Greek flag

Βγαίνοντας απ’ το μετρό στο Μοναστηράκι, από δική μου απροσεξία κι απ’ τη βιασύνη μου κυρίως, γλύστρισα πάνω σε μια σακούλα που περιείχε κάτι απροσδιόριστο αλλά υδαρές, κι έπεσα στο έδαφος ένα βήμα πριν απ’ τα σκαλιά. Θα μπορούσα να είχα χτυπήσει πολύ, αλλά ήμουν τυχερός. Καθώς με πονούσε ο αστράγαλός μου, είπα να κάτσω στο πρώτο σκαλί για να ξεκουραστώ. Δίπλα μου περνούσαν βιαστικοί δεκάδες άνθρωποι. Ένας άνδρας γύρω στα 60, ήρθε αμέσως μετά το πέσιμο και με ρώτησε ανήσυχος αν είμαι καλά. Τον καθησύχασα, αλλά αντί να συνεχίσει την πορεία του κοντοστάθηκε μπροστά μου και βάλθηκε να κοιτάζει ακριβώς πίσω μου.

Απ’ τη βιασύνη μου δεν είχα το είχα προσέξει. Στη στοά του σταθμού δεξιά κι αριστερά ήταν τοποθετημένα πρόχειρα οχτώ κρεβάτια αστέγων. Δηλαδή κουβέρτες, παλιά παπλώματα και χαρτόνια που έδιναν την εντύπωση κρεβατιών, για την ακρίβεια. Όλοι οι τοίχοι γύρω μας ήταν γεμάτοι από βιαστικές υπογραφές, ταγκ με μαρκαδόρο. Αλλά επάνω από ένα κρεβάτι ήταν κρεμασμένη μια Ελληνική σημαία που δέσποζε στο όλο σκηνικό.

Γύρισα το κεφάλι μου προς το μέρος που κοίταζε κι ο άνδρας.

“Ανμπιλίβαμπλ ε;” μου είπε. (περισσότερα…)

Είχα καιρό να τον δω, απ’ το σχολείο. Είχε χάσει τα μαλλιά του, φορούσε ένα παλιό κοστούμι χωρίς γραβάτα, κι είχε γενικότερα μια μάλλον αλλόκοτη όψη, αλλά το βλέμμα του ήταν ίδιο. Τον θυμόμουν καλά. Να κάθεται στα μπροστινά θρανία, να είναι ήσυχος, να κάνει παρέα περισσότερο με τα κορίτσια και να βγαίνει πάντα πρόεδρος στην τάξη. Τον συμπαθούσα πολύ. Πρότεινε να πιούμε έναν καφέ. Αλλά επειδή δεν είχε καθόλου χρήματα, όπως μού είπε, έπρεπε να τον κεράσω. Δέχτηκα. Καθίσαμε σ’ ένα καφέ πίσω απ’ τη Σταδίου. Είπαμε πώς είχε εξελιχθεί η ζωή μας όλα αυτά τα χρόνια. Εξακολουθούσε να είναι ήσυχος και να λέει λίγα. Τον ρώτησα με τί ασχολείται. Έκανε μια μικρή παύση. Κατάλαβα ότι κάτι τον δυσκόλευε στην ερώτησή μου και άλλαξα θέμα συζήτησης. Σε ανύποπτο χρόνο γύρισε το κεφάλι του προς την πλευρά μου και μου είπε:

“Βρήκες μια θέση εργασίας στο δημόσιο ή στον ιδιωτικό τομέα, το ίδιο κάνει. Δε μιλάω απαραίτητα για εσένα. Εσύ μπορεί να αποτελείς εξαίρεση. Μιλάω για τους πολλούς. Εξαιτίας κάποιου συγγενή σου, κάποιου φίλου σου, κάποιου γνωστού σου είχες την τύχη να βρεις μια οποιαδήποτε δουλειά. Όμως δεν είναι βέβαιο ότι την άξιζες εσύ. Μπορεί για τη θέση να υπήρχαν πολλοί καταλληλότεροι. Εγώ ας πούμε. Σπούδασα, έκανα μεταπτυχιακά, απέκτησα εργασιακή εμπειρία. Όμως σήμερα δεν έχω δουλειά. Και ξέρεις γιατί; Γιατί εσύ κι όλοι οι άλλοι συμβιβαστήκατε με το γεγονός ότι στην Ελλάδα δεν υπάρχει αξιοκρατία. Όποιος προλάβει, πρόλαβε. Όποιος έχει το καλύτερο μέσο, κέρδισε”. (περισσότερα…)


Το 1986 είπαμε τα κάλαντα κάτω απ’ την Αχαρνών.

Είμασταν πέντε παιδιά, μαζί κι η Νεφέλη.

Θυμάμαι να περιφερόμαστε γεμάτοι βιασύνη ανάμεσα από αυτοκίνητα.

Θυμάμαι τα πρώτα χρήματα που μας έδιναν οι γονείς μας κι ήταν τελικά η μισή μας είσπραξη.

Θυμάμαι να μετράμε τις δραχμούλες.

Θυμάμαι να γελάμε και να πειράζουμε τον ντροπαλό της παρέας.

Θυμάμαι να σταματάμε ξαφνικά το τραγούδι για ν’ ακουστεί μόνο αυτός.

Θυμάμαι να χτυπάμε πόρτες, πολλές πόρτες.

Και να μην ανοίγουν. (περισσότερα…)