Τα τελευταία χρόνια έχω επικεντρωθεί στη μελέτη κι έρευνα κάποιων πολύ συγκεκριμένων πεδίων. Συγκεκριμένα έχω εστιάσει στο Διαδίκτυο, τη Διαφήμιση, την Κατανάλωση κι εσχάτως στην Οδική Ασφάλεια.

Σε όλα αυτά τα αντικείμενα έχω αντιμετωπίσει μια σειρά από αντιδράσεις που έχουν ως κοινό παρανομαστή την καχυποψία, τη δυσπιστία και την αδιαφορία. Λογικό, καθώς ποτέ δεν ανήκα σε κάποια “παρέα”, ή κλίκα διανοούμενων. Ωστόσο, η κριτική, η έρευνα κα τα συμπεράσματά μου, θα μπορούσαν να αποτελέσουν έστω κάποια αφορμή για διαλόγους -κάτι που έγινε πάρα πολύ αποσπασματικά και περιθωριακά. Ο λόγος της ανάρτησης όμως δεν είναι να γκρινιάξω, άλλωστε πολλές φορές έχω φιλοξενηθεί σε κοινωνικούς χώρους και σε Μέσα για να μιλήσω. Το παράπονό μου δεν είναι προσωπικό.

Αυτό που θέλω να πω είναι ότι στη χώρα μας τα τοπικά, τα μερικά ζητήματα αντιμετωπίζονται με περιφρόνηση. Αν δεν μιλάς για την παγκόσμια επανάσταση ή τουλάχιστον για την Ελληνική επανάσταση, δε σου δίνει κανένας σημασία. Γενικά, αν δεν φωνάζεις, αν δεν προσβάλλεις, αν δεν λες χοντράδες είναι απίθανο να ακουστείς ως νέος διανοούμενος. Η εμπειρία μου είναι ξεκάθαρη. Ελάχιστοι, οι μάλλον μόνο οι περισσότερο ευαίσθητοι κι ανεξάρτητοι άνθρωποι θα δώσουν σημασία στη δουλειά σου, αν αυτή δεν περιέχει μεγαλοστομίες, αν δεν ασχολείται με το όλον (και μάλιστα με τη λογική του όλα ή τίποτα), αν δεν βάζει στο στόχαστρο κάτι πραγματικά μεγάλο.

Ουσιαστικά, έχει καλλιεργηθεί στο δημόσιο λόγο ένας μαξιμαλισμός που διαβρώνει κάθε δημόσια έκφραση κι είναι σχεδόν υποχρεωτικός. Είτε γράψεις βιβλίο, είτε γυρίσεις ταινία, είτε πεις κάτι δημόσια, αυτό το κάτι θα πρέπει να έχει έναν συνολικό χαρακτήρα, να περιγράφει την κατάσταση ολοκληρωτικά, να ζωγραφίζει τη μεγάλη, τη μεγαλύτερη δυνατή εικόνα και να ζητάει το αδύνατο, το ανέφικτο. (περισσότερα…)

Ο μεγαλοαπατεώνας με χειροπέδες κάνει το σήμα της νίκης

Χθες είδα ένα όνειρο.

Ήταν 2020. Στην Ελλάδα δεν υπήρχε καμία μαφία να εκβιάζει ή να κλέβει, καμία συντεχνία να κοιτάζει μόνο το δικό της συμφέρον, κανένας ανεύθυνος συνδικαλιστής, επιχειρηματίας ή δικαστικός ή απλός πολίτης να υπονομεύει το κοινό καλό. Η χωρά κυβερνιόταν από έντιμους, ικανούς κι αδιάφθορους πολιτικούς. Οι πολίτες σέβονταν τους νόμους. Υπήρχε παντού ευημερία, κοινωνική ειρήνη, δικαιοσύνη. Όλα κυλούσαν ήρεμα, όμορφα, γλυκά. Ώσπου ένας άνθρωπος, ένα απ’ τα πιο δημοφιλή και αγαπητά πρόσωπα της χώρας, ηθοποιός, επιχειρηματίας, πρωταθλητής στο χαντ σέικινγκ, συγγραφέας, τραγουδιστής, και πολιτικός με αριστερές καταβολές, συλλαμβάνεται για μια μεγάλη απάτη, την πιο μεγάλη απάτη όλων των εποχών. Όλοι αρχίζουν να αναρωτιούνται τί δεν πήγε καλά και πως φτάσαμε ως εδώ. Ο άνθρωπος αυτός κατάφερε να ρίξει όλο το δημόσιο ταμείο έξω. Χρημάτιζε τους πάντες, διακινούσε πλαστά στοιχεία και στατιστικά, ήταν η προσωποποίηση της απάτης. Κανείς δεν ήθελε να παραδεχτεί ότι η ευημερία και η πρόοδος της κοινωνίας στηριζόταν στις αθέμιτες πρακτικές αυτού του ανθρώπου γι’ αυτό ξεκίνησαν μεγάλες διαδηλώσεις υποστήριξής του.

Στην απολογία του υποστήριξε ότι τα έκανε όλα για το καλό της πατρίδας.

Η απονομή της δικαιοσύνης ήταν άμεση κι αυστηρότατη. Ισόβια κάθειρξη. Ο μεγαλοαπατεώνας πήγε άμεσα στη φυλακή. Οι διοικητές της χώρας όμως συνειδητοποίησαν ότι ο άνθρωπος που μόλις έβαλαν στη φυλακή, ήταν ο κινητήριος μοχλός της οικονομίας και της κοινωνίας. Πλέον, κανείς δεν εφάρμοζε τους νόμους, κανείς δεν πλήρωνε τους φόρους, κανείς δε σεβόταν τον άλλο. Ο λαός ζητούσε την αποφυλάκιση του συμβόλου του. Κι επειδή δεν είχε ξεχαστεί η κουλτούρα της ανοχής, όντως ο αγαπητός μεγαλοαπατεώνας αποφυλακίστηκε στα 2 χρόνια. Κι όταν βγήκε έγινε αμέσως αρχηγός ενός κόμματος. Οι ψηφοφόροι θυμούνταν τους πατεράδες και τους παππούδες τους που έλεγαν ότι ένας μεγαλοαπατεώνας θα μας σώσει. Έτσι κι έγινε. Όταν έγιναν εκλογές ο μεγαλοαπατεώνας ορκίστηκε πρωθυπουργός. Κι όταν πήρε την πρώτη του απόφαση ξύπνησα.

Είμαι ξαπλωμένος σε μια ξαπλώστρα, κάτω απ’ την ομπρέλα και διαβάζω το τελευταίο βιβλίο του Ουελμπέκ, στριμωγμένος ανάμεσα σε δεκάδες άλλους, σε μια πολύβουη, αλλά όμορφη παραλία. Μπροστά μου μια φωνάσκουσα τετραμελής οικογένεια. Ο σύζυγος ψάχνεται για κουβέντα. Έχει αφιερώσει το πολύ πέντε λεπτά σε κάθε δραστηριότητα, πέντε λεπτά ρακέτες με το γιο, πέντε λεπτά ρακέτες με την κόρη, πέντε λεπτά να πιεί τον φραπέ, πέντε λεπτά καβγάς με τη σύζυγο, πέντε λεπτά να καπνίσει ένα τσιγάρο, πέντε λεπτά αθλητική εφημερίδα, πέντε λεπτά σκανάρισμα της παραλίας, πέντε λεπτά θαυμασμός των οπισθίων μιας νεαρής, πέντε λεπτά να ξεφυλλίσει το κουτσομπολίστικο περιοδικό της συζύγου, πέντε λεπτά πλατσούρισμα στη θάλασσα, πέντε επιπλέον λεπτά με κάθε παιδί παιχνίδι στην άμμο, ο τύπος έχει εξαντλήσει κάθε δυνατό πεντάλεπτο, κι έχει χάσει κάθε ενδιαφέρον για την παραλία. Σημειωτέον, όλα αυτά τα έχει κάνει με τέτοιο τρόπο ώστε να μην μείνει τίποτα απαρατήρητο απ’ τους άλλους. Έχουν περάσει ήδη τα πέντε λεπτά βαρεμάρας, ώσπου στρέφεται σε ‘μένα. (περισσότερα…)