Το μουνάκι της Ειρήνης

Είμαι ξαπλωμένος σε μια ξαπλώστρα, κάτω απ’ την ομπρέλα και διαβάζω το τελευταίο βιβλίο του Ουελμπέκ, στριμωγμένος ανάμεσα σε δεκάδες άλλους, σε μια πολύβουη, αλλά όμορφη παραλία. Μπροστά μου μια φωνάσκουσα τετραμελής οικογένεια. Ο σύζυγος ψάχνεται για κουβέντα. Έχει αφιερώσει το πολύ πέντε λεπτά σε κάθε δραστηριότητα, πέντε λεπτά ρακέτες με το γιο, πέντε λεπτά ρακέτες με την κόρη, πέντε λεπτά να πιεί τον φραπέ, πέντε λεπτά καβγάς με τη σύζυγο, πέντε λεπτά να καπνίσει ένα τσιγάρο, πέντε λεπτά αθλητική εφημερίδα, πέντε λεπτά σκανάρισμα της παραλίας, πέντε λεπτά θαυμασμός των οπισθίων μιας νεαρής, πέντε λεπτά να ξεφυλλίσει το κουτσομπολίστικο περιοδικό της συζύγου, πέντε λεπτά πλατσούρισμα στη θάλασσα, πέντε επιπλέον λεπτά με κάθε παιδί παιχνίδι στην άμμο, ο τύπος έχει εξαντλήσει κάθε δυνατό πεντάλεπτο, κι έχει χάσει κάθε ενδιαφέρον για την παραλία. Σημειωτέον, όλα αυτά τα έχει κάνει με τέτοιο τρόπο ώστε να μην μείνει τίποτα απαρατήρητο απ’ τους άλλους. Έχουν περάσει ήδη τα πέντε λεπτά βαρεμάρας, ώσπου στρέφεται σε ‘μένα.

“Τί διαβάζεις φιλαράκο;” με ρωτά λες και με γνωρίζει δέκα χρόνια.

Αιφνιδιάζομαι λίγο, σκέφτομαι πως είναι δυνατό κάποιος να μη διαβάζει στην παραλία, αλλά του απαντάω γρήγορα.

“Ένα μυθιστόρημα”

“Ελληνικό;”

“Όχι, ξένο”

Παρατηρώ ότι στον ώμο του έχει ένα τατουάζ, μια σύνθεση με την Ελληνική σημαία, μια μπάλα κι από κάτω το όνομα Μαρίνα. Οι απαντήσεις μου είναι κοφτές, ξερές, φωνάζουν ότι θέλω να συνεχίσω αυτό που κάνω. Όμως εκείνος έχει άλλη γνώμη.

“Εγγλέζικο;”

“Όχι, Γαλλικό”

Κοιτάζει τριγύρω, εστιάζει για λίγο ξανά τα οπίσθια της νεαρής, που τώρα παίζει ρακέτες με το φίλο της και μου λέει:

“Έχω να διαβάσω βιβλίο απ’ το σχολείο. Όχι ότι διάβαζα και τότε, αλλά επίσημα από τότε έχω να ανοίξω βιβλίο…”

“Δε σου άρεσε…” του λέω, προσπαθώντα να επιστρέψω στον Ουελμπέκ.

“Μου λένε ότι δε μπορώ να συγκεντρωθώ” συνεχίζει εκείνος απτόητος, και προσθέτει χωρίς περιστροφές “αλλά να σου πω την αλήθεια, νομίζω ότι τα βιβλία είναι χάσιμο χρόνου”

“Όχι όλα” του λέω χαμογελώντας.

Ξανακοιτάζει τριγύρω, κάνει μια παύση για να βεβαιωθεί ότι η οικογένεια συνεχίζει να βρίσκεται στο νερό, και κοιτάζει το βιβλίο μου.

“Αυτό εδώ ας πούμε” λέει δείχνοντάς το, “τί λέει;”

“Ακόμα δεν το έχω διαβάσει” του απαντώ.

“Τί θα σου προσφέρει; Θα καταλάβεις καλύτερα τί συμβαίνει γύρω σου; Πώς; Χωρίς να κοιτάζεις γύρω σου περιμένεις ένα βιβλίο να σου πει τι γίνεται γύρω σου;”.

Έχει στρέψει το βαρύ σώμα του προς την πλευρά μου. Θέλει οπωσδήποτε να δω το τατουάζ του. Όμως μοιάζει να έχει πάρει την κουβέντα πολύ σοβαρά και δε θέλω να του το χαλάσω.

“Υπάρχουν πάρα πολλά βιβλία” του λέω. “Νομίζω ότι σίγουρα υπάρχει μια επιλογή καλών βιβλίων για τον καθένα. Το δύσκολο είναι να τα ανακαλύψεις και να εξασφαλίσεις χρόνο για να τα διαβάσεις”

Τώρα έδειχνε ακόμα πιο προβληματισμένος.

“Δε μπορώ να φανταστώ ότι υπάρχει βιβλίο για ‘μένα” είπε με νόημα.

“Είμαι σίγουρος ότι υπάρχουν πολλά που θα μπορούσαν να σου μιλήσουν αρκετά…” του απάντησα.

“Πες μου ένα” με προκάλεσε, “κι αν μ’ αρέσει θα σου βγάλω το καπέλο”, είπε κάνοντας μια κίνηση προσποιούμενος ότι βγάζει το καπέλο του μπέηζμπολ που φορούσε.

Έκανα μια πανοραμική κίνηση του κεφαλιού μου, σαν το σκανάρισμα που έκανε εκείνος, όταν εντόπισε τα οπίσθια της νεαρής, και του είπα:

“Το μουνάκι της Ειρήνης”

“Τί;” είπε ξαφνιασμένος.

“Το μουνάκι της Ειρήνης, Λουί Αραγκόν”

“Πλάκα μου κάνεις”

“Καθόλου, είναι ένα βιβλίο, και μάλιστα πολύ ενδιαφέρον!”

“Τσόντα;” είπε με πονηρό ύφος.

“Ποιητική” του είπα γελώντας.

“Θα το βρω στα βιβλιοπωλεία;”

“Νομίζω ότι είναι εξαντλημένο” του είπα, “άλλά όποιος ψάχνει, βρίσκει…”

Ακριβώς εκείνη τη στιγμή πλησιάζει στην ομπρέλα η γυναίκα του.

“Γυναίκα” της λέει μ’ ενθουσιασμό, “το απόγευμα να πάμε στο βιβλιοπωλείο που είδα στο χωριό”.

Εκείνη σαν να μην πίστευε αυτό που άκουγε, κάθισε για λίγα δευτερόλεπτα με την πετσέτα της τυλιγμένη γύρω στο βαρύ της σώμα, να τον κοιτάζει σαν να έβλεπε τον Μπραντ Πιτ. Επειδή όμως αυτά δε γίνονται στην πραγματικότητα, άλλαξε αμέσως θέμα, του είπε κάτι για ένα κατόρθωμα των παιδιών κι ότι ήταν ώρα να φύγουν.

Με κοίταξε, έκανε κάπως βεβιασμένα κι αμήχανα την κίνηση ότι βγάζει το καπέλο και ξεκίνησε το πεντάλεπτο πρότζεκτ μαζέματος των πραγμάτων. Αν δεν κάνω λάθος, φαινόταν να έχει καλύτερη διάθεση. Ίσως επειδή σε λίγο θα έτρωγε, δεν ξέρω. Δεν τον ξαναείδα.

Ενδόμυχα δεν έχω πάψει να πιστεύω ότι μπορεί να εξευγένισα και να πρόσθεσα έναν ακόμα αναγνώστη στην ανθρωπότητα.

9 Comments

  1. Χαχα! Πραγματικά η αντίθεση μεταξύ κλασικού ελληναρά της παραλίας κι ενός ανθρώπου που δεν θέλει να κάνει τα ίδια.

    Το έχω πάρει απόφαση πως στην παραλία δεν γίνεται να διαβάσεις, όχι για την πιθανότητα κάποιος να σου μιλήσει, αλλά για όλα τα υπόλοιπα, ειδικά γι’ αυτούς που θέλουν να…κάνουν αισθητή την παρουσία τους.

    Έχω περιέργεια αν τελικά έψαξε ο τύπος να το βρει! :p
    Η αλήθεια είναι ότι το βιβλίο είναι πολύ παρεξηγημένο στην Ελλάδα.
    Σε παρόμοια συζήτηση, με παρέα, όταν ήλθε η κουβέντα για το τι κάνουμε στον ελεύθερο χρόνο, φίλος φίλου, πετάγεται και λέει με περισπούδαστο ύφος: «Δεν μ’ αρέσουν τα βιβλία γιατί θέλω να μείνω καθαρός και να έχω ανοιχτούς ορίζοντες!».

    No comments…

  2. Αυτός ήταν εμφανώς ένας διψασμένος άνθρωπος! Εάν κάποιος είχε αφιερώσει 1-2 ωρίτσες να του δείξει πώς διαβάζουμε ένα βιβλίο, όταν ήταν 7-8 χρονών, θα είχατε πιάσει τώρα κουβεντούλα για τις κοινωνιολογικές συνιστώσες της εχθρότητας μέρους της γαλλικής διανόησης προς τον Ουελμπέκ! Αλλά προφανώς το κοντινότερο σε ανάγνωση πράγμα που έζησε είναι ο βιασμός της ευαισθησίας και της λογικής του από τα υπεροχότατα σχολικά βιβλία του δημοτικού με νταβατζή τη γνωσιοφοβική δασκάλα του.
    Οι διψασμένοι άνθρωποι είναι η πλειοψηφία στον κόσμο μας… Και είναι και η ελπίδα του, γιατί οι λίγοι χορτάτοι και ξεδιψασμένοι δεν φτάνουν και, ίσως δεν θέλουν – οι αριστοκράτες αυτοί! – να ξοδέψουν λίγο από τον εαυτό τους.
    Άλλα έπρεπε να το καταλάβεις βρε Μανώλη: η οπτική περιπλάνησή του στα (όμορφα, ας υποθέσω) οπίσθια της νεαρής, τι άλλο δείχνουν παρά μια γνήσια και πηγαία κραυγή για καθαρή αισθητική απόλαυση;

  3. Πρωτη μου φορα σε διαβαζω!
    Πολυ εξυπνα δοσμενο! Η περιγραφη του ελληναρα αδιαβαστου δινει ρεστα! Συγχαρητηρια!

  4. Το βιβλίο περιλαμβάνεται στο εκδοτικό πρόγραμμα (επανεκδόσεων) του εκδοτικού οίκου Νεφέλη, οπότε θα είναι πλέον εύκολο να το βρει κάθε ενδιαφερόμενος. Δεν ξέρω πώς ήταν ο τίτλος του στην παλιά έκδοση πάντως στη νέα ο τίτλος θα είναι «Το μουνί της Ειρήνης».

  5. Χαχαχα, ο τύπος πέρασε από το «δεν μου αρέσει να διαβάζω» στο «θα κάνω τα πάντα για να μη διαβάσεις ούτε εσύ» .Χαρα στο κουράγιο σου, ίσως όπως λες να ευοδώσει!

  6. Για να πω την αλήθεια μου, έφτασα στο κατώφλι τούτου εδώ του μπλογκ μέσω… Χαραλαμπόπουλου.

    Η ιστοριούλα αυτή, θαρρώ, αποτελεί γλαφυρή περιγραφή μιας πραγματικότητας. Μπράβο σου.

    Εξαιρετικά εύστοχο και το σχόλιο του Τάσου. (Κι εγώ τα πρώτα μου βιβλία ξεκίνησα να τα διαβάζω σε σχετικά μεγάλη ηλικία, κάπου στα 17-18. Μετά το σχολείο, δηλαδή. Μέχρι τότε με απωθούσαν, τώρα δεν θέλω να κανω τίποτ’ άλλο… Αυτό περί πλειοψηφίας δίψασμένων ανθρώπων).

  7. Εξαιρετικό το κείμενο…ωστόσο κάποιες φορές συναντάς ανθρώπους στη ζωή σου-που ενώ δεν έχουν αγγίξει βιβλίο-η στάση της ζωής τους και μόνο δηλώνει την ύπαρξη μιας βαθιάς σοφίας που είναι σαν να’ ρχεται απ’τα βάθη των αιώνων.Προσωπικά υποκλίνομαι σ’ αυτούς…
    Καλημέρα Μανώλη.

Σχολιο

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s