Παρότι κάποιοι φαίνεται να γνωρίζουν την ημερομηνία των επόμενων βουλευτικών εκλογών, το μόνο που γνωρίζουμε με βεβαιότητα όλοι εμείς οι κοινοί θνητοί είναι ότι στις 7 Ιουνίου θα έχουμε Ευρωεκλογές. Αυτές οι εκλογές θα είναι το πρώτο μεγάλο τεστ για όλα τα κόμματα να αποδείξουν ότι θέλουν να λύσουν ένα μείζον κοινωνικό ζήτημα. Αναφέρομαι βέβαια στις παράνομες διαφημιστικές πινακίδες (στο δεύτερο τεύχος του POSTMedia μπορείτε να διαβάσετε ένα ενδιαφέρον αφιέρωμα). Εδώ και μερικούς μήνες έχει συσταθεί στο Κοινοβούλιο ειδική διακομματική επιτροπή που προωθεί την αποξήλωση όλων των παράνομων διαφημιστικών πινακίδων. Στο τραπέζι πέφτουν πολλές, ακόμα και ακραίες προτάσεις («να συλληφθεί κάποιος δήμαρχος» λέει η βουλευτής κ. Πιπιλή), κάτι που δείχνει ότι το φαινόμενο είναι τόσο καλά ριζωμένο που μοιάζει αδύνατο να λυθεί, όσο δυνατή κι αν είναι η βούληση αυτών που παίρνουν την πρωτοβουλία. (περισσότερα…)

Είναι μια πρακτική που υιοθετείται τόσο από «ελαφρείς» όσο κι από «σοβαρούς» ραδιοφωνικούς σταθμούς. Εκτός απ’ τον καταιγισμό διαδφημίσεων που διακόπτουν συνεχώς το πρόγραμμα, έχει εφευρεθεί ένας ακόμα πιο «ύπουλος» τρόπος προώθησης προϊόντων, ο οποίος μετατρέπει το δημοσιογράφο σε διαφημιστή. Αναφέρομαι στο όλo και πιο συχνό φαινόμενο να εκφωνούνται διαφημίσεις απ’ τα χείλη των δημοσιογράφων και γενικά των ραδιοφωνικών παραγωγών εντός του δικού τους προγράμματος. Εκεί που ακούς μια εκπομπή ενημερωτικού περιεχομένου, ξαφνικά και λίγο πριν το διάλειμμα ο δημοσιογράφος αρχίζει να εκθειάζει συγκεκριμένο προϊόν για τις αρετές του. Αυτό το κάνει αρκετές φορές μέσα στην εκπομπή, και καθημερινά για όσο διαρκεί το συμβόλαιο που έχει υπογραφεί μεταξύ του σταθμού και της διαφημιστικής εταιρείας. (περισσότερα…)

Όποιος ακούει ραδιόφωνο αυτές τις ημέρες είναι αναγκασμένος να ακούει διαρκώς μια κακόγουστη διαφήμιση με εντελώς ρατσιστικό περιεχόμενο για τους ανθρώπους της τρίτης ηλικίας. Το εν λόγω τζινγκλ είναι γελοίο από κάθε άποψη, αλλά βέβαια τη δουλειά την κάνει, όπως την κάνουν όλα τα διαφημιστικά της συγκεκριμένης διαφημιζόμενης εταιρείας. Όσο πιο «φθηνό» το περιεχόμενο ενός τζινγκλ, όσο πιο χαμηλό το επίπεδο του ρεφρέν, τόσο πιο «κολλητικό» στους εγκεφάλους των ακρατών. Δεν αναφέρω καν το όνομα του καταστήματος που διαφημίζεται, αν και είμαι βέβαιος ότι όλοι έχετε καταλάβει σε τί αναφέρομαι. Με τον κίνδυνο να χαρακτηριστώ αφελής, θα κάνω μια πρόταση στα σοβαρά Μέσα, αν έχουν μείνει τέτοια στη χώρα, και θα ζητούσα να ελέγξουν αυτά (αφού δεν το κάνει κανείς άλλος) το περιεχόμενο των διαφημιστικών μηνυμάτων που μεταδίδουν. Κατανοώ ότι τα έσοδα απ’ τις διαφημίσεις είναι ζωτικής σημασίας για τα Μέσα, αλλά νομίζω ότι μηνύματα σαν κι αυτό είναι καθαρή πρόκληση. Οι διαφημιζόμενοι και οι διαφημιστές κάνουν επίδειξη εξουσίας, τοποθετώντας στο πρόγραμμα των Μέσων, ό,τι πιο χυδαίο και προσβλητικό περνά απ’ το μυαλό τους. Οι ιδιοκτήτες και οι διοικητές των Μέσων μοιάζουν ανίσχυροι μπροστά σ’ αυτή τη λαίλαπα και το αποτέλεσμα είναι να καταβροχθίζουμε αγόγγυστα όλοι εμείς, ως ακροατές, τα τοξικά και ρατσιστικά τζιγκλάκια των πονηρών διαφημιστών. Η μετάδοση τέτοιων μηνυμάτων είναι νομίζω ικανός λόγος για να επαναξιολογηθεί η σχέση του καθενός μας με τα Μέσα που δε σέβονται τους καταναλωτές τους.