Πικρές αλήθειες για την υπαίθρια διαφήμιση (και μια ευκαιρία)

Σήμερα, που δηλώνεται έμπρακτα η πολιτική βούληση να λυθεί το θέμα των παράνομων διαφημιστικών πινακίδων, σήμερα που για πρώτη φορά η κεντρική εξουσία με πρώτο τον ίδιο τον Πρωθυπουργό, προτάσσει το συμφέρον του Πολίτη και το Κοινό Καλό έναντι των πολιτικών και οικονομικών κερδών, είναι κατάλληλη στιγμή να κάνουμε αυτοκριτική, να δούμε το πρόβλημα σε όλες του τις διαστάσεις, και να αδράξουμε την ευκαιρία για το μέλλον.

Εδώ και 10 ολόκληρα χρόνια ένας πατέρας, ο δικηγόρος Θανάσης Τσιώκος-Πλαπούτας, αγωνίζεται εντατικά προκειμένου να εφαρμοστεί ο Νόμος. Ο κ.Τσιώκος έχασε το γιο του εξαιτίας μιας παράνομης διαφημιστικής πινακίδας κι έκτοτε έχει βάλει σκοπό της ζωής του να αποτρέψει νέα δυστυχήματα και να αποδείξει το ΑΥΤΟΝΟΗΤΟ. Ο άνθρωπος αυτός κατόρθωσε να βγάλει μια απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία απαγορεύει ΟΛΕΣ τις διαφημιστικές πινακίδες στους ελληνικούς δρόμους. Ουσιαστικά κατόρθωσε να επιβεβαιώσει δικαστικά την κοινή λογική που δε μπορεί παρά να λέει ότι οι διαφημιστικές πινακίδες αποσπούν την προσοχή των οδηγών και συνιστούν μεγάλο κίνδυνο για την οδική ασφάλεια. Ωστόσο, η όλη του προσπάθεια δε στάθηκε αρεκτή για να ανακόψει την πορεία της υπαίθριας διαφήμισης. Έπρεπε να έρθει το 2004 και οι Ολυμπιακοί Αγώνες, για να ευαισθητοποιηθεί η κεντρική και μερικώς η τοπική εξουσία, και να καθαρίσει το τοπίο. Η κουτοπόνηρη πολιτική του ελληνικού κράτους λειτούργησε άψογα, αφήνοντας τους ξένους επισκέπτες μας με τις καλύτερες εντυπώσεις. Βέβαια, λίγους μήνες μετά το τοπίο είχε επανέλθει στην πρότερη κατάστασή του: κατάφυτο από παράνομες διαφημιστικές πινακίδες.

Το παιδί του κ. Τσιώκου δεν ήταν ο τελευταίος νεκρός. Νέοι άνθρωποι ήρθαν να προστεθούν στο μακάβριο κατάλογο των θυμάτων της υπαίθριας φονικής διαφήμισης. Και νέοι γονείς ήρθαν να αγωνιστούν στο πλάι του. Απ’ το 2005 που σκοτώθηκε το παιδί του Μανώλη Σταυρουλάκη, έχουν εκδοθεί νέες αποφάσεις που καταδικάζουν εταιρείες υπαίθριας διαφήμισης, νέα πορίσματα, νέες υποσχέσεις… Αλλά το πρόβλημα παρέμενε άλυτο. Ο Σταυρουλάκης έγινε κι αυτός ένα είδος σταυροφόρου ενάντια στην παράνομη υπαίθρια διαφήμιση κι αφιερώθηκε στον ίδιο σκοπό, σπαταλώντας όλα τα αποθέματα του χρόνου και της ενέργειάς του. Το πιο συγκλονιστικό που μου είπε αυτός ο άνθρωπος στον ενάμιση χρόνο που τον γνωρίζω (κάνοντας το ντοκιμαντέρ «Προσοχή: Φονικές διαφημίσεις’)  ήταν η μοναξιά και η απογοήτευση που ένιωθε εξαιτίας της πεποίθησής του ότι «εάν για κάποιο λόγο σταματούσαμε ο Τσιώκος κι εγώ να ασχολούμαστε με το θέμα αυτό, την επόμενη ημέρα το όργιο όχι μόνο θα συνεχιζόταν αλλά και θα μεγάλωνε».

Όλα αυτά τα 10 χρόνια, οι γονείς που έχασαν παιδιά, ήρθαν αντιμέτωποι με το βαθύ ελληνικό κράτος και τις επιχειρήσεις που συνεργάζονται μαζί του. Και η συνάντησή τους ήταν καταστροφική. Επί 10 ολόκληρα χρόνια οι άνθρωποι αυτοί, που θρήνησαν τα παιδιά τους εξαιτίας μια παρανομίας που «βγάζει μάτι», προσπαθούσαν μάταια με νόμιμους πάντα τρόπους να πείσουν την εξουσία να εφαρμόσει το ΑΥΤΟΝΟΗΤΟ, την κοινή λογική, το Νόμο. Κι όμως κανείς δεν αναλάμβανανε να το κάνει. Με απλά λόγια, επί 10 ολόκληρα χρόνια οι γονείς αυτοί εμπαίζονταν.

Επί 10 ολόκληρα χρόνια, σε όλες τις εκλογικές αναμετρήσεις (εκτός της τελευταίας όπου το ΠΑΣΟΚ δεν τις χρησιμοποίησε) οι πολιτικοί και τα κόμματά τους διαφημίζονταν επάνω στις φονικές πινακίδες. ΟΛΑ τα πολιτικά κόμματα μέχρι χθες διαφημίζονταν επάνω στις παράνομες διαφημιστικές πινακίδες, αδιαφορώντας για την οδική ασφάλεια και για την απώλεια ανθρώπινων ζωών. Αδιαφορώντας δηλαδή για το ΚΟΙΝΟ ΚΑΛΟ κι επιδεικνύοντας ενδιαφέρον για το καλό των ολίγων. Την ίδια ώρα, επί 10 ολόκληρα χρόνια τα Μέσα αντιμετώπιζαν το ίδιο θέμα με συγκατάβαση, αποσπασματικότητα και δουλοπρέπεια. Το κράτος, δια υπουργών, γραμματέων, αρμοδίων, μέσα σ’ αυτά τα 10 χρόνια έβγαλε εγκυκλίους, αποφάσεις, και φιρμάνια, αλλά τίποτα δε στάθηκε αρκετό για να εφαρμοστεί ο Νόμος. Για το θέμα μίλησαν οι πάντες, διοργανώθηκαν ημερίδες, έγιναν εκπομπές, ασκήθηκε πίεση, αλλά τίποτα δεν ανέκοπτε την πορεία της υπαίθριας διαφήμισης. «Μάλλιασε» η γλώσσα των γονιών που έχασαν τα παιδιά τους, αλλά ούτε κι αυτό στάθηκε αρκετό.

Επί 10 χρόνια, πολίτες προσπαθούσαν να εφαρμόσουν το ΑΥΤΟΝΟΗΤΟ και οι πολιτικοί, μαζί με τους επιχειρηματίες (των εταιρειών της υπαίθριας διαφήμισης και τους διαφημιζόμενους), τους ΠΕΡΙΦΡΟΝΟΥΣΑΝ και τους ΚΟΡΟΪΔΕΥΑΝ. Η περιφρόνηση συνίσταται στη μη τήρηση του Νόμου και ο εμπαιγμός στις διαβεβαιώσεις ότι το θέμα θα λυθεί. Επί 10 χρόνια ο λόγος των πολιτών (που φώναζε, που ούρλιαζε για το αυτονόητο) έπεφτε στο κενό. Ο πολίτης, επί 10 ολόκληρα χρόνια, κι αναφορικά με το συγκεκριμένο θέμα, αντιμετωπιζόταν ως ΒΛΑΞ. Η διαμαρτυρία, η οργή και ο πόνος γονιών που έχασαν τα παιδιά τους εξαιτίας μιας κατάφωρης και αυταπόδεικτης παρανομίας, για την εξουσία που κυβερνούσε αυτή τη χώρα, δεν ήταν άξιος να προσεχτεί. Αντίθετα, ο όγκος εργασιών της υπαίθριας διαφήμισης, ήταν σημαντικότερος – όπως επίσης και τα πολιτικά οφέλη (ψήφοι) απ’ τη διαφήμιση των κομμάτων επάνω στις πινακίδες. Οι δημόσιοι χώροι μας έφτασαν να παρουσιάζουν μια εικόνα εντελώς ανοίκεια και ρυπαρή εξαιτίας των χιλιάδων διαφημιστικών πινακίδων που φυτεύονταν καθημερινά στους ελληνικούς δρόμους. Και να που σήμερα, μετά απ’  αυτό τον εξαντλητικό αγώνα, οι πιέσεις των ενεργών πολιτών επιτέλους αποδίδουν. Μετά από 10 χρόνια έρχεται ο ίδιος ο Πρωθυπουργός της χώρας και απαιτεί να εφαρμοστεί ο Νόμος. Κι ο Νόμος ξεκινά να εφαρμόζεται.

Το θέμα αυτό είναι ενδεικτικό του πώς αντιμετωπίζονται τα σοβαρά ζητήματα σ’ αυτή τη χώρα. Μια οικονομική δραστηριότητα που ωφελεί κάποιους οικονομικά και κάποιους άλλους πολιτικά, ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΕΤΑΙ απ’ την εξουσία, εις βάρος της ζωής και της ασφάλειας των πολιτών. Οι τελευταίοι, όσο κι αν διαμαρτύρονται, δεν υπάρχει περίπτωση να εισακουστούν, διότι η πολιτική με την οικονομική εξουσία ουσιαστικά έχουν ΣΥΝΑΣΠΙΣΤΕΙ εναντίον τους. Οι ίδιες οι κρατικές εταιρείες, εκείνες δηλαδή που στηρίζονται στους φόρους των πολιτών διαφημίζονταν όλα αυτά τα 10 χρόνια επάνω στις παράνομες πινακίδες. «Τους πληρώνουμε για να μας σκοτώνουν» έλεγε χαρακτηριστικά στην κάμερά μου ο Μανώλης Σταυρουλάκης δείχνοντάς μου μια διαφήμιση του Υπουργείου Εσωτερικών.

Επί 10 ολόκληρα χρόνια οι πολιτικές και οικονομικές ηγεσίες μας, πολιτικά κόμματα και επιχειρήσεις, σφύριζαν αδιάφορα τόσο για το Νόμο όσο και για την απώλεια ζωών, δίνοντας έτσι το κακό παράδειγμα σε όλους. Επί 10 ολόκληρα χρόνια κοίταζαν μόνο τα οικονομικά και πολιτικά οφέλη τους και καθόλου τα κόστη των πολιτών και της κοινωνίας εν γένει. Οι πολίτες μπορεί να έχαναν τη ζωή τους, ή μπορεί στη συντριπτική τους πλειοψηφία να διαφωνούσαν με την εικόνα των δημόσιων χώρων, αλλά δεν είχαν κανένα πειστικό επιχείρημα απέναντι στα κόμματα και τις εταιρείες. Επί 10 ολόκληρα χρόνια ο πολίτης αντιμετωπιζόταν ως ΚΟΥΤΟΣ ΚΑΤΑΝΑΛΩΤΗΣ διαφημιστικών μηνυμάτων. Ο πολίτης ως θεατής. Ο πολίτης ως παθητικός δέκτης. Ο πολίτης ως σιωπηλός συνένοχος της αυθαιρεσίας, της παρανομίας, και της διαφθοράς. Για την οικονομική και πολιτική εξουσία, ο πολίτης είχε έναν και μόνο σκοπό, μια και μόνη υποχρεώση: να ακούει το μονόλογο της υπαίθριας διαφήμισης, να καταναλώνει τα ΔΙΑΦΗΜΙΖΟΜΕΝΑ στις διαφημιστικές πινακίδες προϊόντα, είτα αυτά ήταν ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΚΟΜΜΑΤΑ, είτε ΣΑΜΠΟΥΑΝ, είτε Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης. Για 10 ολόκληρα χρόνια οι φωνές των ελάχιστων γενναίων πολιτικών που έλεγαν ότι «εδώ έχουμε να κάνουμε με μια μεγάλη υπόθεση διαφθοράς μεταξύ των Δήμων και των εταιρειών που πρέπει να σταματήσει», οι διακομματικές επιτροπές, τα σποραδικά δημοσιεύματα, έριχναν απλά στάχτη στα μάτια των γονιών και μαζί με τον αγώνα των γονιών παρείχαν τελικά ένα ιδανικό άλλοθι για την αναβολή της λύσης επ’ αόριστον. Γιατί το κεντρικό μήνυμα, η κεντρική πολιτική, ήταν αντίθετη με τη λύση του προβλήματος, αφού ήθελε πολίτες χειραγωγημένους όσο δεν πάει άλλο. Και η υπαίθρια διαφήμιση είναι ένα εξαιρετικό μέσο χειραγώγισης, καθώς κανείς δε μπορεί να το παρακάμψει.

Στη χώρα μας η περιφρόνηση της αντίθετης άποψης, ο διαρκής μονόλογος, η πρακτική που οδηγεί σοβαρά θέματα «κάτω απ’ το χαλάκι», μας έχουν οδηγήσει στο μαζικό κυνισμό, στη γενικευμένη δυσπιστία. Εδώ κανείς δεν πιστεύει κανέναν. Επί 10 ολόκληρα χρόνια γονείς που έκλαιγαν τα παιδιά τους αντιμετωπίζονταν ως γραφικοί, τυφλωμένοι απ’ την οργή, πολίτες. Αυτοί τουλάχιστον είχαν αποδράσει απ’ τη μάζα των υπολοίπων και των κουτών καταναλωτών.Κι είναι αυτοί που σήμερα διεκδικούν επάξια το χαρακτηρισμό ΕΝΕΡΓΟΙ ΠΟΛΙΤΕΣ.

Αν δε διδαχτούμε απ’ τις πικρές αλήθειες της υπαίθριας διαφήμισης, πιθανότατα, θα καταδικαστούμε σε περαιτέρω εμβάθυνση της πολυεπίπεδης κρίσης. Αν δε σταματήσουν τα πολιτικά κόμματα και οι επιχειρήσεις να αντιμετωπίζουν τους πολίτες ως μωρούς καταναλωτές, θα τους βρουν μπροστά τους ως πραγματικούς μωρούς, και οι αληθινοί βλάκες μπορούν να γίνουν πολύ επικίνδυνοι… Αν δεν ανέβει στην ιεραρχία του δημόσιου ενδιαφέροντος ο πολίτης, τα κέρδη θα προηγούνται της ίδιας της ανθρώπινης ζωής. Και τέλος, αν οι ίδιοι οι πολίτες δεν αρνηθούν αυτό τον παθητικό ρόλο του κομπάρσου καταναλωτή, και δεν ενεργοποιηθούν, νέοι ολοκληρωτισμοί θα βρουν πρόσφορο έδαφος για να ευδοκιμήσουν.

Η ευκαιρία που έχουμε μπροστά μας ως κοινωνία κι ως πολίτες είναι να συνειδητοποιήσουμε ότι έχουμε δύναμη και λόγο. Αυτό πρέπει να το καταλάβουν και τα πολιτικά κόμματα και οι επιχειρήσεις. Ο κόσμος έχει αλλάξει. Και τα 10 χρόνια για να αλλάξει κάτι έστω τόσο μικρό (που δεν είναι) στην Ελλάδα είναι πολλά…

(συνεχίζεται…)

1 Comment

  1. Αφού χρηματοδοτούμε τον προεκλογικό αγώνα των κομμάτων, δεν μπορεί να ανεχόμαστε να διαφημίζονται μέσω παράνομης υπαίθριας διαφήμισης, είτε είναι αυτή ταμπέλες, είτε αφισαριό, είτε φυλλάδια πεταμένα παντού κλπ.

Σχολιο

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s