Η «γηπεδοποίηση» της μπλογκόσφαιρας

Η αλήθεια είναι ότι το γήπεδο συνιστά μια ωραιότατη βαλβίδα αποσυμπίεσης, ένα ωραιότατο πεδίο εκτόνωσης των μαζών. Πιθανότατα, χωρίς τα γήπεδα θα βλέπαμε τις κοινωνίες μας να βυθίζονταν στο μίσος και την απροκάλυπτη βία. Το θέαμα που προσφέρει το ίδιο το κοινό του γηπέδου, η κερκίδα δηλαδή, χρησιμεύει ως ντεκόρ πίσω απ’ τις διαφημίσεις, που εμψυχώνει, πληρώνει το εισητήριο, προπηλακίζει ενίοτε τους αντιπάλους, απειλεί το διαιτητή, πανηγυρίζει στο δημόσιο χώρο τις νίκες της ομάδας. Το κοινό είναι πολυπληθές, παθιασμένο, έτοιμο για όλα, ακόμα και για την ακραία βία. Το κοινό άλλοτε είναι πειθήνιο, κι άλλοτε εξεγείρεται. Έχει τα σύμβολά του, τα ευαγγέλιά του, τους αρχηγούς, τους σχολιαστές, τους γραφικούς του. Τα άτομα μέσα στην κερκίδα εξομοιώνονται, οι διαφορές μεταξύ των οπαδών της κάθε ομάδας εξαφανίζονται, κι όλοι γίνονται ένας μπροστά στον εκάστοτε εχθρό. Κάποιοι παραγοντίζουν, άλλοι κάνουν εκκλήσεις του στυλ «έξω η βία απ’ τα γήπεδα», και «fair play». Εντωμεταξύ, εντός του γηπέδου παίζεται ένα παιχνίδι, το καθεαυτό θέαμα. Οι παίκτες ξεκινούν από ερασιτέχνες και κάποιοι απ’ αυτούς γίνονται επαγγελματίες. Όταν γίνουν επαγγελματίες, αμείβονται με υπέρογκα ποσά, για να κλωτσούν ή να πετούν μια μπάλα. Να βάζουν γκολ ή καλάθι στην αντίπαλη ομάδα, η οποία ανήκει σε αντίπαλο επιχειρηματία. Το γήπεδο είναι μια εμπορική υπόθεση εκατομμυρίων και δισεκατομμυρίων ευρώ που βασίζεται στο θέαμα ενός ανταγωνισμού.

Η χειραγώγιση του θυμού και γενικότερα η σκηνοθεσία των συναισθημάτων του οπαδού, στο γήπεδο είναι δεδομένη. Χαρά, λύπη, οργή, το συναισθηματικό ασανσέρ του γηπέδου, καθιστά το θεατή συμμέτοχο, ταυτισμένο με την Ιδέα της Ομάδας. Η νίκη γίνεται αυτοσκοπός και το παιχνίδι μια παρεμπίπτουσα λεπτομέρεια. Ο αντίπαλος πρέπει να κατατροπωθεί. Τα βίαια ένστικτα της ανθρώπινης φυλής πρέπει να ικανοποιηθούν, να σχηματοποιθούν σ’ ένα πλαίσιο που δε θα εγκυμονεί τεράστιους κινδύνους. Όμως την ίδια στιγμή, μέσα στο πλήθος της κερκίδας κάποιοι πιο ευφυείς, πιο ετοιμόλογοι, πιο εγωϊστές ενδεχομένως, αρθρώνουν Λόγο εντός του παραληρήματος. Αναδεικνύονται κι αυτοί μαζί με τους καθοδηγητές του πλήθους, τους διασκεδαστές, ανιματέρ ή ό,τι άλλο, διασκεδάζοντας κι αυτοί μες στην ασφάλεια της αγέλης. Πολλοί απ’ αυτούς είναι όντως διασκεδαστές, κι αν δεν χάνονταν στην κερκίδα, και δε φοβούνταν τα διακυβεύματα της Τέχνης, θα μπορούσαν να γίνουν καλλιτέχνες. Όλα αυτά υπό ο άγρυπνο μάτι της αστυνομίας που αποτρέπει τον αλληλοσπαραγμό. Αν στο παιχνίδι δεν έπαιζε κι ο διαιτητής, η σύγκρουση θα ήταν αναπόφευκτη. Αλλά εδώ, όλα έχουν δομηθεί πάνω στον έλεγχο και τη χειραγώγιση του συναισθήματος.

Στην ελληνική μπλογκόσφαιρα εντοπίζονται αρκετοί χρήστες που με τη στάση τους δείχνουν να αντιλαμβάνονται το χώρο του Διαδικτύου, ως ένα ακόμα γήπεδο. Το ψηφιακό γήπεδο είναι η προέκταση του ποδοσφαιρικού γηπέδου. Ο μπλόγκερ είναι κατά βάση ανώνυμος, μπορεί να εκτονώνεται, να βρίζει, να απειλεί, να επιτίθεται στους αντιπάλους, και στο κέντρο του γηπέδου, οι πραγματικοί παίκτες που κάνουν παιχνίδι, να κερδίζουν χρήματα αλλά και να γίνονται ενίοτε οι ίδιοι βορά στις διαθέσεις των οπαδών της κερκίδας. Η μπλογκόσφαιρα προσφέρει στη μάζα μια ακόμα ευκαιρία εκτόνωσης κι αποσυμπίεσης, είναι ένας ακόμα απορροφητήρας των κραδασμών που παράγουν οι πολιτισμικές, εκπαιδευτικές, και οικονομικές ανισότητες. Λένε ότι το γήπεδο είναι δημοκρατικό, ότι μπορούν να μετέχουν όλοι, αλλά ξεχνούν ότι η συμμετοχή είναι σε επίπεδο θεάματος. Οι οπαδοί φωνάζουν συνθήματα, συχνά ευρηματικά, αλλά καταλήγουν να πνίγονται στην οχλοβοή. Το παιχνίδι παίζεται από επιχειρηματίες, και η κοινή γνώμη χειραγωγείται με πολλούς τρόπους -η προπαγάνδα των μεγαφώνων είναι άλλωστε δοκιμασμένη.

Ομοίως στη μπλογκόσφαιρα οι ανώνυμοι μπλόγκερ γράφουν σαν να βρίσκονται μέσα στον όχλο, χωρίς πρόσωπο, χωρίς περιττές σκέψεις. «Εδώ και τώρα δράση!» φωνάζουν. Εντωμεταξύ όσοι επικαλούνται τον ορθό λόγο, την ψυχραιμία, τον πολιτισμό, αντιμετωπίζονται καχύποπτα, «εδώ είναι γήπεδο!» τους ουρλιάζουν, «αν θες κόσμιους διαλόγους, τρέχα στο Μέγαρο Μουσικής». Αν κάποιος υποστηρίξει εναλλακτικές χρήσεις του Μέσου, αν αμφισβητήσει τη «γηπεδική» τάση, η οποία τείνει να γίνει κυρίαρχη, έρχεται αντιμέτωπος με την άρνηση, καθώς είναι πολλοί εκείνοι που έχουν συμφέρον από μια μπλογκόσφαιρα-γήπεδο. Όσοι ψαρεύουν στο Διαδίκτυο οπαδούς, όσοι επιθυμούν να εξάγουν κέρδος από θυμωμένους καταναλωτές της νέας εποχής, όσοι ονειρεύονται συγκρούσεις κι ανταγωνισμούς, αλλά κι όσοι νιώθουν απλά καταπιεσμένοι, βολεύονται με μια μπλογκόσφαιρα-αρένα. Το ζητούμενο όμως κατά τη γνώμη μου θα ήταν να δούμε το Νέο Μέσο σαν ευκαιρία αλλαγής. Να κάναμε δηλαδή ως (έστω ψηφιακή) κοινωνία μια τομή. Να αποφασίζαμε το τέλος της «γηπεδοποίησης» κάθε δημόσιας δραστηριότητας – κι επιτέλους να πραγματοποιούσαμε αληθινούς διαλόγους, να συνεργαζόμασταν, να εμπνέαμε και να εμπνεόμασταν. Ελπίζω να μην είναι πλέον αργά.

Posted In:

23 Comments

  1. Oraia tha itan ola afta k. Andriotaki, an allaze oli i koinonia. An oloi elegan afto pu theloun xoris vrisies. Auto pu emathe i mikri mu peira ws blogger einai oti argume poli. Tha perasun xronia na exume dialogo kai oxi memonomenus monologus

  2. Ξένη, κατά τη γνώμη μου δεν είναι οι βρισιές το πρόβλημα. Μερικές φορές ο θυμός όταν πνίγει έναν άνθρωπο μπορεί να τον εκτρέψει και να ξεχάσει τους τρόπους. Κάποιες εκτροπές, μπορούμε να τις δικαιολογούμε. Όταν όμως είμαστε αναγκασμένοι να αντιμετωπίζουμε διαρκώς εκτροπες, τότε χάνουμε κι εμείς το αντικείμενό μας. Δε θέλω να είμαι απαισιόδοξος. Διατηρώ ζωντανές ελπίδες ότι κάτι μπορεί να αλλάξει.

  3. ΥΠΕΡ ΠΑΙΓΝΙΟΥ ΛΟΓΟΣ

    Αγαπητέ Μανώλη, διακινδυνεύω μία εκτίμηση: Δεν τα πηγαίνεις καλά με το παιχνίδι. Φυσικά, δεν εννοώ μόνο το παιχνίδι του ποδοσφαίρου ή του μπάσκετ. Μιλώ γενικά. Σε ποιά στοιχεία βασίζω την εκτίμησή μου;

    Στην μονομέρεια με την οποία επισκοπείς το γήπεδο. Στην υποβάθμιση της κερκίδας, του κόσμου δηλαδή, σε ντεκόρ για τις διαφημίσεις. Στην υποτίμηση του ρόλου των παικτών (π.χ.: αν «Πιθανότατα, χωρίς τα γήπεδα θα βλέπαμε τις κοινωνίες μας να βυθίζονταν στο μίσος και την απροκάλυπτη βία.», τότε οι παίκτες δεν πληρώνονται με τα όντως υπέρογκα ποσά που πληρώνονται ακριβώς «για να κλωτσούν ή να πετούν μιά μπάλα», έτσι δεν είναι;). Στο εύκολο – αλλά καθόλου σωστό – συμπέρασμα, ότι «Το γήπεδο είναι μια εμπορική υπόθεση εκατομμυρίων και δισεκατομμυρίων ευρώ που βασίζεται στο θέαμα του ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ. Εδώ ειδικά, χωρίς να το καταλαβαίνεις καλά-καλά νομίζω ούτε εσύ ο ίδιος, προβαίνεις εμμέσως σε μία παραδοχή: Ότι οι σημερινοί καιροί, όπου τα πάντα είναι εμπόρευμα γιατί το παν είναι το κέρδος, είναι κάτι σαν την «φυσική» τάξη πραγμάτων, δοσμένη «εκ Θεού» ή από οποιαδήποτε άλλη ανώτερη δύναμη, ακόμα κι αν θεωρήσουμε ότι αυτή η ανώτερη δύναμη δεν είναι άλλο από την «φύση» του ανθρώπου.

    Αγαπητέ Μανώλη, το γήπεδο, ο χώρος δηλαδή όπου μπορεί κάποιος να παρακολούθήσει ένα παιχνίδι, οποιοδήποτε παιχνίδι, δεν ήταν από καταβολής των ανθρωπίνων κοινωνιών «μια εμπορική υπόθεση εκατομμυρίων και δισεκατομμυρίων ευρώ». Είναι ΣΤΙΣ ΜΕΡΕΣ ΜΑΣ επειδή ΚΑΠΟΙΟΙ ΘΕΛΗΣΑΝ ΚΑΙ ΕΠΕΒΑΛΑΝ να είναι τέτοιο! Ακριβώς όπως κάποιοι θέλησαν και επέβαλαν η υγεία να είναι μία εμπορική υπόθεση εκατομμυρίων και δισεκατομμυρίων ευρώ. Ή η ασφάλιση. Ή η εκπαίδευση. Ή…, ή…, ή…

    Εκείνο όμως το στοιχείο, το οποίο ήταν καθοριστικό για να καταλήξω στην εκτίμηση που αναφέρω στην αρχή, είναι η φράση σου «Η νίκη γίνεται αυτοσκοπός και το παιχνίδι μια παρεμπίπτουσα λεπτομέρεια». Εδώ, πιστεύω ότι παρουσιάζονται ανάγλυφες μερικές από τις σοβαρές παρανοήσεις των ανθρώπων που δεν τα πηγαίνουν καλά με το παιχνίδι.

    Δεν υπάρχει παιχνίδι χωρίς τέλος. Το «τέλος» να διαβαστεί και με τις δύο του έννοιες: Και αυτήν του σκοπού και αυτήν της λήξης. Και το τέλος, προϋποθέτει πάντα έναν νικητή – σε πολλά παιχνίδια φυσικά υπάρχει και η δυνατότητα της ισοπαλίας. Έτσι, η λέξη «αυτοσκοπός» που επέλεξες για την νίκη, καθίσταται άνευ ουσιαστικού περιεχομένου. (Δεν ξέρω αν εννοούσες, ότι η νίκη επιδιώκεται με κάθε μέσο, ακόμα κι αν παραβιάζονται οι κανόνες του παιχνιδιού και απλώς δεν το εξέφρασες σωστά. Στη περίπτωση αυτή, ως φανατικός φίλος των παιγνίων, θα ήμουν ο τελευταίος που θα διαφωνούσε).

    Παρόμοια παρανόηση – αν και όχι της ίδιας βαρύτητας – ανιχνεύω και στην άποψή σου, ότι μπροστά στην διεκδίκηση της νίκης «το παιχνίδι (γίνεται) μια παρεμπίπτουσα λεπτομέρεια». Μα ό,τι κάνει ένα παιχνίδι να διασκεδάζει, να συναρπάζει, να «κατακτά» (παίκτες και θεατές ή οπαδούς), είναι ακριβώς η προσπάθεια, ο «αγώνας» αν θέλεις, που πηγάζουν και τροφοδοτούνται διαρκώς από την προσδοκία, την επιθυμία για νίκη. Και η προσδοκία της νίκης είναι αυτή που κάνει την διαδικασία του παιχνιδιού τόσο μαγευτική. Χωρίς την προσδοκία της νίκης, η διαδικασία του «παίζειν» καθίσταται άνευ σημασίας, σχεδόν ακατανόητη. Γι’ αυτό ακριβώς, σε πολλά παιχνίδια, μεταξύ των οποίων και στο «βασιλικό παιχνίδι» του σκακιού, παρέχεται η δυνατότητα στον παίκτη που έχει χάσει κάθε ελπίδα νίκης, να εγκαταλείψει!

    Η μ π λ ο γ κ ό σ φ α ι ρ α ω ς γ ή π ε δ ο: Μ ί α π α ρ α π λ α ν η τ ι κ ή
    π α ρ ο μ ο ί ω σ η.

    Γιατί παραπλανητική; Γιατί όντως έχουν κοινά στοιχεία! Με μία μικρή, αλλά ουσιώδη όμως διαφορά: Τα κοινά στοιχεία είναι και λιγότερα και – το σημαντικότερο – χαμηλότερης εμβέλειας σε σύγκριση με τις διαφορές τους. Έτσι, υπερτονίζοντας κανείς, όπως νομίζω κάνεις εσύ Μανώλη στο κείμενό σου, τις σε πρώτο επίπεδο ανιχνευόμενες ομοιότητες, κινδυνεύει να «διαβάσει» με αδιέξοδο τρόπο τις πραγματικότητες του Διαδικτύου.

    Στην πραγματικότητα, το μοναδικό στοιχείο στο οποίο βασίζεις την παρομοίωση της μπλογκόσφαιρας με γήπεδο είναι η δυνατότητα της ανώνυμης εκτόνωσης, με όλες τις μορφές που μπορεί αυτή να πάρει των ύβρεων και των απειλών συμπεριλαμβανομένων. Με αφετηρία όμως αυτή την διαπίστωση, που δεν μπορώ να ισχυριστώ ότι είναι αβάσιμη, προχωράς σε ορισμένες ταυτίσεις που φοβούμαι ότι δεν ισχύουν και συσκοτίζουν την πραγματικότητα.

    Σε καμία περίπτωση δεν νομίζω ότι μπορούμε να μιλάμε για «μάζα», όταν μιλάμε για αυτούς οι οποίοι δραστηριοποιούνται στην μπλογκόσφαιρα. Όχι μόνο γιατί οι αριθμοί δεν «βγαίνουν», όχι μόνο γιατί όπως έδειξε η έρευνα του «Monthly Review» το κοινωνικοοικονομικό προφίλ των μπλόγκερ δεν αντιστοιχεί σε αυτό της «μάζας», αλλά κυρίως γιατί ελλείπουν βασικά χαρακτηριστικά βάσει των οποίων μπορούμε να χαρακτηρίσουμε μία ομάδα ανθρώπων ως «μάζα».

    Πρώτα-πρώτα ελλείπει η ίδια η …ομάδα! Δεν έχουμε εδώ ένα στοιχειωδώς ομοιογενές «σώμα» ανθρώπων, ενωμένων γύρω από έναν κοινό σκοπό, έστω και «στιγμιαίο», αλλά ατομικές συμπεριφορές που μπορεί να συμπίπτουν κατά περιπτώσεις, αλλά με τρόπο ακανόνιστο και ασύγχρονο. Έπειτα, δεν έχουμε την γρήγορη και πολλές φορές ακαριαία αλληλεπίδραση που παρουσιάζεται στις εκδηλώσεις της μάζας – στην μπλογκόσφαιρα η αλληλεπίδραση είναι πολύ περισσότερο «ξεθυμασμένη» και απονευρωμένη. Ο χρόνος που απαιτείται για να ολοκληρωθεί ένας ηλεκτρονικός διάλογος, ακόμα και ο πιο επιθετικός και υβριστικός, φτάνει για εκτονωθεί και η πιο «εκρηκτική» κατάσταση. Κι ακόμα, συνυπολόγισε το «απρόσωπο» του Διαδικτύου και το «μη πρόσωπο» της ανωνυμίας. Για να μην αναφέρω, ότι όσο εύκολο είναι να στραφεί η μάζα προς έναν επιτήδειο αρχηγό, τόσο δύσκολο είναι παρουσιαστεί το ίδιο φαινόμενο στην «μάζα» της μπλογκόσφαιρας. Καθώς επίσης – ιδιαίτερα χρήσιμη διαφορά – και τις πολύ μεγάλες δυνατότητες παρέμβασης των «νηφάλιων φωνών», σε αντίθεση με ό,τι συμβαίνει στις εκδηλώσεις των μαζών. Δεν νομίζεις, ότι οι διαφορές είναι και αρκετές και ουσιαστικές για να εκμηδενιστούν από αυτό που ονομάζεις «γηπεδική τάση»;

    Υποπτεύομαι, αγαπητέ Μανώλη, ότι κι εδώ, η καταγραμμένη ριζική αντίθεσή σου στο φαινόμενο της ανωνυμίας έχει παίξει τον ρόλο της. Όμως νομίζω, ότι στην προσπάθειά σου – προσπάθεια καθ’ όλα θεμιτή – να αντιπαλαίψεις το φαινόμενο, κάνεις το λάθος να επικαλείσαι λίγο «τραβηγμένα» επιχειρήματα.

    Καμιά φορά και επιχειρήματα που δεν απέχουν πολύ της προκατάληψης. Ας πούμε, αν η μπλογκόσφαιρα είναι «…μια ακόμα ευκαιρία εκτόνωσης κι αποσυμπίεσης, είναι ένας ακόμα απορροφητήρας των κραδασμών που παράγουν οι πολιτισμικές, εκπαιδευτικές και οικονομικές ανισότητες.», τότε γιατί δεν ισχύει το ίδιο για την έκφραση γνώμης, για την πολιτική δράση, για την οργάνωση των πολιτών σε κόμματα, ακόμα και για το «ύψιστο» δικαίωμα και καθήκον, το εκλογικό; Μήπως όλες αυτές οι δραστηριότητες δεν προσφέρονται για εκτόνωση; Και μήπως δεν ασκούνται από πολλούς ως τέτοια; Γιατί η μπλογκόσφαιρα να είναι εξαίρεση; Δεν είναι λίγο άδικο να της καταμαρτυρείς – σ’ αυτήν και στους ανθρώπους που την «γυρίζουν» -«ελαττώματα» που αφθονούν σε όλες τις πλευρές της κοινωνικής ζωής;

    Α ν τ ί ε π ι λ ό γ ο υ

    Ανεξαρτήτως όλων των παραπάνω, συμφωνώ μαζί σου ότι υπάρχει πολλή δουλειά που πρέπει να γίνει ώστε η μπλογκόσφαιρα να αποκτήσει χαρακτηριστικά περισσότερο ενός φόρουμ διαλόγου, παρά ενός γηπέδου. Αυτό όμως, δεν νομίζω ότι θα προέλθει χωρίς συγκρούσεις και ανταγωνισμούς, αλλά με το ακριβώς αντίθετο. Δηλαδή και με συγκρούσεις και με ανταγωνισμούς! Ξέρω ότι δεν σε ενθουσιάζει η ιδέα. Αλλά, χωρίς να σπάσεις αυγά…

    Χαιρετώ.

    Υ.Γ. Δυστυχώς, δεν πρόλαβα να σχολιάσω το post περί της έρευνας για τους μπλόγκερ. Έτσι κι αλλιώς όμως, θα μας δοθεί ευκαιρία να το συζητήσουμε πάλι.

  4. Δε συμφωνώ με αυτό που υποστηρίζεις, ότι δηλαδή η γοητεία του παιχνιδιού έγκειται στη νίκη. Το παιχνίδι και ιδίως το παιδικό, είναι γοητευτικό γιατί είναι το ίδιο μια ζωτικής σημασίας, φυσική εμπειρία που δε χρειάζεται επιπλέον κίνητρα. Η νίκη είναι το καρότο που σε αποσπά απ’ το ίδιο το παιχνίδι. Όσο πιο προσηλωμένος είσαι στο να κερδίσεις τόσο περισσότερο χάνεις την εμπειρία του ίδιου του παιχνιδιού, και το παιχνίδι γίνεται μέσο επιβεβαίωσης, ανταμοιβής, υπεροχής ή αντίθετα μειονεξίας, άγχους, υποταγής κ.λπ. Το παιχνίδι δεν είναι εξ’ ορισμού συνδεδεμένο με τον ανταγωνισμό. Εμείς το έχουμε κάνει έτσι, για ευνόητους λόγους. Όμως ο άνθρωπος μπορεί να απολαμβάνει πάρα πολύ το παιχνίδι χωρίς να αποζητά ντε και καλά τη νίκη, να χαίρεται δηλαδή το ίδιο το παιχνίδι.

  5. Κύριε Ανδριωτάκη,
    η πρόθεση σας είναι υποθέτω και υποπτεύομαι καλή. Τα τελευταία σας σχόλια αναφέρονται στην μπλογκόσφαιρα με τρόπο εσωστρεφή, η μπλογκόσφαιρα μιλά για τον εαυτό της.
    Μέχρις ενός σημείου αυτό έχει νόημα, μετά όμως νομίζω δε βοηθά. Έχουμε γεμίσει με αγέλαστους ανθρώπους που παραπονιούνται πως οι άλλοι δε τους χαμογελούν.
    Αυτό που χρειάζεται είναι διαφορετικά παραδείγματα κι όχι απλώς «κριτική».
    Αν κάποιος έχει κάτι να πει, ως συγγραφέας π.χ. ξέρει ότι αυτό ΊΣΩΣ ακουστεί. Αυτός ο κίνδυνος υπήρχε πάντα και είναι μια χαρά, το χάος αυτό τελικά έχει και θετικά αποτελέσματα. Αντί να θρηνούμε που δεν έχουμε τον έλεγχο ας δουλέψουμε κι ας μιλήσουμε με όρους ανθρώπινους.
    Φοβάμαι πως υπάρχει το ρεφλέξ του εν πολλοίς εμετικού κι αδιέξοδου «ποιοτικού» τραγουδιού. Όλοι αυτοί που νομίζουν πως έχουν ποιότητα και θεωρούν ότι οι άλλοι που τους βαριούνται φταίνε, δεν έχουν «παιδεία» είναι η «μάζα» κ.α. Ε, λοιπόν κάνουν λάθος.. Δυστυχώς.. Δε τους χρωστά κανείς τίποτα. Αν λέμε βαρετά κι άχαρα πράγματα, ή αν πολύ απλά το κοινό μας είναι μικρό ας το δεχτούμε με απλότητα. Η μπλογκόσφαιρα δεν διαφέρει από την υπόλοιπη πραγματικότητα.
    Ας μιλήσουμε εδώ που μπορούμε κι ας δημιουργήσουμε άλλα παραδείγματα.

  6. Σας ευχαριστώ που πιθανολογείτε ότι οι προθέσεις μου είναι καλές. Τώρα, αν νομίζετε ότι θρηνώ ή ότι είμαι εσωστρεφής, δε δύναμαι να σας πείσω για το αντίθετο. Αυτό που κάνω εδώ και δύο χρόνια σ’ αυτό το ιστολόγιο είναι να συζητώ (και να εξελίσσω) ιδέες του βιβλίου μου που είχε αντικείμενο τα ιστολόγια και το ιστολογείν. Γράφω κι άλλα άρθρα, ή αναδημοσιεύω κείμενά μου που δημοσιεύονται στα παραδοσιακά Μέσα και αλλού, αλλά δεν παραλείπω ποτέ να επανέρχομαι στο ίδιο το αντικείμενο των μπλογκ.

    Για τη δημιουργία Νέου Παραδείγματος έχω μιλήσει επανειλλημένα, και χαίρομαι που υποστηρίζετε κι εσείς κάτι τέτοιο.

    Τέλος, για αυτό που όλοι επαναλαμβάνουμε («η μπλογκόσφαιρα είναι αντανάκλαση της κοινωνίας») λέω ότι θα μπορούσε να ήταν και διαφορετικά, να γινόταν δηλαδή ένα Νέο Παράδειγμα. Αναλύω τους λόγους που δεν έχει γίνει, και προσπαθώ να αναδείξω πότε με τη στάση και πότε με τα κείμενα, άλλοτε πιο επιτυχημένα κι άλλοτε λιγότερο, ΠΟΥ θα μπορούσαμε πιθανώς να αναζητήσουμε θεωρητικά εργαλεία για να δημιουργηθεί κάτι διαφορετικό, εναλλακτικό, ελπιδοφόρο.

  7. Και πάλι χαίρετε κύριε Ανδριωτάκη,
    μάλλον έχετε δίκιο να μου βάζετε χέρι, εφόσον το θέμα του μπλογκ σας είναι τέτοιο.. Έχετε όλα τα δίκαια να ασχολήστε με το θέμα. Τοποθετήσατε το ζήτημα κάθετα όσον αφορά την θεματική και με αναγκάζετε να τοποθετηθώ (και γω κάθετα) εντός του αυτού πλαισίου, όσον αφορά, πλέον, στο θέμα.

    Πρέπει επίσης να σας αναγνωρίσω τα όχι προφανή.. Σας τιμά ο ψύχραιμος τόνος και η μακροπερίοδος γραφή. Ευνοεί την ολοκληρωμένη συζήτηση, ως εκ τούτου και την διαφωνία.

    Η προσέγγιση σας λοιπόν μου φαίνεται λανθασμένη και εκτός θέματος.

    Κατά την γνώμη μου το πρίσμα που προτείνεται από το κείμενο είναι άστοχο. Αφ’ ενός διότι λέει τι δεν θα έπρεπε να γίνεται κι αυτό είναι άγονο, είτε διότι οδηγεί σε άνωθεν αξιολογήσεις και αστυνόμευση είτε διότι είναι ανεφάρμοστο εκτός αν παραβιαστεί ο άνθρωπος-χρήστης. Αυτά που καταδικάζετε τα καταδικάζουμε όλοι αλλά ταυτόχρονα είναι σημείο ζωτικότητας και υγείας. Το θέμα είναι τι άλλο και διαφορετικό προτείνουμε.

    Θα προσέθετα δε πως η ανάλυση σας είναι ουσιωδώς αρνητική και χωρίς πρόταση στην πραγματικότητα..
    Δε βλέπω σε τι διαφέρει από το παράπονο, για να μη πω κάτι άλλο. Αυτό που λέτε είναι τι δε θα έπρεπε να κάνουμε, κατηγορείτε αυτό το τρόπο και εκεί.. σταματάτε. Αυτό είναι το «καινούριο παράδειγμα»;
    «Μιλήστε πολιτισμένα όπως εγώ;» «Μην είστε κάφροι!»
    Σας τιμά η στάση σας αλλά υπάρχει θέμα αν νομίζετε πως φωτίζετε το θέμα «Μπλογκόσφαιρα».
    Όχι κύριε Ανδριωτάκη, δε νομίζω πως πήγατε αρκετά μακριά στην σκέψη σας..
    αντί να ανοίξετε ένα δρόμο, χτίσατε ένα αδιέξοδο.

  8. Αγαπητέ/ή stinathina, θεωρώ πώς είναι χρήσιμο να στοχαζόμαστε πάνω σε όλες τις όψεις των φαινομένων. Το να κάνουμε μεταφορές επίσης, είναι κάτι που μας βοηθά να αναλύουμε τα γεγονότα, και να τους δίνουμε ευκαιρίες προκειμένου να επαναδιατυπωθούν, και γιατί όχι, να επαναδιαπραγματευτούν. Άγονο και αδιέξοδο είναι να λέμε ότι έχουν όλα κριθεί, κάτι που ποτέ δεν είπα.

    Το θέμα του άρθρου είναι η «γηπεδοποίηση» της μπλογκόσφαιρας κι όχι οι προοπτικές της μπλογκόσφαιρας. Σε άλλα άρθρα μου και αναρτήσεις, θα μπορέσετε να εντοπίσετε εύκολα πού βλέπω να υπάρχουν αξιόλογες προτάσεις, υποσχέσεις και προοπτικές. Στο blog αυτό για παράδειγμα, έχω αναρτήσει ένα βίντεο (υπό τον τίτλο Πλατεία Starbucks) το οποίο είναι κατά τη γνώμη μου μια πρόταση (που αφορά βέβαια στην προσωπική μου συνεισφορά). Στο βιβλίο μου, αλλά κυρίως στο ντοκιμαντέρ, σκιαγραφώ και περιγράφω αρκετές ακόμα προοπτικές που σχετίζονται με ελπιδοφόρες, ατομικές και συλλογικές, προσπάθειες στην ελληνική μπλογκόσφαιρα.

  9. Αγαπητέ Μανώλη,
    Παρακολουθώ από καιρό με ενδιαφέρον το μπλογκ σου, αποφεύγω ωστόσο να σχολιάσω τα κείμενά σου μιας και στα περισσότερα ζητήματα η οπτική μου είναι τελείως διαφορετική από τη δική σου. Μια «κριτική» παρέμβαση εκ μέρους μου θα προκαλούσε πιθανότατα έναν ατέρμονα και μάλλον κουραστικό για τους αναγνώστες σου διάλογο. Κι αν πήρα τώρα την πρωτοβουλία να σχολιάσω το παρόν δημοσίευμά σου είναι γιατί θίγεις ένα από πολλές απόψεις επίκαιρο και σημαντικό ζήτημα, το ζήτημα του ανταγωνισμού.
    Θεωρώ ότι ο κοινωνικός ανταγωνισμός, πέρα από τη συμβολική του διάσταση που εσύ εντοπίζεις στη «γηπεδοποιημένη» μπλογκόσφαιρα, ερείδεται στις υλικές βάσεις της ανθρώπινης ζωής και όχι απλώς στην «ανθρώπινη φύση», όπως θα ήθελαν οι Βρετανοί εμπειριστές και οι νεοφιλελεύθεροι. Το να μην λειτουργήσω λοιπόν «ανταγωνιστικά» (σε ιδεολογικό και πολιτικό επίπεδο) θα ήταν σαν να αποδεχόμουν εκ προοιμίου τη θέση σου, με την οποία όπως ήδη δήλωσα διαφωνώ.
    Η διαφωνία μου μαζί σου είναι πως φαίνεται να ξεχνάς ότι ο ανταγωνισμός είναι μια υπάρχουσα κοινωνική πραγματικότητα που η κυρίαρχη ιδεολογία θέλει να εξαφανίσει σαν μιαρό σκουπίδι κάτω από το χαλί της ευπρέπειας, της τάξης, του κομφορμισμού και της συναίνεσης, αποβλέποντας σε πολιτικά οφέλη που αφορούν συγκεκριμένες μερίδες του πληθυσμού (για να μη χρησιμοποιήσω την αποτρόπαια για πολλούς λέξη «τάξεις»), αυτές οι οποίες επωφελούνται περισσότερο από το status quo. Ποιοι δεν θέλουν, από τη μια, τον ανταγωνισμό, αλλά, από την άλλη, θέλουν να διατηρήσουν τις παρούσες συνθήκες που τον προκαλούν; Τι νόημα έχει να μιλάς για τη δυνατότητα απάλειψης του ανταγωνισμού σε μια κοινωνία αδικίας, ανισότητας, κυριαρχίας και εκμετάλλευσης; Και πώς μπορούν να ξεπεραστούν πιθανώς αυτές οι συνθήκες που μόλις περιγράψαμε αν όχι μέσα από την ίδια τη διαπάλη και τον ανταγωνισμό;
    Όμως, για να μην παρεξηγηθώ, είναι προφανώς άλλο η αφηρημένη «ανταγωνιστικότητα» και άλλο ο κοινωνικός ανταγωνισμός, με άλλα λόγια δηλαδή η κοινωνική πάλη. Και είναι άλλο πράγμα ο συμβολικός ανταγωνισμός π.χ. του ποδοσφαίρου, και εν γένει των σπορ και των αθλημάτων, και άλλο ο πραγματικός κοινωνικός ανταγωνισμός, έστω κι αν μεταξύ τους υπάρχει συνάφεια. Στην πρώτη περίπτωση, η ταύτιση των οπαδών με τις ομάδες τους είναι απολύτως ανοιχτή στην υποκειμενική συμβολική επένδυση. Η απόλυτη, διαχωριστική πόλωση «εμείς» και οι «άλλοι» πληρώνεται με ποικίλα υποκειμενικά περιεχόμενα: ταξικά, εθνικά, σεξιστικά, τοπικιστικά, κ.λπ. Το ποδόσφαιρο δεν είναι μόνο η βαλβίδα ασφαλείας για την εκτόνωση των ακραίων ενστίκτων βίας, ούτε μόνο μια «φαντασιακή κοινότητα» που υποστασιοποιείται ως μάζα στο γήπεδο, αλλά και μια μήτρα αναπαραγωγής των ανταγωνιστικών συνθηκών, όπως πολύ σωστά παρατηρείς, αφού μοιάζει να είναι μια χωροχρονική συμπύκνωση της θεαματικής κοινωνίας. Αυτή η «τελετουργική» διάσταση του ποδοσφαίρου μπορεί να βρεθεί σε αντίστοιχες πρακτικές των ανθρώπινων κοινωνιών από πολύ παλιά και δεν τονίζει, νομίζω, τίποτ’ άλλο παρά την πρωταρχική σημασία που έχει η συμβολική διάσταση με την οποία «οργανώνει» ο άνθρωπος τις σχέσεις του με τη φύση και την κοινωνία.
    Για να γίνω κατανοητός θα πρέπει μάλλον πρώτα να αποσαφηνίσω την εκ μέρους μου χρήση του όρου «ανταγωνισμός». Θα έχει καταστεί μάλλον σαφές ότι για μένα ο ανταγωνισμός δεν είναι μια επιλογή που μπορεί να τη θεωρούμε σωστή ή λανθασμένη, «καλή» ή «κακή» – δεν πρόκειται καν για επιλογή! Είναι η αντικειμενική έκφραση στο κοινωνικό πεδίο συγκεκριμένων κοινωνικών σχέσεων. Είναι η «ένταση» που απορρέει από τη σχέση κυρίαρχου-κυριαρχούμενου, εκμεταλλευτή και εκμεταλλευόμενου, «κυρίου» και «δούλου», και δεν εννοώ μόνο τις οικονομικές σχέσεις. Κατ’ αυτόν τον τρόπο ο ανταγωνισμός είναι η μήτρα της αλλαγής, από αυτή θα προκύψει ό,τι νέο, και μόνο μέσα από αυτή την πάλη μπορούν πιθανώς να εξαλειφθούν οι προϋποθέσεις που αναπαράγουν τον ανταγωνισμό.
    Θα πρέπει νομίζω να αντιμετωπίζουμε θετικά το γεγονός ότι ξέσπασαν και πάλι ιδεολογικές διαμάχες και ανταγωνισμοί που στη δεκαετία του ’90 και μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν ξεπερασμένες. Και δεν πρέπει να μας προκαλεί κατάπληξη ότι ο ανταγωνισμός των ιδεών, των απόψεων και των στάσεων μαίνεται στο διαδίκτυο, ειδικότερα εάν θεωρούμε ότι το διαδίκτυο είναι ένα νέο, δημοκρατικό μέσο, ανοιχτό στον καθέναν (αν και προσωπικά δεν συμφωνώ με αυτή την άποψη). Είναι φυσικό στην μπλογκόσφαιρα να οξύνονται φαινόμενα που η τηλεόραση, ας πούμε, δεν μπορεί να τα παράγει παρά μόνο να τα αναπαραστήσει ως εικόνα. Και αυτό διότι η τηλεόραση δεν είναι ένα «ανοιχτό» και δημοκρατικό μέσο όπως θέλει να παρουσιάζεται, αλλά ένα μέσο που ιδιωτικοποιήθηκε για να «εκδημοκρατιστεί», να ξεφύγει δήθεν από την ασφυκτική αγκάλη του κράτους και να περάσει εν τέλει στον «δημοκρατικό έλεγχο» της αγοράς όπου οι τηλεθεατές «ψηφίζουν» μέσω της AGB. Όμως η τηλεόραση, περνώντας στα χέρια των ιδιωτών και όχι ας πούμε στον πραγματικά δημοκρατικό έλεγχο των πολιτών (αν και οι συχνότητες είναι δημόσιο αγαθό), περιόρισε στο ελάχιστο το πεδίο του κοινωνικού ανταγωνισμού για τον έλεγχό της και διεύρυνε τη λογική του εμπορικού ανταγωνισμού. Λόγω του ιδιοκτησιακού της καθεστώτος τοποθετείται λοιπόν αναπόφευκτα σε συγκεκριμένη θέση στο πεδίο του κοινωνικού ανταγωνισμού. Δεν συμβαίνει το ίδιο με το διαδίκτυο, όπου οι ιδιοκτησιακές σχέσεις είναι πολύ πιο συγκαλυμμένες και η «πλατφόρμα» του μέσου πολύ πιο ανοιχτή. Εδώ τα προβλήματα που ανακύπτουν είναι πολύ διαφορετικά, έχουν όμως πάντοτε το ίδιο φόντο: μια εκ βάθρων άνιση κοινωνία.
    Είναι κατά τη γνώμη μου λάθος να καταδικάζουμε το σύμπτωμα, τον ανταγωνισμό τον ίδιο δηλαδή, ως πηγή της γενικευμένης αγριότητας και βίας που αντανακλάται με ιδιαίτερη οξύτητα παντού γύρω μας σήμερα, και όχι την ασθένεια, δηλαδή τις πραγματικές αιτίες που τον προκαλούν. Από την ιδιωτική έως τη δημόσια σφαίρα οι εντάσεις και οι προστριβές είναι αλλεπάλληλες και συνεχείς γιατί οι ίδιες οι κοινωνικές σχέσεις μας είναι ανταγωνιστικές. Και φυσικά τα φαινόμενα αυτά θα εντείνονται όσο οι συγκεκριμένες κοινωνικές συνθήκες που μας φέρνουν στις συγκεκριμένες θέσεις ανταγωνισμού δεν αλλάζουν ριζικά.
    Ο ανταγωνισμός ως ένδειξη δήθεν «βαρβαρότητας» (βία, κανιβαλισμός, μιαρότητα, ιεροσυλία, κ.λπ. κ.λπ.) απηχεί τις αστικές αντιλήψεις για μια εύτακτη και ιεραρχικά οργανωμένη κοινωνία του αστικού πολιτισμού. Η αστική ιδεολογία αναγνωρίζει τον οικονομικό ανταγωνισμό ως θεμελιώδες κίνητρο για την παραγωγή πλούτου, ως «φυσικό» ανθρώπινο χαρακτηριστικό («πόλεμος όλων εναντίον όλων»), ενώ, από την άλλη, προσπαθεί με κάθε τρόπο να αποσιωπήσει και να καταστείλει τον κοινωνικό ανταγωνισμό. Δεν είναι λοιπόν το «ανορθολογικό» στοιχείο («κοιτάξτε πώς συμπεριφέρονται οι οπαδοί στο γήπεδο!»), ή οι «διαστρεβλωμένες ιδεολογίες» που λέει και ο Ομπάμα (συμπεριλαμβάνοντας συλλήβδην σε αυτές ό,τι δεν συντονίζεται με το αμερικανικό όραμα για τον κόσμο), που δήθεν προκαλούν την κοινωνική αναταραχή, τον ανταγωνισμό και την πάλη, και που δεν μας αφήνουν να «προοδεύσουμε όλοι μαζί», να δημιουργήσουμε «νέα παραδείγματα», κ.λπ.. Γιατί, στην πραγματικότητα δεν είμαστε όλοι μαζί, οι «άνθρωποι» αφηρημένα. Ίσως θα έπρεπε, αλλά δεν είμαστε. Αντιθέτως, είμαστε διαχωρισμένοι μέσα σε ένα πολύπλοκο σύστημα πολιτικοοικονομικής ανισότητας, εξουσίας, καταπίεσης και εκμετάλλευσης, το οποίο είναι το πεδίο παραγωγή της ίδιας μας της υποκειμενικότητας. Μέσα σε αυτή την πολυπλοκότητα των σχέσεων και των διαφορετικών υποκειμενικών θέσεων προκύπτει ο σφοδρός ανταγωνισμός, και δεν θα μπορούσε να γίνει αλλιώς, αφού οι ίδιες οι καπιταλιστικές σχέσεις είναι ανταγωνιστικές.
    Είναι προφανές λοιπόν γιατί ο ανταγωνισμός δεν θα εξαλειφτεί επειδή απλώς «εμείς» το θέλουμε ή επειδή «εμείς» θεωρούμε ότι έτσι πρέπει να εξαλειφτεί. Γι’ αυτό και κατά τη γνώμη μου η παραγνώριση της σημασίας του κοινωνικού ανταγωνισμού είναι μια επικίνδυνη πολιτικά άποψη, που τείνει περισσότερο προς την ηθικολογία παρά προς την κριτική, και παρά την απερίφραστα δηλωμένη πεποίθηση ότι πρέπει να αλλάξουν τα πράγματα λειτουργεί εν τέλει αντίστροφα απ’ ότι επιδιώκει, εξυπηρετεί δηλαδή με τον καλύτερο τρόπο τη συναίνεση που απαιτεί από εμάς το σύστημα για την αναπαραγωγή του.
    Το διαδίκτυο όπως και κάθε άλλος «δημόσιος» χώρος θα παραμείνουν, και πρέπει να παραμείνουν, πεδία σύγκρουσης και διαπάλης. Θα διαμορφώνονται μέσα από αυτή, με τους περιορισμούς και τις δυνατότητες που οι ίδιες οι κοινωνικές σχέσεις θα ορίζουν. Δεν πρέπει νομίζω να αποδεχόμαστε σε κανένα κοινωνικό πεδίο την ειρήνη όταν αυτός που θέλει να την επιβάλει είναι ο νικητής, γιατί τότε δεν κάνουμε τίποτ’ άλλο παρά να παραδεχόμαστε την ήττα μας και να δηλώνουμε, συζητώντας «πολιτισμένα», την υποταγή μας.

  10. Αγαπητέ μου Μιχάλη, καταλαβαίνω καλά την ανάλυσή σου και συμφωνώ στη διάγνωση της αρρώστειας της κατεστημένης τάξης πραγμάτων, αλλά δυστυχώς δε μπορώ να συμφωνήσω στο δια ταύτα, γιατί, όπως ξέρεις, είμαι αντιμιλιταριστής, και δε δέχομαι να βάψω τα χέρια μου με το αίμα κανενός.

  11. @Μανώλης Ανδριωτάκης
    πολύ καλή η αναλυση που κάνετε στο άρθρο σας.Ομως θα ηθελα να επισημάνω οτι η γηπεδοποίηση της μπλογκόσφαιρας δεν αποτελεί αξιοπερίεργο γεγονός δεδομένου οτι αποτελει και αυτή αντανάκλαση της χαοτικής κοινωνικής πραγματικότητας που ζεί το κομμάτι εκείνο των ελλήνων που ασχολείται με αυτή.
    Η μπλογκόσφαιρα δεν έχει ανταπόκριση σε τέτοιο βαθμό που να συγκινεί και να επηρεαζει την προαγωγή της γνήσιας κοινωνικής δράσης διότι χειραγωγείται απο συμφέροντα -ομάδες συμφερόντων -που επηρεάζουν το μεγαλύτερο της κομμάτι.
    Η ελίτ που χρησιμοποιεί αυτό το ηλεκτρονικό μέσο ελάχιστα δείχνει οτι έχει αντίληψη της κοιωνικής πραγματικότητας που βιώνει ο ελληνικός λαός ωστε να λειτουργήσει σαν παράγοντας δημιουργίας ιδεών και ενδεχομένως δράσεων.
    Αλλωστε το μπλόγκ-το σημειωματάριο- που ο κάθε ένας μπορεί να δημιουργήσει απλά εκφράζει σε πρώτη φάση μιά μόδα η μορφή εκτόνωσης που λειτουργεί σαν βαλβίδα ασφαλείας για το σύστημα και σε δεύτερη φάση σαν εργαλείο διάδοσης απόψεων που δεν μπορούν κάποιοι με άλλο τρόπο να διαδώσουν.
    Και βέβαια η κακή χρήση της ανωνυμίας-επιθέσεις σε προσωπικό επίπεδο και άλλα παρόμοια- δεν αποτελούν οδηγό γιά όσουν θέλουν -χωρίς προσωπικό συμφέρον- να διαδώσουν απόψεις-άσχετα άν συμφωνεί κάποιος με αυτές η όχι.
    Ευχαριστώ για την φιλοξενία.
    http://underinformation.wordpress.com

  12. ΠΕΡΙ ΝΙΚΗΣ, ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΥ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΤΙΝΩΝ.

    Αγαπητέ Μανώλη, το απαντητικό σου σχόλιο – καθώς και η κατακλείς του σχολίου σου προς τον @futura – με τροφοδοτεί με λίγο περισσότερες «πληροφορίες και υλικό» για τις απόψεις σου σχετικά με την πλευρά της κοινωνικής ζωής που αποκαλούμε «παιχνίδι». Έτσι, μπορώ να συνεχίσω λίγο επ’ αυτού.

    Αρχίζοντας από μία άκρως σημαντική παρανόηση του κειμένου μου, η οποία και σε οδήγησε να μου αποδίδεις μία εξίσωση που ουδέποτε έκανα. (Ειρήσθω εν παρόδω: Αρκετές φορές δεν αποφεύγεις το υπ’ αριθμόν 1 λάθος των μπλόγκερ, να διαβάζουν βιαστικά και επομένως να σχολιάζουν λανθασμένα τα σχόλια των αναγνωστών τους. Είναι κρίμα να μην αποτελείς εξαίρεση στον κανόνα, ενώ έχεις όλα τα εφόδια γι’ αυτό). Η παρανόηση:

    Μου αποδίδεις την άποψη ότι, «η γοητεία του παιχνιδιού έγκειται στη νίκη». Ουδέν ανακριβέστερον! Αυτό που υπεστήριξα είναι, ότι «η ΠΡΟΣΔΟΚΙΑ της νίκης είναι αυτή που κάνει την διαδικασία του παιχνιδιού τόσο μαγευτική». Αυτό το «ΠΡΟΣΔΟΚΙΑ», αγαπητέ Μανώλη, το αγνόησες ή σου διέφυγε. Όμως, είναι η έννοια-«κλειδί». Ένα παράδειγμα:

    Όσο κι αν δεν είσαι φίλος του παιχνιδιού, δεν μπορεί να μην έχεις παίξει ποτέ το ερωτικό παιχνίδι της σαγήνευσης (δηλαδή της «κατάκτησης» του άλλου)! Λοιπόν, ανακάλεσε στην μνήμη σου και αναρωτήσου: Τι ήταν αυτό που το διατηρεί με τόση μαγεία στην μνήμη σου, ακόμα και στις περιπτώσεις που η κατάληξη ήταν η «ήττα» σου; Δεν ήταν αυτή η προσδοκία της «νίκης» που τροφοδοτούσε – μαζί βέβαια με την σαγήνη που σου ασκούσε το αντικείμενο του πόθου σου – την παραμονή σου σε αυτό το «γήπεδο» και τον «υπέρ πάντων αγώνα» που έδινες; Κι όταν ερχόταν η στιγμή, που η «ήττα» σου ήταν πιά γεγονός αναμφισβήτητο και που όσο κι αν εθελοτυφλούσες δεν γινόταν να απωθήσεις, τι ήταν αυτό που χανόταν αγαπητέ Μανώλη; Ο έρωτας; Όχι βέβαια! Δεν εξατμίζεται, ευτυχώς ή δυστυχώς, τόσο εύκολα!… Χανόταν όμως η μαγεία της προσδοκίας, αυτή η γλυκειά αγωνία, που όσο σε βασανίζει, τόσο την θέλεις! Κι ό,τι έμενε ήταν ο πόνος, η απογοήτευση, η θλίψη. Δηλαδή, ο έρωτας χωρίς πιά την ελπίδα! Ελπίδα για ΤΙ ΑΚΡΙΒΩΣ Μανώλη, αν όχι γιά την «ΝΙΚΗ» επί του ερωτικού πεδίου (δηλαδή του ερωτικού «ΓΗΠΕΔΟΥ»);

    Υποστηρίζεις ότι «Το παιχνίδι και ιδίως το παιδικό, είναι γοητευτικό γιατί είναι το ίδιο μια ζωτικής σημασίας, φυσική εμπειρία που δεν χρειάζεται επιπλέον κίνητρα». Τι πλάνη!

    Δηλαδή αγαπητέ Μανώλη, όταν μικρός έπαιζες ΜΟΝΟΣ ΣΟΥ Lego – γιατί δεν μπορεί, αποκλείεται να μην έχεις παίξει αυτό το παιχνίδι – έπαιζες χωρίς το κίνητρο να φτιάξεις τελικά το αυτοκίνητο, ή το τραίνο, ή το πειρατικό καράβι; Δηλαδή έπαιζες χωρίς ΤΕΛΟΣ (πάλι να διαβαστεί και με τις δύο έννοιες); Και τι άλλο είναι η επιτυχής συναρμολόγηση των διαφόρων αντικειμένων, από την ΝΙΚΗ, όπως αυτή εμφανίζεται με την ιδιαίτερή της μορφή στο συγκεκριμένο παιχνίδι; Τι βλέπουμε εδώ; Απλούστατα, ότι η έννοια της νίκης δεν προϋποθέτει τον ΑΛΛΟΝ, ως φυσική παρουσία νοούμενον, για να υπάρξει! Είναι ένα ΕΜΜΕΝΕΣ στοιχείο του παιχνιδιού, που βέβαια «μεταμφιέζεται» σε διάφορες μορφές, ανάλογα με το ιδιαίτερο είδος κάθε παιχνιδιού.

    Θέλεις άλλο παράδειγμα και μάλιστα από ένα παιχνίδι που παραδοσιακά παίζεται κατά μόνας και μάλιστα αποτελεί και «θείο δώρο» γιά πολλούς μονήρεις, παρά την επιθυμία τους, ανθρώπους; Πάρε την ταπεινή πασιέντζα! Είναι παιχνίδι χωρίς νίκη; Ούτε γι’ αστείο! Η νίκη έρχεται με το «κλείσιμο» της πασιέντζας. Και τι θα ήταν το συγκεκριμένο παιχνίδι χωρίς την ΠΡΟΣΔΟΚΙΑ του «κλεισίματος» (για να συνδεθούμε και με τα προηγούμενα); Μία διαδικασία άνευ νοήματος, άνευ συγκίνησης, άνευ ελπίδας! Τι τα δίνει όλ’ αυτά, αν όχι η προσδοκία της ΝΙΚΗΣ;

    Και μην κάνεις το λάθος να διαχωρίσεις την νίκη από την έννοια του ανταγωνισμού! Όπως συμβαίνει με το παιχνίδι και την νίκη, έτσι συμβαίνει και μ’ αυτήν και τον ανταγωνισμό. Ο ανταγωνισμός δηλαδή, είναι κι αυτός με την σειρά του ΕΜΜΕΝΕΣ στοιχείο της νίκης! (Στα παραδείγματα που προανέφερα, στο μεν πρώτο, ο ανταγωνιστής είναι ο ίδιος ο εαυτός, στο δε δεύτερο, η τύχη!).

    Έτσι λοιπόν, συνοψίζοντας, το παιχνίδι ΕΙΝΑΙ «εξ ορισμού συνδεδεμένο με τον ανταγωνισμό»! Και φυσικά, ναι, «εμείς το έχουμε κάνει έτσι για ευνόητους λόγους». Μόνο που αυτοί οι ευνόητοι λόγοι δεν είναι και τόσο ευνόητοι, αν αναλογιστεί κανείς τις διαφορές απόψεων επί του θέματος (δεν αναφέρομαι βέβαια μόνο στις δικές μας διαφορές, εννοείται). Και ούτε είναι εύκολο να τα ρίξει κανείς στον καπιταλισμό, λάθος που με λύπη μου διαπιστώνω συχνά-πυκνά ότι διαπράττουν πολλοί ομοϊδεάτες μου της Αριστεράς. Ο Κλωντ Λεβί-Στρος έχει καταγράψει στις περιοδείες του παιχνίδια ΠΡΩΤΟΓΟΝΩΝ ΚΟΙΝΩΝΙΩΝ, που ούτε κατά προσέγγιση θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ανταγωνιστικές, τα οποία προέβλεπαν νικητή και φυσικά εμπεριείχαν τον ανταγωνισμό.

    Αγαπητέ Μανώλη, ξέρω ότι δεν πρόκειται να σε μεταπείσω όσο αφορά στο πώς βλέπεις το παιχνίδι. Γιατί τα γράφω όλ’ αυτά τότε; Γράφω έτσι, για να γράφω; Γράφω χωρίς ΠΡΟΣΔΟΚΙΑ ΝΙΚΗΣ; (Ναι Μανώλη, ακόμα και στον αντιπαραθετικό διάλογο, αυτή δίνει το παρών!). Όχι βέβαια. Μόνο που είναι προσδοκία για κάτι λιγότερο από την νίκη. Καταλαβαίνω πολύ καλά τι σε κάνει να αρνείσαι να δεις το παιχνίδι ως αυτό που είναι, όταν διαβάζω να γράφεις προς τον @futura ότι δεν μπορείς να συμφωνήσεις μαζί του στο δια ταύτα επειδή είσαι αντιμιλιταριστής. Έτσι, περιορίζω τις προσδοκίες μου στο να σε κάνω να εξετάσεις το ζήτημα λίγο βαθύτερα. Ίσως τότε να δεις, ότι από το να παίζει κανείς «στα ψέμματα» (για να δανειστώ τον τίτλο του βιβλίου του Δ. Μίγγα), είναι προτιμότερο να παίξει στ’ αλήθεια. Βέβαια, σ’ αυτήν την περίπτωση η ήττα είναι πικρή. Αλλά και μόνο τότε η νίκη έχει πραγματικό αντίκρυσμα!

    Και τελικά: Με στενοχωρεί η ιδέα Μανώλη, ότι κάποτε, κάποιος Αλλάχ, θα πει σε σένα αυτήν την φορά τα πικρά λόγια: Νικημένο μου ξεφτέρι δεν αλλάζουν οι καιροί, με φωτιά και με μαχαίρι πάντα ο κόσμος προχωρεί…

    Χαιρετώ.

  13. Αντισθένη, νομίζω ότι σ’ έχει παρασύρει η υπερβολική σου αυτοπεποίθηση και το ανταγωνιστικό σου πνεύμα. Το παιχνίδι ευτυχώς, έχει και σκοπούς, που δεν είναι πάντα, ή απαραίτητα, συνυφασμένοι με αυτό που αποκαλείς εσύ νίκη.

    Μάλλον συγχέεις το παιχνίδι με τον αγώνα.

    Για τον Χουιζίνγκα π.χ., το συγγραφέα του κλασικού βιβλίου για το Παιχνίδι ως πολιτισμικό φαινόμενο, «Homo Ludens» (ο άνθρωπος παίκτης), μια απ’ τις πλέον σταθερές όψεις του παιχνιδιού, τόσο ανθρωπολογικά όσο και πολιτισμικά, ήταν πάντα η ψυχαγωγία, η άντληση ευχαρίστησης δηλαδή απ’ την απουσία προσδοκίας άλλης απ’ τη χαρά του ίδιου του παιχνιδιού. Καταλαβαίνουμε επομένως πως τα ζώα ήταν παίκτες πριν από εμάς. Ο Χουιζίνγκα λοιπόν λέει πως αν θέλουμε να συνοψίσουμε δομικά τα χαρακτηριστικά του παιχνιδιού στην ιστορία του πολιτισμού, θα λέγαμε ότι συνιστά μια ελεύθερη δραστηριότητα που βρίσκεται συνειδητά εκτός της «κανονικής» ζωής με το «να μην είναι σοβαρό», αλλά την ίδια στιγμή να απορροφά τον παίκτη ολοκληρωτικά.Το παιχνίδι είχε ανέκαθεν το δικό του χώρο και χρόνο, τους κανόνες και τα όριά του, αλλά δε συνδεόταν πάντα ή απαραίτητα με υπόσχεση επάθλου, κέρδους, ανταμοιβής κ.λπ. Οι άνθρωποι μέσα στους αιώνες έπαιζαν για πολλούς λόγους, αλλά κυρίως για να διασκεδάσουν και να ψυχαγωγηθούν, κι όχι για να νικήσουν.
    Τέλος, σύμφωνα με κοινωνικούς ψυχολόγους τα κίνητρα των παικτών ενός παιχνιδιού μπορούν να είναι φυσικά (εσωτερικά) ή κατασκευασμένα (εξωτερικά), κάτι που δείχνει πως η έννοια του παιχνιδιού μάλλον επιδέχεται περισσότερες αναγνώσεις απ’ αυτή που πρόχειρα της επιφύλαξες…

  14. @Μανώλης Ανδριωτάκης
    Δική μου παράλειψη,ίσως γιατί γιά μένα είναι αυτονόητο.
    Η ελίτ -κατά την αποψη μου – είναι αυτοί οι οποίοι γνωρίζουν να χρησιμοποιούν το ηλεκτρονικό μέσο-ελίτ γνώσης,κατα κάποιον τρόπο,-και οι οποίοι χρησιμοποιούνται-ενσυνείδητα η ασυνέιδητα- απο την ελιτ των οικονομικών συμφερόντων.

    http://underinformation.wordpress.com

  15. ΠΑΡΑΝΟΗΣΕΩΝ ΣΥΝΕΧΕΙΑ

    Αγαπητέ Μανώλη, διαβάζοντας την τελευταία απάντησή σου, αρχίζω να καταλαβαίνω, ότι η τεκμηρίωση της αντίθεσής σου με το παιχνίδι βασίζεται, κατά ένα μεγάλο για να αγνοηθεί ποσοστό, σε παρανοήσεις και παραναγνώσεις. Αναλυτικότερα:

    Μου αποδίδεις σύγχυση – δηλαδή ταύτιση – της έννοιας «παιχνίδι» με την έννοια «αγώνας». Και για να θεμελιώσεις αυτήν την «σύγχυση», επικαλείσαι τον Χουιζίνγκα και το βιβλίο του «Homo Ludens» (Ελληνική έκδοση: «Ο άνθρωπος και το παιχνίδι», Εκδόσεις «Γνώση», 1989). Δύο παρατηρήσεις εδώ:

    Η πρώτη: Συνοψίζοντας τις απόψεις του Χουιζίνγκα αναφέρεις ότι γι’ αυτόν «…μια απ’ τις πλέον σταθερές όψεις του παιχνιδιού, τόσο ανθρωπολογικά, όσο και πολιτισμικά, ήταν πάντα η ψυχαγωγία, η άντληση ευχαρίστησης δηλαδή απ’ την απουσία προσδοκίας άλλης απ’ τη χαρά του ίδιου του παιχνιδιού.» Έκτακτα! Το προσυπογράφω αριθμητικώς και ολογράφως! Και λοιπόν; Πόθεν, στην σύνοψη που κάνεις, εξάγεται το συμπέρασμα ότι ο Χουιζίνγκα διακρίνει, σε αντίθεση μ’ εμένα, τις έννοιες «παιχνίδι» από την έννοια «αγώνας»; Ουδαμόθεν! Εξάγεται όμως αβίαστα ένα άλλο, σχετικό με το θέμα μας και πολύτιμο για την κατανόηση των απόψεών σου συμπέρασμα: Ότι στην αντίληψή σου, η προσδοκία και η επιδίωξη της νίκης – που υπονοείται σαφέστερα με την λέξη «αγώνας» παρά με την λέξη «παιχνίδι» – είναι στοιχεία ασύμβατα με την «ψυχαγωγία», την «άντληση ευχαρίστησης», την «απουσία προσδοκίας άλλης απ’ τη χαρά του ίδιου του παιχνιδιού»! Και επηρεασμένος από την δική σου αντίληψη, «παίρνεις στον λαιμό σου» και τον καημένο τον Χουιζίνγκα! Γιατί λέω «τον παίρνεις στον λαιμό σου»; Η εξήγηση μάς πηγαίνει στην δεύτερη παρατήρηση.

    Στο προαναφερθέν βιβλίο, και στο δεύτερο Κεφάλαιο υπό τον τίτλο «Η έννοια του παιχνιδιού όπως εκφράζεται στη γλώσσα», ο Χουιζίνγκα, απαντώντας στις επικρίσεις του καθηγητή Μπολκεστάϊν αναφέρει (σελ.52): «Με κατηγορεί ότι ‘έχω συμπεριλάβει αθέμιτα τους ελληνικούς αγώνες, οι οποίοι εκτείνονται από όσους έχουν τις ρίζες τους στην τελετουργία ως τους πιό ασήμαντους, στην κατηγορία του παιχνιδιού’ «. Στην επόμενη σελίδα, δίνει την απάντηση: «Παρά τον θαυμασμό που τρέφω για την μόνιμης αξίας και διαυγή ερμηνεία του ελληνικού πολιτισμού από τον καθηγητή Bolkestein, και παρά το γεγονός πως τα ελληνικά δεν είναι η μόνη γλώσσα που κάνει διάκριση μεταξύ αγωνίσματος και παιχνιδιού, ΕΙΜΑΙ ΑΠΟΛΥΤΑ ΠΕΠΕΙΣΜΕΝΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΒΑΘΥΤΕΡΗ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΤΟΥΣ»!

    Να λοιπόν γιατί είπα πριν, ότι «παίρνεις στον λαιμό σου» τον κακομοίρη τον Χουιζίνγκα, αγαπητέ Μανώλη! Και δεν νομίζω η διατύπωση να σε αδικεί. Μάλλον επιεικής είναι, αν λάβουμε υπ’ όψη μας την ολοκληρωτική διαστρέβλωση των απόψεών του με την οποία τον «περιποιήθηκες»! Φυσικά, δεν πιστεύω ότι το έκανες εσκεμμένα! Προφανώς, το βιβλίο δεν το έχεις διαβάσει – δυσκολεύομαι να πιστέψω το αντίθετο. Μάλλον βασίστηκες σε κάποια «βιβλιοπαρουσίαση», ή σε άποψη που σου μετέφερε τρίτος. Σε κάθε περίπτωση, η «πηγή» σου πήρε εσένα «στον λαιμό της»! Όσο για τον αξιότιμο καθηγητή Χουιζίνγκα, ας κοιμάται ήσυχος! Νομίζω ότι αποκατέστησα πλήρως την μνήμη του στα μάτια των αναγνωστών!

    Η επόμενη παρανόησή σου Μανώλη σχετίζεται με την αναφορά σου στο ζωϊκό βασίλειο, αναφορά με την οποία αρχίζει και το βιβλίο του ο Χουιζίνγκα. Λες: «Καταλαβαίνουμε επομένως πως τα ζώα ήταν παίκτες πριν απο εμάς». Ας δουμε τι λέει ο αγαπητός μας κ. καθηγητής επ’ αυτού. Γράφει:

    «Τα ζώα παίζουν όπως ακριβώς παίζουν οι άνθρωποι. Δεν έχουμε παρά να προσέξουμε τα κουτάβια και θα δούμε πως όλα τα βασικά στοιχεία του ανθρώπινου παιχνιδιού βρίσκονται μέσα στα χαρωπά πηδήματά τους. Προσκαλούν το ‘να τ’ άλλο στο παιχνίδι με μιάν ορισμένη τελετουργιότητα η οποία εκδηλώνεται στη διάθεση και στις κινήσεις τους. Τηρούν τον κανόνα να μη δαγκώνουν ή ΝΑ ΜΗ ΔΑΓΚΩΝΟΥΝ ΔΥΝΑΤΑ το αυτί του αδελφού τους. ΠΑΡΙΣΤΑΝΟΥΝ ΠΩΣ ΕΙΝΑΙ ΠΟΛΥ ΑΓΡΙΕΜΕΝΑ. Και – ΤΟ ΣΠΟΥΔΑΙΟΤΕΡΟ – ΕΙΝΑΙ ΟΛΟΦΑΝΕΡΟ πως ΔΙΑΣΚΕΔΑΖΟΥΝ ΚΑΙ ΧΑΙΡΟΝΤΑΙ ΤΡΟΜΕΡΑ μ’ όλ’ αυτά τα ΚΑΜΩΜΑΤΑ».

    Τι γίνεται εδώ Μανώλη; Τι είδους «κακόψυχα» ζώα είναι αυτά που παίζουν ΔΑΓΚΩΝΟΝΤΑΣ; Που παριστάνουν πως είναι ΠΟΛΥ ΑΓΡΙΕΜΕΝΑ; Και – το χειρότερο! – που ΧΑΙΡΟΝΤΑΙ ΤΡΟΜΕΡΑ μ’ όλες αυτές τις «ΒΑΡΒΑΡΟΤΗΤΕΣ»; Και με τι μοιάζουν όλ’ αυτά περισσότερο αγαπητέ Μανώλη, με «ΠΑΙΧΝΙΔΙ» ή με «ΑΓΩΝΑ»; Μήπως ΚΑΙ ΜΕ ΤΑ ΔΥΟ;

    Ας δούμε την τρίτη κατά σειρά παρανόηση στην οποία υποπίπτεις. Λες: «Το παιχνίδι……δε συνδεόταν πάντα ή απαραίτητα με υπόσχεση επάθλου, κέρδους, ανταμοιβής κ.λπ.». Ενώ ο διάλογός μας εστιάζεται στην νίκη, επεκτείνεις το ζήτημα στο όφελος από αυτήν. Συνδέονται, αλλά δεν ταυτίζονται. Άλλο πράγμα η προσδοκία και η επιδίωξη της νίκης, κι άλλο πράγμα το οφελος που εισπράττεις σε περίπτωση που την επιτύχεις. Η πρώτη, είναι σύμφυτη με το παιχνίδι. Το δεύτερο ποικίλλει (από την παγκόσμια αναγνώριση μέχρι την απολύτως εσωτερική αυτοεπιβεβαίωση). Αλλά υπάρχει ΠΑΝΤΑ! Όχι; Πώς όχι; Αλήθεια αγαπητέ Μανώλη, όταν έφτιαξες το πρώτο σου Lego, δεν έτρεξες κατ’ ευθείαν στην μητέρα σου να της το δείξεις με ΧΑΡΑ και ΥΠΕΡΗΦΑΝΕΙΑ; Αυτή ήταν η πρώτη σου ΑΝΤΑΜΟΙΒΗ! Που φυσικά, όπως όλα τα παιδιά, έσπευσες να την μεγιστοποιήσεις με ΤΟ ΜΠΡΑΒΟ ΚΑΙ ΤΑ ΦΙΛΙΑ ΤΗΣ ΜΑΜΑΣ! Ας είμαστε λοιπόν πιό προσεκτικοί Μανώλη, όταν, έχοντας στο μυαλό την σύγχρονη εμπορευματοποίηση των παιχνιδιών, «ξορκίζουμε» την χαρά της νίκης από το παιχνίδι και προσπαθούμε να την «αποκόψουμε» από την χαρά του ίδιου του παιχνιδιού!

    Γιατί αυτό ακριβώς είναι το μεγάλο σου λάθος Μανώλη. Μιλάς για διασκέδαση και ψυχαγωγία του παιχνιδιού σε αντιδιαστολή με την νίκη, λες και είναι δύο διαφορετικά πράγματα! Και – εδώ έχουμε την τέταρτη παρανόηση, που αφορά μάλιστα στις δικές μου απόψεις – βγάζεις το συμπέρασμα, ότι υποστηρίζω πως ο κύριος και μοναδικός ίσως λόγος για παιχνίδι είναι η ευκαιρία για νίκη που μας προσφέρει! (Αχ, αγαπητέ κ. Χουιζίνγκα, βλέπεις πως υπάρχουν και χειρότερα απ’ τα δικά σου βάσανα;). Καμία σχέση! Ο μοναδικός λόγος γιά παιχνίδι είναι η ψυχαγωγία και η διασκέδαση. Που πάει φούστα-μπλούζα όμως με την νίκη ή την ήττα! (Δυστυχώς γιά όσους παραιτούνται από την νίκη, ίσως γιατί φοβούνται την ήττα…).

    Αυτή είναι η μοναδική ανάγνωση; Όχι βέβαια! Φυσικά και υπάρχουν πολλαπλές αναγνώσεις! Όμως, η δική μου νομίζω, ότι είναι πολύ πιό στέρεη από την δική σου. Και το νομίζω, όχι γιατί πάσχω από «υπερβολική αυτοπεποίθηση» και «ανταγωνιστικό πνεύμα» όπως πιστεύεις (επ’ αυτών, προσεχώς), αλλά γιατί αναλυτικά και τεκμηριωμένα (και καθόλου «πρόχειρα», απολύτως άδικος ο χαρακτηρισμός σου), κατέδειξα, επαρκώς πιστεύω, ότι ο διαχωρισμός του παιχνιδιού από το αποτέλεσμα, είναι σαν να προσπαθεί κάποιος να διαχωρίσει την θάλασσα από το αλάτι της!…

    Χαιρετώ.

  16. Είναι φανερό το τί επιθυμεί ο καθένας μας απ’ το διάλογο. Θέλω να πω ότι οι απόψεις αντανακλώνται γλαφυρά στο λόγο του καθενός μας. Ας αφήσουμε λοιπόν τους αναγνώστες να βγάλουν τα συμπεράσματά τους.

    Σε κάθε περίπτωση Αντισθένη σ’ ευχαριστώ για τη συνεισφορά σου στο ιστολόγιό μου.

  17. Αγαπητέ Μανώλη,

    Χωρίς να με έχει απασχολήσει – οι απόψεις σου είναι αυτές που με ενδιαφέρουν – δεν μου είναι και πολύ καθαρό τι επιθυμείς από τον διάλογο. Και μου είναι παντελώς άγνωστο, τι πιστεύεις πως επιθυμώ εγώ από αυτόν. Θα σου ήμουν ευγνώμων αν μου τα διευκρίνιζες. Καταλαβαίνω, ότι το πρώτο, επειδή σε αφορά προσωπικά, δεν μπορώ να το ζητήσω με επιμονή. Το δεύτερο όμως, που αφορά σε μένα, είναι …δικού μου παπά Ευαγγέλιο! Οπότε,… αναμένω!

    Χαιρετώ.

    Υ. Γ. Σε ευχαριστώ για τις ευχαριστίες σου, αλλά ο διάλογος μαζί σου (εννοείται και με οποιονδήποτε άλλον φίλο επισκέπτη αυτού του ιστολογίου εξεδήλωνε τέτοια πρόθεση), είναι ευχαρίστησή μου. Ασχέτως των διαφωνιών μας. (Και φυσικά, απολύτως ασχέτως του …»νικηφόρου» για μένα ή όχι αποτελέσματος!…).

  18. Aγαπητέ Μανώλη,

    Η απάντησή σου με θύμωσε! Τι θα πει «θεωρώ πως ήμουν σαφής»; Μπορείς να θεωρείς ό,τι θέλεις! Όμως εγώ σου επαναλαμβάνω ειλικρινώς, ότι δεν την κατάλαβα. Πες πως είμαι μειωμένης ευφυίας! Πες ακόμα ότι είμαι ηλίθιος βρε αδελφέ! Δεν δικαιούμαι εξηγήσεων για την αναφορά σου σε μένα;

    Μανώλη, το να μην θέλεις να απαντήσεις, το καταλαβαίνω. Πες το όμως! Μη μου λες «άλλα λογια ν’ αγαπιόμαστε»! Αυτό δεν είναι διάλογος. Και δεν είναι ούτε καν καλό «παιχνίδι’!…

    Χαιρετώ.

  19. Αγαπητέ Μανώλη,

    Είναι πραγματικά άχαρο να με υποχρεώνεις σε εξήγηση των αυτονόητων. Ας το κάνω και εύχομαι να είναι η τελευταία φορά που χρειάζεται.

    Τις απορίες μου, για τις οποίες και ζήτησα διευκρίνιση, τροφοδότησαν οι εξής δύο προτάσεις σου: «Είναι φανερό το τι επιθυμεί ο καθένας μας απ’ το διάλογο. Θέλω να πω ότι οι απόψεις αντανακλώνται γλαφυρά στο λόγο του καθενός μας.».

    Καμία απορία δεν θα υπήρχε άν είχες γράψει: «Είναι φανερό απ’ το διάλογο το τι επιθυμεί ο καθένας μας.Θέλω να πω……». Ή έστω: «Είναι φανερό το τι υποστηρίζει ο καθένας μας απ’ το διάλογο. Θέλω να πω……».

    Σε θεωρώ επαρκή γνώστη της Ελληνικής για να καταλάβεις την διαφορά. Ας την εξηγήσω όμως για τον αμέτοχο αναγνώστη, που δεν έχει καμιά υποχρέωση στο κάτω-κάτω να στέκεται στις «λεπτές αποχρώσεις» του διαλόγου μας.

    Έτσι όπως διατύπωσες την σκέψη σου και παρά την διευκρινιστική δεύτερη πρότασή σου, η ερμηνεία στην οποία υπόκειται δεν είναι μονοσήμαντη. Και θα μπορούσε κάλλιστα να υποκρύπτει κριτική άποψη στην οποία είχα κάθε δικαίωμα να καταθέσω τον όποιον αντίλογο. Π.χ., θα μπορούσε, σε συνδυασμό με το αντικείμενο του διαλόγου αλλά και την άποψή σου για το «ανταγωνιστικό πνεύμα» που με διακατέχει, να εκφράζει «διπλωματικά» την άποψη, πως, κατ’ εσέ, αυτό που θέλω εγώ από τον διάλογο είναι η σύγκρουση μαζί σου! Και μάλιστα, σαν «πνεύμα ανταγωνισμού», σύγκρουση, έτσι, για την σύγκρουση! Δεν έχω εγώ το δικαίωμα, αν όντως έτσι είναι τα πράγματα, να δώσω τις απαραίτητες εξηγήσεις καταρρίπτοντας μιά τέτοια άποψη; Γιατί, στο πηγάδι κατούρησα;

    Με λίγη περισσότερη προσοχή αν «διάβαζες» το σχόλιο στο οποίο ζητούσα τις διευκρινίσεις, θα είχες καταλάβει την ασάφεια που δημιούργησε την απορία μου. Και με λίγο, πολύ λίγο σκέψη παραπάνω, θα είχες επίσης καταλάβει, ότι δεν είναι δυνατόν να ζητάω διευκρινίσεις για την επί του θέματος επιχειρηματολογία σου, αυτή καθ’ αυτή , η οποία όντως ξεδιπλώθηκε επαρκώς. Εκτός κι αν πράγματι έχεις να κάνεις με ηλίθιο!

    Αγαπητέ Μανώλη, και η γραπτή γλώσσα «κόκαλα δεν έχει και κόκαλα τσακίζει»! Αν, συνομιλώντας με μένα, οι προθέσεις σου είναι ειρηνικές – και δεν βλέπω κανένα λόγο για να μην είναι – σε παρακαλώ, πρόσεχέ την λίγο περισσότερο!…

    Χαιρετώ.

Σχολιο

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s