα, ήταν γραμμένες επάνω της οι 10 εντολές! Απ’ την άλλη, ο απτός δημόσιος χώρος, γίνεται ολοένα και περισσότερο ιδιοκτησία των δυνατών.

Όπως γνωρίζουν οι αναγνώστες αυτού του blog, εδώ και σχεδόν ένα χρόνο ετοιμάζω ένα ντοκιμαντέρ με θέμα τις παράνομες διαφημιστικές πινακίδες. Ομολογώ ότι όλο αυτό το διάστημα έχω εκπλαγεί απ’ την αδιαφορία της διαδικτυακής κοινότητας απέναντι στο θέμα. Παρότι υπάρχουν αρκετές εξαιρέσεις, παρατηρώ ότι οι συζητήσεις γύρω απ’ τις παράνομες πινακίδες, στο διαδίκτυο, είναι ελάχιστες. Πώς να το εξηγήσω αυτό; Μήπως τα επιχειρήματα ενάντια στην καταφανή παρανομία δεν είναι πειστικά ή αρκετά; Μήπως οι κυβερνοναύτες αδιαφορούν για θέματα του δημόσιου χώρου; Ομολογώ ότι δε θέλω να πιστέψω τίποτα απ’ αυτά. Το αδιάψευστο γεγονός, ότι δηλαδή οι παράνομες διαφημιστικές πινακίδες στοιχίζουν ζωές, με υποχρεώνει να σκεφτώ άλλα πράγματα.
Αυτές τις ημέρες, με αποκορύφωμα τη χθεσινή, σχεδόν το σύνολο της διαδικτυακής κοινότητας, συζητά για ένα καινούργιο προϊόν, για την περίφημη «ταμπλέτα» της Apple, ή αλλιώς το iPad. Ο όγκος της πληροφορίας και της γνώμης που διακινήθηκε στο Διαδίκτυο ήταν και είναι πραγματικά εντυπωσιακός. Εκατομμύρια αναζητήσεις στο Google, εκατομμύρια αναρτήσεις σε Blog, Twitter και Facebook. Η κοινωνική δικτύωση πήρε «φωτιά», με αφορμή ένα νέο γκάτζετ. Κι αναρωτιέμαι: αυτή είναι η κοινωνική ευαισθησία των δικτύων; Να αδιαφορούν παντελώς για ένα θέμα που δυνητικά μπορεί να σκοτώσει τον καθένα, και την ίδια στιγμή να παθαίνουν μαζική παράκρουση με ένα νέο τεχνολογικό προϊόν; Ας μην προσάψω όμως τόσο βαριές ευθύνες στους χρήστες.
Η Apple έχει καταφέρει με την πολιτική και τα προϊόντα της να κάνει τον κόσμο να μιλά για αυτή, χωρίς να επιστρατεύει λομπίστες, δημοσιοσχετίστες ή διαφημιστές. Η Apple έχει καταφέρει να δημιουργήσει αυτό που λέγεται word of mouth. Αυτό δηλαδή που δεν έχουν καταφέρει οι γονείς των οποίων τα παιδιά σκοτώθηκαν εξαιτίας διαφημιστικών πινακίδων. Πρέπει επομένως να το χωνέψουμε: ζούμε σε κοινωνίες που το μάρκετινγκ έχει πάρει τον πρώτο λόγο στον καθορισμό στης ατζέντας.
Φυσικά, η «ταμπλέτα» είναι κάτι φανταχτερό, νέο, που υπόσχεται ξεκούραση, παιχνίδι, μόδα, καινοτομία κ.λπ. Ενώ το τροχαίο δυστύχημα αφορά σε δυσάρεστα πράγματα: απώλειες ζωών, αναγκαία και επώδυνα μέτρα, έλεγχο, τιμωρίες κ.λπ. Στην πρώτη περίπτωση είναι εύκολο να «δεσμεύσεις» τον κόσμο σε συζητήσεις, αφού ο στόχος είναι να αγοραστεί ένα προϊόν –με 500 δολλάρια μπορεί κάποιος να «ησυχάσει» τη συνείδησή του, να διασκεδάσει, να αισθανθεί μέρος μιας κοινότητας κ.λπ. Ενώ στη δεύτερη, πρέπει να φωνάξει, να πιέσει, να κάνει ενδεχομένως κάτι ο ίδιος προκειμένου να προστατευθεί τόσο το σύνολο όσο και ο ίδιος. Η διαφορά είναι σημαντική. (περισσότερα…)

Εδώ και καιρό έχω προκληθεί να μιλήσω συνδυαστικά για δύο θέματα που με έχουν απασχολήσει πολύ τα τελευταία χρόνια, κι ο κύριος προβληματισμός μου για αυτά έχει αποτυπωθεί σε δύο βιβλία (Σχέδια πόλης,και Ειδήσεις απ’ το δικό σου δωμάτιο). Μιλώ για το γκραφίτι και τα μπλογκ, ή αλλιώς, ιστολόγια. Η αλήθεια είναι ότι για αμφότερα τα θέματα στήνεται καθημερινά ένα ογκώδες εμπορικό πανηγύρι που μειώνει την όποια συζήτηση για τα εν λόγω αντικείμενα, ως θέματα μιας νεανικής μόδας που προορίζονται για ευρεία κατανάλωση σε άρθρα, διαφημίσεις και εταιρικά event που διακινούνται κατά κύριο λόγο από τα εβδομαδιαία δωρεάν νεανικά εντύπα. Τόσο η κουλτούρα του δρόμου, όσο και το Διαδίκτυο, ως προνομιακά πεδία άσκησης του νεανικού ταλέντου ή της νεανικής επαναστατικότητας, έγιναν τάχιστα στόχος ενός πλήθους βιομηχανιών. Ο γκραφιτάς δε θέλει μόνο σπρέι, όπως κι ο μπλόγκερ δε θέλει μόνο ένα απλό πληκτρολόγιο. Αμφότεροι, επιθυμούν αντικείμενα που θα τους προσδώσουν επιπλέον αναγνωριστικά σημάδια τόσο μεταξύ τους, εντός της κοινότητας όπου δραστηριοποιούνται, όσο και στο πώς γίνονται αναγνωρίσιμοι απ’ τους άλλους, τους μη μυημένους . Έτσι ο γκραφιτάς φορά ρούχα από πολύ συγκεκριμένες μάρκες, κι ο μπλόγκερ χρησιμοποιεί κινητό τηλέφωνο από εξίσου πολύ συγκεκριμένες μάρκες. Κάθε ενδιαφερόμενη βιομηχανία βλέπει στις νέες τάσεις ένα πεδίο που μπορεί να εκμεταλλευτεί. Πρόκειται για τη λεγόμενη “οικειοποίηση του περιθωρίου”, ή αλλιώς το θρίαμβο της καταναλωτικής ή άλλιώς mainstream κουλτούρας. Σύμφωνα με αυτό το σκεπτικό “όλα ξεκινούν αγνά και στη συνέχεια εκφυλίζονται δηλαδή εμπορευματοποιούνται”. Βέβαια αυτό είναι εν μέρει μόνο αληθές. (περισσότερα…)