Επιστρέφοντας στο σπίτι, μετά τη συνάντησή μου με τη Λένι, άρχισα να φέρνω στο μυαλό μου όλες τις Γερμανίδες που γνώρισα ποτέ. Η πρώτη ήταν η Άννε. Όταν ήμουν γύρω στα 16, εξαιτίας ενός προγράμματος ανταλλαγής μαθητών, την είχαμε φιλοξενήσει για αρκετό καιρό στο σπίτι μας. Ήταν ένα πολύ ευγενικό και χαμογελαστό κορίτσι.

Τότε, στις αρχές του Λυκείου δεν ήμουν και πολύ θερμός μαζί της, στην αγοροπαρέα μου δεν υπήρχε κενή θέση για κορίτσι, και για να είμαι ειλικρινής ντρεπόμουν λίγο για τη φιλοξενούμενή μου. Επίσης, δεν ήταν του γούστου μου, ερωτικά θέλω να πω, οπότε διανύοντας μια εποχή όπου το θέμα αυτό είχε μεγάλη σημασία, δε μπορούσα να έχω στενή φιλία μ’ ένα κορίτσι. Σήμερα νιώθω λίγες ενοχές γιατί δεν της έδειξα αρκετό ενδιαφέρον, από ανθρωπιστικής τουλάχιστον πλευράς. Πάντως δεν ήμουν ο μόνος που αντιμετώπιζε με κάποια δυσθυμία την Άννε. Θυμάμαι ότι η μάνα μου, ενώ τη συμπαθούσε πολύ, σχολίαζε αρνητικά μερικές απ’ τις συνήθειές της. Για παράδειγμα το γεγονός ότι της άρεσε να πλένει τα πόδια της στο νεροχύτη του μπάνιου. Όμως σε γενικές γραμμές η συμβίωσή μας ήταν πολύ ήρεμη και γαλήνια. Μερικές φορές ήταν και διασκεδαστική. Θυμάμαι ότι προσπαθούσα περιπαικτικά να την κάνω να πει το γράμμα “γ” σωστά. “Γ-γ-γ-γάμα” της έλεγα εγώ, “χχχχάμα” έλεγε εκείνη. Πες “γόμα” της έλεγα, “χώμα” έλεγε εκείνη και γελούσαμε όλοι μαζί. (περισσότερα…)

Δε θα το πιστέψετε αλλά σήμερα συνάντησα ξανά την εκκεντρική γνωστή μου που είχε κουρευτεί σαν τη Μέρκελ. Μου πρότεινε να πάμε και για καφέ αλλά δεν είχα χρόνο, “μια άλλη φορά ίσως” της είπα. Δε θυμόμουν το όνομα της, και προσπάθησα να βρω έναν ευγενικό τρόπο να της το πω για να μην την προσβάλλω. Ούτε εκείνη θυμόταν το δικό μου. Μου είπε πως τη λένε “Λένι”. Της έδωσαν οι γονείς της αυτό το όνομα γιατί αγαπούσαν κι οι δυο τη Δίκη του Κάφκα. Η Λένι ήταν η γκουβερνάντα του θείου του Γιόζεφ Κ.

Το κούρεμά της είχε κάπως αλλοιωθεί, μα εκείνο που έκανε τώρα μεγάλη εντύπωση σε σχέση με το παρουσιαστικό της ήταν το λευκό τι σερτ της που ανέγραφε με μια ωραία γραμματοσειρά τη λέξη ΕΥΚΑΙΡΙΑ. Πρόσεξε ότι κόλλησα το βλέμμα μου στο μακό της και μου χαμογέλασε. Γύρισε την πλάτη της και μου αποκάλυψε την πίσω πλευρά όπου έγραφε ΒΟΗΘΕΙΑ.

Θα στο πω απλά” μου είπε. Στεκόμαστε στην Ασκληπιού σχεδόν στο ύψος της Αλεξάνδρας. “Χαίρομαι κρυφά μ’ αυτό που συμβαίνει. Φοβάμαι μεν κι εγώ, και ανησυχώ. Αλλά χαίρομαι κιόλας. Χαίρομαι γιατί νιώθω δικαιωμένη που αγαναχτούσα με χιλιάδες προβλήματα που αντιμετώπιζα στην καθημερινότητά μου εδώ και πολλά πολλά χρόνια. Έχω αλλάξει δεκάδες δουλειές, έχω αντιμετωπίσει δεκάδες καχύποπτους και βλαμμένους ανθρώπους που δεν ήθελαν να με βοηθήσουν, που δεν ήθελαν να βοηθήσουν κανέναν. Γι’ αυτό έγραψα τη λέξη βοήθεια στην πίσω πλευρά”. Γύρισε την πλάτη της και μου έδειξε το πίσω μέρος του μακό της. (περισσότερα…)

Συναντήθηκα με μια γνωστή μου τυχαία στο δρόμο. Δε θυμηθήκαμε που είχαμε γνωριστεί, αλλά είμασταν αρκετά εγκάρδιοι και φιλικοί μεταξύ μας. Θυμόμουν ότι ήταν πάντα κάπως εκκεντρική. Τώρα όπως μου είπε είχε βρει έναν καινούργιο τρόπο να προκαλεί. Είχε κουρευτεί σαν τη Μέρκελ.

Η γνωστή μου

Τη ρώτησα πώς ζει. Μου είπε “δύσκολα”. Χωρίς δουλειά, χωρίς αγόρι, αλλά ευτυχώς με φίλους και οικογένεια υποστηρικτική. Ήταν χαρούμενη γιατί είχε λιακάδα. Μου είπε ότι συζητούσε με κάποιους φίλους της να κάνουν μαζί μια δουλειά κι ότι ήταν ενθουσιασμένη μ’ αυτή την προοπτική.

«Δε θέλω να γίνω εκατομμυριούχος», μου είπε, «θέλω όμως να αμοίβομαι για μια δουλειά που μ’ αρέσει».

Τη ρώτησα αν ψήφισε. Μου είπε ότι ψήφισε ένα κόμμα της αριστεράς, αλλά ότι δεν περίμενε πολλά απ’ αυτό. Είναι πεπεισμένη ότι η αλλαγή, η όποια αλλαγή θα έρθει απ’ τους πολίτες που θα κάνουν τα πράγματα διαφορετικά. Της είπα ότι η κεντρική πολιτική σκηνή ορίζει πολλά. Δε συμφώνησε. Είπε ότι ένα πράγμα κυρίως την ενδιαφέρει: “Ο τρόπος που συνδεόμαστε μεταξύ μας”. Της ζήτησα εξηγήσεις.

Και συνέχισε: “Μ’ ενδιαφέρει ο τρόπος που συνομιλούμε, που κοιταζόμαστε. Ο τρόπος που ζούμε καθημερινά μεταξύ μας. Τα βλέμματα που ανταλλάσσουμε. Η ειλικρίνεια και η αγάπη μεταξύ μας. Μ’ ενδιαφέρει να έχουμε σχέσεις αλληλεγγύης, ανθρώπινες. Να ανεχόμαστε τα κουσούρια των άλλων, να μην κλέβει ο ένας τον άλλον, κι όλοι μαζί το κοινό μας ταμείο. Μ’ ενδιαφέρει να συνυπάρχουμε ειρηνικά με δικαιοσύνη και ισονομία. Ξέρω ότι ακούγομαι αφελής, ξέρω όμως ότι δεν είμαι. Κουρεύτηκα σαν τη Μέρκελ για να καταλαβαίνουν οι ανόητοι ότι είμαστε όλοι φτιαγμένοι απ’ το ίδιο υλικό. Άνθρωποι διάολε. Μ’ ενδιαφέρει όλοι να απολαμβάνουμε το σεβασμό των άλλων, να δίνουμε προτεραιότητα σ’ όσους έχουν ανάγκη, να μπαίνουμε στη θέση του άλλου. Μ’ ενδιαφέρει να συνεργαζόμαστε σε δίκαιες βάσεις. Να μην είμαστε συνέχεια καχύποπτοι με τους άλλους. Να είμαστε ταπεινοί, να διδάσκουμε και να διδασκόμαστε δια του παραδείγματος”.

Τη ρώτησα αν διαβάζει το μπλογκ μου. Είπε όχι. Της χαμογέλασα. Φιληθήκαμε κι είπαμε εις το επανειδείν.