Ξεκινάει ένα φυντάνι να γράφει σ’ εφημερίδα. Πένα καλή, έμφυτη περιέργεια, σχετικές σπουδές, μέλλον που προδιαγράφεται λαμπρό.

Πάει το φυντάνι μια πρώτη ιδέα στον αρχισυντάκτη.
“Ξέρεις αυτό δε μπαίνει” του λέει, “είναι μεγάλος διαφημιζόμενος”.
Πάει μια δεύτερη.
“Ξέρεις αυτό δε μπαίνει” του λέει, “είναι πολιτικός μας φίλος”.
Πάει μια τρίτη.
“Ξέρεις αυτό δε μπαίνει” του λέει. “είναι εκτός μόδας”.
Πάει μια τέταρτη.
“Ξέρεις αυτό είναι τομέας του Παπαδόπουλου” του λέει ο αρχισυντάκτης.
“Τί να κάνω τότε;” ρωτάει το φυντάνι.
“Να γράψε γι’ αυτό” του λέει ο αρχισυντάκτης.
“Μα αυτό είναι ψέμα” απαντάει το φυντάνι.
“Τότε κάνε επίθεση σ’ αυτόν” του λέει ο αρχισυντάκης.
“Μα αυτός δεν έχει αποδέιξει ότι δεν έχει κάνει τίποτα μεμπτό” απαντάει το φυντάνι.
“Τότε μίλα γι’ αυτό” του λέει ο αρχισυντάκτης.
“Μα αυτή είναι η μισή αλήθεια” απαντάει το φυντάνι.
“Τότε ψάξε αυτό” του λέει ο αρχισυντάκτης.
“Μα υπάρχει πιο σημαντικό θέμα να ερευνήσω” του απαντάει το φυντάνι.
“Ε, τότε παιδί μου πήγαινε στο πανεπιστήμιο να διδάξεις και μη με ζαλίζεις” του λέει απαυδισμένος ο αρχισυντάκτης.

Κλείνοντας την πόρτα του γραφείου το φυντάνι σκέφτεται τον τίτλο στο μπλογκ που θα φτιάξει.

*Η ιστορία γράφτηκε για τις 2 παραστάσεις του έργου Το Μαντρόσκυλο της Φora etc., που θα ανέβουν σήμερα κι αύριο (23 & 24 Σεπτεμβρίου) στο Θέατρο Σοφούλη, στη Θεσσαλονίκη.


Διαβάζω εδώ και καιρό ένα επιχείρημα υπέρ της ανώνυμης δημοσίευσης γνώμης κι έρευνας το οποίο κατά τη γνώμη μου είναι σκοταδιστικό, αντιδημοκρατικό κι εν πολλοίς στρεβλό. Λένε κάποιοι ότι στο Διαδίκτυο, η ανωνυμία μας κάνει να προσέχουμε τα περιεχόμενα κι όχι τις μορφές, να δίνουμε βαρύτητα σε αυτά που λέγονται κι όχι σε αυτούς που τα λένε. Με μια πρώτη ματιά το επιχείρημα φαίνεται βάσιμο. Τέλος στις αυθεντίες, στους σταρ, στους κάθε λογής επώνυμους και διάσημους. Καλωσήρθατε στον ισότιμο κόσμο της ανωνυμίας, όπου κάθε άποψη στέκεται ισότιμα δίπλα στις άλλες, χωρίς τη διαμεσολάβιση των ειδικών, των ειδημόνων, των επαϊόντων. Το Διαδίκτυο και η ανωνυμία ως δομικό χαρακτηριστικό του, δίνει τη δυνατότητα στον καθένα να διατυπώσει μια άποψη, να δημοσιεύσει μια έρευνα χωρίς να χρειάζεται να πάρει έγκριση από κάπου, κι αυτό είναι πολύ σημαντικό. Σε κάποιες -εξαιρετικές- περιπτώσεις είναι πιθανό να είναι ακόμα και επιβεβλημένη η ανωνυμία. Όμως η ανώνυμη δημοσίευση, σύμφωνα με τους θιασώτες του επιχειρήματος, εξασφαλίζει de facto την ισοτιμία των απόψεων κι όχι μόνο κατά περίπτωση.

Κατά τη γνώμη μου αυτό είναι ό,τι πιο σκοταδιστικό θα μπορούσε κάποιος να φανταστεί. Φυσικά κι έχει μεγάλη σημασία ποιός λέει τί. Η άποψη ενός πυρηνικού φυσικού για ένα θέμα ασφάλειας εργοστασίου πυρηνικής ενέργειας είναι απείρως πιο σημαντική απ’ την άποψη ενός νεαρού που έχει διαβάσει 2 βιβλία και περνά τον ελεύθερο χρόνο του στα Social Media. Όχι ότι δεν έχει βαρύτητα η άποψή του, κάθε άλλο, αλλά όπως και να το κάνουμε, η γνώμη και η έρευνα ενός ανθρώπου που έχει ξοδέψει χρόνο και χρήμα, που έχει αφιερωθεί σε ένα ή περισσότερα ζητήματα κι έχει δεσμευτεί με την υπογραφή του, είναι πολύ πιο βαρύνουσα απ’ τη γνώμη ενός κακοπληροφορημένου, ημιμαθούς πολίτη που πηγαίνει σε δημόσια wi-fi spots για να διανείμει τι σοφία του. (περισσότερα…)


Το φιλμ “Η περίπτωση Λάρι Κράουν” (Larry Crowne, 2011) του Τομ Χανκς με πρωταγωνιστή τον ίδιο, είναι κατά τη γνώμη μου μετριότατο ως και αδιάφορο. Το κοινότοπο σενάριο, η άνευρη και χωρίς φαντασία σκηνοθεσία, η απουσία ευρημάτων, έμπνευσης και ενδιαφέροντος απ’ τη μεριά των ηθοποιών συνθέτει ένα παράδειγμα προς αποφυγή, μια διασκεδαστική ταινία για κατανάλωση στο σπίτι. Στο φιλμ ωστόσο υπάρχει ένα πολύ ενδιαφέρον στοιχείο, το οποίο επιχειρεί κατά κάποιο τρόπο να συγκροτήσει ένα στερεότυπο για τους μπλόγκερ, σκιαγραφώντας ένα πρόχειρο πορτρέτο τους.

Ο πρωταγωνιστής, αφού χάσει τη δουλειά του γράφεται στο πανεπιστήμιο για να παρακολουθήσει κάποια μαθήματα. Ένα απ’ αυτά τα μαθήματα διδάσκεται απ’ την όμορφη Τζούλια Ρόμπερτς. Η Ρόμπερτς παίζει το ρόλο μιας κυνικής καθηγήτριας που έχει χάσει το ενδιαφέρον της για τη διδασκαλία, αλλά και για τη ζωή. Ο λόγος της κατάθλιψής της συμπυκνώνεται στο πρόσωπο του άνδρα με τον οποίο συζεί. Πρόκειται για ένα γοητευτικό τύπο με ρυτίδες γύρω στα 50, ο οποίος συστήνεται στην ταινία ως μπλόγκερ. Τον γνωρίζουμε όταν η Ρόμπερτς τον πιάνει να βλέπει πορνό στον υπολογιστή του. Σύμφωνα με την Ρόμπερτς, ο άνδρας της αντί να γράφει ή να κάνει κάτι άλλο, βλέπει συνέχεια τσόντες. Γι’ αυτό το λόγο θα χάσει στο τέλος την αναμέτρηση με τον Τομ Χανκς, που είναι ο τίμιος, εργατικός, αξιαγάπητος και ταπεινός τύπος που δεν το βάζει κάτω ποτέ, που βλέπει τη θετική πλευρά της ζωής και φτάνει να κάνει παρέα με νέους που οδηγούν σκούτερ και βέσπα. (περισσότερα…)