Επιστρέφοντας στο σπίτι, μετά τη συνάντησή μου με τη Λένι, άρχισα να φέρνω στο μυαλό μου όλες τις Γερμανίδες που γνώρισα ποτέ. Η πρώτη ήταν η Άννε. Όταν ήμουν γύρω στα 16, εξαιτίας ενός προγράμματος ανταλλαγής μαθητών, την είχαμε φιλοξενήσει για αρκετό καιρό στο σπίτι μας. Ήταν ένα πολύ ευγενικό και χαμογελαστό κορίτσι.
Τότε, στις αρχές του Λυκείου δεν ήμουν και πολύ θερμός μαζί της, στην αγοροπαρέα μου δεν υπήρχε κενή θέση για κορίτσι, και για να είμαι ειλικρινής ντρεπόμουν λίγο για τη φιλοξενούμενή μου. Επίσης, δεν ήταν του γούστου μου, ερωτικά θέλω να πω, οπότε διανύοντας μια εποχή όπου το θέμα αυτό είχε μεγάλη σημασία, δε μπορούσα να έχω στενή φιλία μ’ ένα κορίτσι. Σήμερα νιώθω λίγες ενοχές γιατί δεν της έδειξα αρκετό ενδιαφέρον, από ανθρωπιστικής τουλάχιστον πλευράς. Πάντως δεν ήμουν ο μόνος που αντιμετώπιζε με κάποια δυσθυμία την Άννε. Θυμάμαι ότι η μάνα μου, ενώ τη συμπαθούσε πολύ, σχολίαζε αρνητικά μερικές απ’ τις συνήθειές της. Για παράδειγμα το γεγονός ότι της άρεσε να πλένει τα πόδια της στο νεροχύτη του μπάνιου. Όμως σε γενικές γραμμές η συμβίωσή μας ήταν πολύ ήρεμη και γαλήνια. Μερικές φορές ήταν και διασκεδαστική. Θυμάμαι ότι προσπαθούσα περιπαικτικά να την κάνω να πει το γράμμα “γ” σωστά. “Γ-γ-γ-γάμα” της έλεγα εγώ, “χχχχάμα” έλεγε εκείνη. Πες “γόμα” της έλεγα, “χώμα” έλεγε εκείνη και γελούσαμε όλοι μαζί.
(περισσότερα…)


