Το ντοκιμαντέρ είναι μια τέχνη που αντανακλά το πολύ υποκειμενικό βλέμμα των δημιουργών της.

Βλέπω το τρέηλερ ενός ντοκιμαντέρ που γνωρίζει μεγάλη επιτυχία αυτή τη στιγμή στις ΗΠΑ. Πρόκειται, με κάθε επιφύλαξη μιας και δεν έχω δει την ταινία, για μια μάλλον συνωμοσιολογική προεκλογική επίθεση στον Μπαράκ Ομπάμα. Χρησιμοποιεί τα λόγια του υποψηφίου απ’ την αυτοβιογραφία του για να στοιχειοθετήσει το αμφιλεγόμενο συμπέρασμά του ότι ο Ομπάμα θέλει να καταστρέψει την Αμερική.

Εδώ και μια δεκαετία το ντοκιμαντέρ ανθεί, τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην Ευρώπη. Ο Μάικλ Μουρ έγινε παγκοσμίως γνωστός με τα ντοκιμαντέρ του για την τρομοκρατία και την 11η Σεπτέμβρη, για το σύστημα υγείας, τον καπιταλισμό. Άλλοι δημιουργοί επιτέθηκαν στα φαστφουντ, στη Βόρεια Κορέα, στις πετρελαϊκές πολυθενικές εταιρείες και αλλού. Το ντοκιμαντέρ έγινε ένα επικοινωνιακό όπλο. Καθώς η εικόνα κυριαρχεί, βλέπουμε ολοένα και περισσότερα κινήματα να χρησιμοποιούν ντοκιμαντερίστικες αφηγήσεις για να στηρίξουν ή να προπαγανδίσουν την καμπάνια και τα επιχείρηματά τους κάτι πολύ θεμιτό. Το ντοκιμαντέρ έγινε μόδα και μαζί ένας τρόπος να γίνονται πιο πιστευτές κάποιες απόψεις.

Η ψευδαίσθηση που καλλιεργεί το ντοκιμαντέρ είναι συχνά συγκαλυμένη και μένει σκόπιμα στην αφάνεια. Το ντοκιμαντέρ ως είδος φορά το μανδύα της αλήθειας, της αντικειμενικότητας. Ουσιαστικά δημιουργεί μια ψευδαίσθηση πραγματικότητας. Το ντοκιμαντέρ εκλαμβάνεται ως μια φόρμα της πραγματικότητας, που δεν είναι μυθοπλαστική, και κατά κάποιο τρόπο αποτυπώνει με ακρίβεια τα γεγονότα. Κι όμως ισχύει το εντελώς αντίθετο. Το ντοκιμαντέρ είναι μια κατασκευή. Τόσο στη φόρμα όσο και στο περιεχόμενο. Κι η αλήθεια είναι ότι συχνά μας ξεγελά η επίφασή του, η απατηλή του φύση. Το ντοκιμαντέρ, μπορεί να χρησιμοποιεί ντοκουμέντα, αληθινές εικόνες, αληθινά έγγραφα, αληθινές μαρτυρίες, αλλά τα χρησιμοποιεί με τέτοιο τρόπο ώστε να τεκμηριώνει τη θέση του που μπορεί και να είναι εντελώς αυθαίρετη. Στην πραγματικότητα ανασυστήνει τα συμβάντα και τα γεγονότα της πραγματικότητας σε μια καινούργια πραγματικότητα. (περισσότερα…)

Φέτος στις διακοπές μου επέλεξα να απέχω απ’ τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης, να μη γράφω σ’ αυτά, να μην κάνω αναρτήσεις στο μπλογκ μου και να μην παρακολουθώ όσα γράφονται. Επιστρέφοντας συνειδητοποίησα ότι είχα χάσει ελάχιστες ειδήσεις. Οι πιο σημαντικές απ’ αυτές με βρήκαν μόνες τους, είτε απ’ τις κυριακάτικες εφημερίδες που διάβαζα, είτε απ’ τους φίλους που μου τις μετέφεραν προφορικά στις κουβέντες. Φέτος το καλοκαίρι αφιέρωσα ελάχιστο χρόνο στην ενημέρωσή μου καθώς ένιωθα ότι έχω ενημερωθεί αρκετά όλο τον υπόλοιπο χρόνο. Αντ’ αυτού διάβασα βιβλία, ζωγράφισα αρκετά, ξεκίνησα ένα μυθιστόρημα, παρατήρησα επί πολλή ώρα τα αστέρια, τα κύματα της θάλασσας, τα δέντρα, τα φυτά, έπαιξα μπάσκετ κι άλλα παιχνίδια, έκανα συζητήσεις, έρωτα, εκδρομές, οδήγησα σκάφος (!), κολύμπησα πολύ. Φυσικά και θα μπορούσα να τα είχα κάνει όλα αυτά, μπαίνοντας ταυτόχρονα μερικές ώρες και στο Διαδίκτυο, αλλά φέτος επέλεξα να απέχω. Ένιωσα τον κορεσμό της online παρουσίας και αποφάσισα να συνδεθώ στο Διαδίκτυο συνολικά μόνο μία ώρα μέσα σ’ ένα ολόκληρο μήνα και 10 ημέρες. Βέβαια, για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, τσέκαρα πού και πού τα email μου στο κινητό τηλέφωνο, γεγονός που με κάνει να σκεφτώ ότι η αποχή μου δεν ήταν ολοκληρωτική κι ότι την επόμενη φορά θα πρέπει να απέχω κι απ’ το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο. Ομολογώ ότι γύρισα πίσω πολύ πιο ήρεμος, πολύ πιο φρέσκος κι ορεξάτος. Και κυρίως: πολύ πιο διαυγής. Σας το συστήνω ανεπιφύλακτα. Σκέφτομαι μάλιστα να επεκτείνω αυτή την προσπάθεια αποχής και μέσα στην ημέρα και στο μήνα. Ο χρόνος μου είναι πολύτιμος για να τον σπαταλώ σε κατανάλωση θορύβου. Παρακάτω ακολουθούν μερικές σκέψεις με αφορμή την αποχή απ’ το Διαδίκτυο, σκέψεις που σκέφτομαι να προσθέσω στο καινούργιο μου βιβλίο για τα μπλογκ. Περιμένω τα σχόλιά σας.

Φέτος στις διακοπές μας νοικιάσαμε ένα δελφίνι και κάναμε μια ωραιότατη βόλτα!

Δίαιτα

Εκτιμώ απεριόριστα όσα κομίζει το Διαδίκτυο κι οι εφαρμογές του. Ταυτόχρονα όμως γνωρίζω ότι η χρήση του μοιραία υπόκειται σε περιορισμούς. Κάποιοι απ’ αυτούς είναι εξωτερικοί κι επιβάλλονται από θεσμούς, κοινότητες, κοινά αποδεκτούς κανόνες και μερικοί είναι εσωτερικοί, επαφίονται δηλαδή στον καθένα μας ξεχωριστά. Απ’ τα πρώτα χρόνια που κινούμαι στον ψηφιακό κόσμο έχω συνειδητοποιήσει ότι οι εσωτερικοί περιορισμοί γίνονται ολοένα και πιο περίπλοκοι. Καθώς η υπολογιστική ισχύς αυξάνεται, η πρόσβαση καθολικοποιείται κι εμφανίζονται ολοένα και περισσότερες συσκευές που διευκολύνουν τη χρήση, καθένας μας πια οφείλει να δημιουργήσει μια προσωπική ατζέντα χρήσης του Διαδικτύου και να θέσει με κάποιο τρόπο τα όριά του. Αυτό δεν είναι εύκολο διότι μάς λείπουν τα προηγούμενα, η συσσωρευμένη εμπειρία που θα λειτουργούσε παραδειγματικά. Στη διάθεσή μας έχουμε μόνο το παράδειγμα της τηλεόρασης, η οποία όμως δεν πρόλαβε να μπει στην τσέπη μας. Τώρα που το Διαδίκτυο είναι παντού χρειάζεται απ’ τον καθένα να στοχαστεί πάνω στη φύση του και να αποφασίσει τί επιθυμεί απ’ αυτό. Πολλοί χρήστες υποστηρίζουν άφοβα ότι θέλουν το Διαδίκτυο να τους συντροφεύει παντού, σε ό,τι κι αν κάνουν, όπου κι αν το κάνουν, κι ότι δε βρίσκουν το λόγο να απέχουν απ’ αυτό ούτε στιγμή. Οι πιο σκεπτικιστές υιοθετούν μια “δίαιτα” που περιορίζει τη χρήση του σε συγκεκριμένες ώρες της ημέρας, ενώ άλλοι προχωρούν και σε τακτά διαστήματα απόλυτης αποχής. (περισσότερα…)

Ζούμε σε παραληρηματικούς καιρούς. Η παρατεταμένη προεκλογική περίοδος, μαζί με την οικονομική κρίση και τα πολιτικά αδιέξοδα, ανέδειξαν ένα είδος λόγου που τα τελευταία χρόνια γινόταν όλο και πιο δημοφιλές στην χώρα. Τώρα μοιάζει να έχει συστηματοποιηθεί, να έχει γίνει μανιέρα. Οι ανεβασμένοι τόνοι, τα ουρλιαχτά, τα άδεια βλέμματα στις κάμερες, οι σκηνές αλλοφροσύνης, οι αφοριστικοί μονόλογοι, όλα δείχνουν ότι ο πολιτικός λόγος έχει περάσει σε μια παραληρηματική φάση. Γι’ αυτό και η φράση πολιτικός πολιτισμός ακούγεται πια μόνο ευφημιστικά. Φαίνεται ότι πρέπει να περάσουμε απ’ αυτή την “απολίτιστη” κι άκρως νοσηρή φάση, για να ξαναβρούμε την αξία του δομημένου διαλόγου, της αντιπαράθεσης επιχειρημάτων και της σύνθεσής τους σ’ ένα κοινό αφήγημα. Θα πάρει καιρό αυτό και θα είναι όπως φαίνεται πολύ επώδυνο.

Ο πολιτικός λόγος, ο δημόσιος λόγος, αλλά κι ο λόγος της καθημερινότητας αποκτά ολοένα και περισσότερο χαρακτηριστικά παραληρηματικού λόγου. Ο άνθρωπος που βρίσκεται σε παραλήρημα δεν ακούει τον άλλον, δεν επικοινωνεί, δεν περιμένει απάντηση. Ο παραληρών δε συμμετέχει σε διάλογο, είναι ένας άνθρωπος που έχει χάσει την υπομονή του, που δυσκολεύεται να δείξει ανοχή στον άλλον ή στο διαφορετικό. Το παραλήρημά του είναι ένας καταγγελτικός μονόλογος που “τα ξέρει όλα”. Τώρα που σας μιλώ, εγώ ο ίδιος παραληρώ. Το παραλήρημα είναι το κατεξοχήν σύμπτωμα ενός απελπισμένου ανθρώπου. Η διάχυτη απελπισία αντανακλάται στον παραληρηματικό λόγο των ανθρώπων που δε βρίσκουν άλλο τρόπο να παρέμβουν στη ροή των πραγμάτων. Όταν νιώθεις ότι δεν ακούγεσαι, ότι δε σε λαμβάνουν υπόψη τους, ότι δεν έχεις επιλογές, ότι είσαι χαμένος, παραληρείς. Είναι μια απέλπιδα προσπάθεια να πεις «είμαι κι εγώ εδώ». Παραληρείς με κάθε τρόπο προκειμένου να κάνεις αισθητή την παρουσία σου. Γνωρίζοντας ότι δεν υπάρχει περίπτωση να ακουστείς καταφεύγεις στο παραλήρημα για να επαναλάβεις όσα σε απασχολούν. Το παραλήρημα λειτουργεί σαν ένας συνδετικός κρίκος του εαυτού. Είναι μια νευρωτική ή και ψυχωσική μερικές φορές αντίδραση, αλλά είναι αδύνατο να αποφευχθεί, όταν υπάρχει απόλυτη αίσθηση ανημπόριας, τρόμου, πανικού. Επαναλαμβάνοντας τα ίδια και τα ίδια λόγια, κορυφώνοντας την ένταση, ακόμα και βγαίνοντας εκτός εαυτού, οι παραληρούντες νιώθουν ότι η ύπαρξή τους έχει κάποιο νόημα, ότι μπορούν να συνεχίσουν να ζουν όπως και πριν. (περισσότερα…)