Εξαιτίας της κρίσης, των μνημονίων, των κουρεμάτων, και των πολιτικών εξελίξεων, παρατηρούμε ένα κύμα διεθνούς υποστήριξης προς τον Ελληνικό λαό. Έτσι τουλάχιστον παρουσιάζεται στα κοινωνικά και τ’ άλλα Μέσα. Παράλληλα κάποιοι διαφημίζουν το τουριστικό προϊόν της χώρας, προβάλλοντας τις ομορφιές του. Αγαπώ αυτό τον τόπο, όπως αγαπώ και πολλούς ανθρώπους εδώ. Όμως δε μπορώ να πω σε κάποιον ξένο, έλα στη χώρα μου, θα περάσεις καλά. Ναι είναι μια όμορφη χώρα, με πολλούς ωραίους ανθρώπους, με ξεχωριστές ομορφιές, αλλά εδώ έχει πάει κάτι πολύ στραβά κι είναι πραγματικά μεγάλο ρίσκο να έρθει κάποιος εδώ και να κυκλοφορήσει σ’ αυτούς τους δρόμους, ανάμεσα σ’ αυτούς τους οδηγούς. Μόνο σε λάτρεις του ζην επικινδύνως θα σύστηνα την κυκλοφορία σ’ αυτούς τους δρόμους. Εμείς το έχουμε συνηθίσει. Σε κάθε οικογένεια υπάρχει και κάποιος νεκρός ή τραυματίας από τροχαίο. Δε συμβαίνει παντού όμως αυτό. (περισσότερα…)

Είμαι πολύ λυπημένος. Έχω το ίδιο συναίσθημα πόνου κι αδικίας που έχω νιώσει δεκάδες φορές όταν έρχομαι κοντά, πολύ κοντά στο θάνατο. Κι αυτό δε συμβαίνει σπάνια, αφού τα τελευταία χρόνια ασχολούμαι με τα τροχαία εγκλήματα και την οδική ασφάλεια.

Σήμερα το βράδυ χάθηκε ένας ποιητής, ένας άνθρωπος που με ενέπνευσε και μ’ έκανε να αγαπήσω τον κινηματογράφο, να σκεφτώ ότι αυτή η τέχνη μπορεί να είναι και ποίηση και δοκίμιο και κείμενο. Σκοτώθηκε ο σκηνοθέτης Θόδωρος Αγγελόπουλος στα 77 του χρόνια. Τον αφήσαμε με τα χίλια ζόρια και λόγω της επιμονής του να κάνει τις ταινίες του, τον τιμήσαμε με μισή καρδιά και τον σκοτώσαμε στην κρύα άσφαλτο, όπως σκοτώνουμε καθημερινά δεκάδες και χιλιάδες συμπολίτες μας. Αυτή είναι η μεγάλη ειρωνεία και η κυριολεξία του θανάτου ενός μεγάλου ποιητή: να χαθεί απ’ τον πιο εξοργιστικό και κοινότοπο λόγο, από ένα τροχαίο, στην άσφαλτο, ενώ γύριζε την τελευταία ταινία του, ενώ έγραφε το τελευταίο του ποίημα. (περισσότερα…)


Το 1986 είπαμε τα κάλαντα κάτω απ’ την Αχαρνών.

Είμασταν πέντε παιδιά, μαζί κι η Νεφέλη.

Θυμάμαι να περιφερόμαστε γεμάτοι βιασύνη ανάμεσα από αυτοκίνητα.

Θυμάμαι τα πρώτα χρήματα που μας έδιναν οι γονείς μας κι ήταν τελικά η μισή μας είσπραξη.

Θυμάμαι να μετράμε τις δραχμούλες.

Θυμάμαι να γελάμε και να πειράζουμε τον ντροπαλό της παρέας.

Θυμάμαι να σταματάμε ξαφνικά το τραγούδι για ν’ ακουστεί μόνο αυτός.

Θυμάμαι να χτυπάμε πόρτες, πολλές πόρτες.

Και να μην ανοίγουν. (περισσότερα…)