Διάβασα την ανάρτηση του πολύ καλού συναδέλφου Θοδωρή Γεωργακόπουλου με τον τίτλο Ο μύθος της «άλλης Ελλάδας» κι έκανα κάποιες σκέψεις.

Αν βαριέστε ή δεν έχετε χρόνο να διαβάσετε παρακάτω, να συνοψίσω: καθετί καλό ή κακό, πάντα στην ιστορία ξεκινούσε από λίγους. Αν αύριο το πρωί τα Μέσα μας άρχιζαν συστηματικά να παρουσιάζουν προσωπικότητες και συμπεριφορές που εργάζονται για έναν καλύτερο κόσμο, σταδιακά θα αρχίζαμε όλοι να αναγνωρίζουμε τους εαυτούς μας στις καλές κι ελπιδοφόρες πρακτικές. Αυτό που σήμερα μοιάζει μειοψηφικό και περιθωριακό θα γινόταν κοινός τόπος. Σκεφτείτε τί ήταν οι νεοναζί πριν από δύο μόλις χρόνια. Σήμερα έχουν δημιουργήσει ένα ικανό ρεύμα, γιατί επέμειναν, γιατί το πίστεψαν, γιατί ευνοήθηκαν απ’ τη συγκυρία κι απ’ την υποδοχή που τους επιφύλαξε μεγάλο μέρος της ελίτ, παρουσιάζοντάς τους σαν κάποια λύση και φιλοξενώντας τους στα Μέσα, και γιατί βέβαια πόνταραν στη μεταδοτικότητα των αρνητικών συναισθημάτων.

Η μεταδοτικότητα του ανθρώπινου συναισθήματος είναι δεδομένη. Αν τα Μέσα μας επένδυαν σ’ ένα διαφορετικό μοντέλο ανθρώπου, αν αναδείκνυαν κι αντάμοιβαν τις καλές πρακτικές και τις ορθές συμπεριφορές το αποτέλεσμα θα ήταν εντυπωσιακό. Ο Θοδωρής πιστεύει ότι το Ελληνικό πρόβλημα είναι άλυτο. Διαφωνώ κάθετα. Αν επενδύαμε σ΄αυτούς που χτίζουν, που δημιουργούν, που παλεύουν να ενώσουν κι όχι να χωρίσουν, τότε τα πράγματα θα έπαιρναν μια πολύ διαφορετική τροπή. Η αλήθεια είναι ότι το Ελληνικό πρόβλημα μοιάζει άλυτο, αλλά δεν είναι.

Πιο συγκεκριμένα, αναφορικά με την αδύναμη ή την ανύπαρκτη “άλλη Ελλάδα”: (περισσότερα…)

Έχουμε εστιάσει συλλογικά σ’ αυτό που μας λείπει. Νιώθουμε λειψοί σε όλα και ψάχνουμε να αναπληρώσουμε όσα μας λείπουν “με το πάτημα ενός κουμπιού” ή με κάποια μαγική λύση. Θεωρούμε ότι λείπει αυτό ή αυτός που θα μας “σώσει” κι έτσι γινόμαστε μνησίκακοι όταν υποψιαζόμαστε δυνατότητα επίμοχθης ολοκλήρωσης ή πληρότητας, με αποκλειστικά δική μας ευθύνη. Σπεύδουμε να αυτοκαταστραφούμε για να μην δούμε την προκοπή, αφού η προκοπή αναγκαστικά περιλαμβάνει τον άλλον, καθώς και προσωπική δουλειά, προσπάθεια, αποτυχία, και επίμονη αναζήτηση. Δεν θέλουμε ούτε τον άλλον, ούτε τη δουλειά. Αναβάλλουμε διαρκώς τόσο τη συνάντηση μαζί του, όσο και τη δουλειά που πρέπει να κάνουμε με τον εαυτό μας. Τόσο ο άλλος, όσο και ο ίδιος ο εαυτός μας είναι πάντα εμπόδιο. Προτιμούμε να βυθιστούμε όλοι στο σκοτάδι, απ’ το να προσπαθήσουμε να βγούμε στο φως με τις δυνάμεις μας και με τη συνεργασία.

Κάθε ευ ζην περνά μέσα από αυτογνωσία και υγιή σχέση με τον άλλον. (περισσότερα…)

Αλλεπάλληλες ορδές μαθητών δε θα μάθουν ποτέ την ουσία της γοητείας της ανακάλυψης, δε θα πειραματιστούν με τις εν υπνώσει δεξιότητές τους, δε θα συμπράξουν στην επίτευξη ενός ομαδικού έργου.

Γράφει ο Διονύσης Κάρδαρης

Καθ’ όλη τη σχολική πραγματικότητα η οποία συμφύεται της εποχής της μεταπολίτευσης1 –και δη στην πιο βολονταριστική της φάσηέννοιες όπως ευγενής άμιλλα ή σχολική πρόοδος αποτιμούνταν αναφορικά με το αναπόδραστο τρίπτυχο βαθμοθηρία-εύνοια καθηγητών-έπαινος. Ωσάν να ήταν εκείνη η φόρμουλα η μοναδική στενωπός προς τη γνώση και την περιπόθητη κοινωνική καταξίωση… (περισσότερα…)